Βιβλίο μου και τριακόσια να σηκώσεις θα μπορούσες

Martialis

Δύο Επιγράμματα

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής

Βιβλίο μου και τριακόσια να σηκώσεις θα μπορούσες

Βιβλίο μου, και τριακόσια να σηκώσεις θα μπορούσες
εσύ επιγράμματα, μα ποιος εσένα να σηκώσει
μετά θε να μπορούσε; Γι᾽ άκου δω, και θα σου δείξω
ποιά προτερήματα έχουν τα μικρά βιβλιαράκια.
Χαρτί χαλάω, εν πρώτοις, λίγο· κι έπειτα του εκδότη
λιγότερο τού παίρνει χρόνο για να το αντιγράψει,
χωρίς ν᾽ απασχολείται με δικές μου αδολεσχίες.
Αν τύχει, τρίτον, και βρεθεί ένας που θα σε διαβάσει,
ακόμα κι αν σε βρει κακό, δεν πρόκειται καθόλου
να σε μισήσει. Στο συμπόσιο ο καλεσμένος, πάλι,
μπορεί να σε διαβάσει πριν το πέμπτο του ποτήρι,
την ώρα δηλαδή που θά ᾽ν᾽ ζεστός και γι᾽ άλλα τόσα.
Γι᾽ αυτό και η αρετή η δική σου ας είναι η βραχύτης.
Μα κι έτσι ακόμα, φευ, πως είσαι ογκώδες θα σου πούνε!

Τι κάνει ευτυχισμένη τη ζωή μας, Μαρτιάλη;

Τι κάνει ευτυχισμένη τη ζωή μας, Μαρτιάλη;
Ιδού! Τα πλούτη τ᾽ άκοπα, τα κληρονομημένα·
το καρπερό το αγρόκτημα και το άσβηστο το τζάκι
χειμώνα-καλοκαίρι· δίκες όχι· η τόγα η φίνα·
του νου η γαλήνη· ακμαίες οι δυνάμεις και η υγεία
του σώματος· απλότητα και φρόνηση· και φίλοι,
πλην όχι πλήθος· και τραπέζι με όλα τ᾽ αναγκαία·
νηφάλια νύχτα δίχως μέριμνες, σεμνή ως κλίνη,
χωρίς της θλίψης ίχνη, με ύπνο που απωθεί το σκότος
και μια σταλιά το κάνει μόνο. Να είσαι ό,τι θέλεις —
πιο πάνω τίποτα, πιο κάτω τίποτα: ό,τι θέλεις.
Την τελευταία μέρα σου καθόλου μη φοβάσαι,
μα μήτε και να εύχεσαι να συντομεύει νά ᾽ρθει.

Παρέμβαση, τχ. 211-212

Advertisement

Σφυρίδης ποδοσφαιρικός

Δημήτρης Κόκορης

Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και από άλλη θέση1, η ελληνική ποδοσφαιρική λογοτεχνία έχει διαγράψει μία πορεία, η οποία εκκινεί τουλάχιστον από το 1930: τη συγκεκριμένη χρονιά, εκδόθηκε σε μετάφραση του Γιώργου Δέλιου, η «μονόπρακτος κωμωδία» του Emm. Gambardella Ο ποδοσφαιριστής2, ενώ δημοσιεύτηκε ως καβαφική παρωδία το ποίημα του Πωλ Νορ [= Νίκος Νικολαΐδης] «Άρχων εκ Κορίνθου»3, στο οποίο περικλείονται και στοιχεία ποδοσφαιρογενή. Δύο χρόνια μετά, παρουσιάστηκε και από τον ψευδώνυμο Πύρρο4 και πάλι ως καβαφική παρωδία5 με ίχνη ποδοσφαιρικής εικονογράφησης το ποίημα «Τι μην και αυτός…»6. Έκτοτε γράφτηκαν και δημοσιοποιήθηκαν πολλά κείμενα (ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, μαρτυρίες, δοκίμια, πραγματείες), άλλα θετικά προς το ποδόσφαιρο και άλλα αρνητικά διακείμενα προς το άθλημα, τα οποία εμπλούτισαν τον χώρο της νεοελληνικής ποδοσφαιρικής γραμματείας.
Γενικά και εισαγωγικά, ας επισημάνουμε ότι η αταλάντευτη αφιέρωση του ποδοσφαιρόφιλου στον σύλλογό του σημαίνει ακριβώς το αντίθετο από την εξόντωση του αθλητικού αντιπάλου . δηλώνει την οριστική και αμετάκλητη ένταξη στον σύλλογο, αλλά ταυτόχρονα και την υπαρξιακή μέθεξη στην ευρύτερη ποδοσφαιρική κοινότητα, εξέχοντα μέλη της οποίας βεβαίως είναι και οι αντίπαλοι ποδοσφαιριστές και οπαδοί. Το ποδόσφαιρο συγκεφαλαιώνει τη βαθύτατη επιθυμία και απόφαση του συνανήκειν με άξονα την ομάδα μας αλλά και τις αντίπαλες ομάδες, γιατί χωρίς αυτές απονεκρώνεται το άθλημα. Οι θεράπουσες και οι θεράποντες των ομαδικών αθλημάτων συνειδητά γνωρίζουν και, εάν όχι, ανεπιγνώστως συναισθάνονται, ότι δίχως τον συμπαίκτη αλλά και χωρίς τον αθλητικό αντίπαλο η οντότητά τους μηδενίζεται. Πολύ απλά: χωρίς τον αντίπαλο δεν υπάρχεις! Ως εκ τούτου, τα ομαδικά αθλήματα, με κορυφαίο το αναντίρρητα δημοφιλέστερο, καλλιεργούν την κουλτούρα τού εν αθλητική συγκρούσει συνυπάρχειν, και αυτό είναι κάτι που αφορά και τη φιλοσοφία του ποδοσφαίρου και τη λογοτεχνική έκφρασή της.
Οι φοβερές αλλοιώσεις της φύσης του ποδοσφαίρου, που εμφανίζονται ή και γιγαντώνονται σαν προεκτάσεις και συνέπειες του αθλήματος (τυφλή βία, χουλιγκανισμός, άδικη και σπαρακτική απώλεια ανθρωπίνων ζωών, δωροδοκίες, εμπορευματοποίηση και στοιχηματισμός στα όρια του παροξυσμού, κάθε είδους ανήθικες και απάνθρωπες συμπεριφορές), αποτελούν πεδίο μελέτης της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας και, οπωσδήποτε, δεν συμμετέχουν στον σχηματισμό του πυρήνα της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, παρότι εν μέρει αποτυπώνονται σε αρνητικά προς το ποδόσφαιρο λογοτεχνικά κείμενα. Ορισμένοι λογοτέχνες επιλέγουν να εκφράσουν καλλιτεχνικά αρνητικές όψεις της ζωής, που πιστεύουν ότι εκπροσωπούνται ή και εκπηγάζουν από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η βαθύτερη φύση του ποδοσφαίρου ως ομαδικού αθλήματος και άλλο οι στρεβλώσεις ή και οι κτηνωδίες, οι οποίες στο κοινωνικό πεδίο φορούν επιφανειακά μια ποδοσφαιρική φανέλα, αλλά επί της ουσίας αδυνατούν να συγκαλύψουν την ανθρώπινη μικρότητα, την ανηθικότητα, την έλλειψη στοιχειώδους λογικής, τα κοινωνικά προβλήματα και τα αιμοσταγή ένστικτα.
Πολλά είναι, βέβαια, και τα κείμενα ποδοσφαιρικής λογοτεχνίας, που διάκεινται θετικά προς το άθλημα και τη φιλοσοφία του, εκπροσωπώντας και την ποιητική έκφραση, και τη δοκιμιακή περιοχή, και τη διηγηματογραφία, και τη μυθιστοριογραφία. Δίπλα στα λογοτεχνικά κείμενα με πυρήνα το ποδοσφαιρικό βίωμα, ανιχνεύονται και . κείμενα, στα οποία πρωτεύουν μεταφορές και παρομοιώσεις ως εκφραστικοί τρόποι, ώστε να δηλωθεί είτε θετικά είτε αρνητικά η υπαρξιακή περιπέτεια και με όρους ποδοσφαιρικούς. Τέλος, εντοπίζονται και λογοτεχνικές καταθέσεις, στις οποίες το ποδόσφαιρο ως εικονοποιία και αναφορά επιτελεί ρόλο περιφερειακό, συμβάλλοντα, ωστόσο, στην ενδυνάμωση του νοηματικού ιστού. Περιφερειακός είναι ο ρόλος του ποδοσφαίρου στο μυθιστόρημα του Περικλή Σφυρίδη Ψυχή μπλε και κόκκινη7. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα συγκροτεί μία λογοτεχνική αποτύπωση της προπολεμικής και της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής πορείας της ελληνικής κοινωνίας, με τεχνοτροπικό άξονα τον βιωματικό ρεαλισμό:
Ως επιβεβαίωση της πραγματολογικά διακριβωμένης μυθιστορηματικής αφήγησης, στο σημείο που αυτή αφορά το ποδόσφαιρο8, σημειώνουμε ότι ο συγγραφέας έζησε και ζει στα πέριξ του «Κλεάνθης Βικελίδης», του παλαιόθεν γνωστού Γηπέδου Χαριλάου, ενώ διετέλεσε γιατρός της ποδοσφαιρικής ομάδας του Άρη.. Η ιδεολογική, πολιτική και ιστορική πάλη της εθνικόφρονος Ελλάδος με την Ελλάδα του αριστερού οράματος, που παραστατικά καθρεφτίζεται στον τίτλο του μυθιστορήματος και σημάδεψε βαθιά τον ελληνικό εικοστό αιώνα, χώρεσε και λίγο ποδόσφαιρο. Ο συγγραφέας και στο συγκεκριμένο απόσπασμα του μυθιστορήματός του, αξιοποιώντας βιωματική ύλη δομημένη και με αυτοβιογραφικές αναφορές, αποδίδει με τόνο πάντα ρεαλιστικό μία εγκιβωτισμένη στον βασικό αφηγηματικό ιστό ιστορία, οικοδομώντας σχέσεις και διαδρομές λογοτεχνικών ηρώων, που φωτίζουν ένα κοινωνικό και ανθρωπολογικό τοπίο, το οποίο εκτείνεται από την Κατοχή και την Αντίσταση έως τη δικτατορία και την εποχή της Μεταπολίτευσης. Ο Σφυρίδης, χαράσσοντας με σαφήνεια μία χρονική κατεύθυνση από το παρελθόν προς το αφηγηματικό παρόν, αξιοποιεί το ποδόσφαιρο σαν μία ψηφίδα του μυθιστορηματικού του μωσαϊκού. Ενδεχομένως νιώθει τη βαθύτερη φιλοσοφία του αθλήματος, αλλά δεν του δίνει ρόλο πρωταγωνιστή στο αφηγηματικό σύμπαν του έργου, περιορίζοντάς το στο συμπαθές πέρασμα ενός κομπάρσου.
Το ότι ο Σφυρίδης ήταν και είναι ένθερμος φίλος του Άρη Θεσσαλονίκης – φίλος όμως μεγάθυμος, με ευρυχωρία ψυχής και αποδεσμευμένος από τον εναγκαλισμό του στείρου οπαδισμού – δικαιολογεί τα όσα προλογικά επικαλεστήκαμε για τον βαθύτερο πυρήνα της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, τα οποία φωτίζονται ευκρινέστερα και από ένα κείμενο μικρής φόρμας του συγγραφέα, που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα. Το «Γεια σου, Γιώργο»9 γράφτηκε για τον Γιώργο Κούδα, τον ποδοσφαιριστή – σημαία του ΠΑΟΚ, και εντάχθηκε σε σύμμεικτο τόμο, που συντέθηκε και εκδόθηκε προς τιμήν του σπουδαίου ποδοσφαιριστή.
«Από το μέσον της δεκαετίας του 1960 και μέχρι τη μεταπολίτευση ήμουν ο γιατρός του Α.Σ. “ΑΡΗΣ” (εκεί έβρισκα ανακούφιση στο αίσθημα ασφυξίας που μου προκαλούσε η εποχή). Γιατρός του “Άρη” σήμαινε να βρίσκομαι συνεχώς δίπλα στην ομάδα τόσο στις προπονήσεις – το σπίτι μου και το ιατρείο μου στο Χαριλάου απείχαν λίγα μόλις μέτρα από το γήπεδο – όσο και στους εντός και εκτός έδρας αγώνες μέσα πάντα στο γήπεδο. Φυσικό ήταν να γνωρίσω καλά όλους τους τότε ποδοσφαιριστές, μερικοί από τους οποίους έγιναν – και είναι κάποιοι ακόμη προσωπικοί μου φίλοι. Ήταν η εποχή που στους αρειανούς μεσουρανούσε το άστρο του Χρηστίδη ως τερματοφύλακα, που όταν είχε κέφια, κατέβασε τα “κεπέγκια” της εστίας του στους φιλόδοξους κυνηγούς της αντίπαλης ομάδας. Του Σπυρίδωνα που ήταν βράχος της άμυνας. Του Συρόπουλου που υπήρξε η ατμομηχανή της μεσαίας γραμμής. Του Αλεξιάδη που με τις κεφαλιές “ψαράκι” τρυπούσε τα δίχτυα της αντίπαλης εστίας. Των Ναλμπάντη και Παπαϊωάννου10 που με τις γρήγορες πλαγιοκοπήσεις τους έσπαζαν τις καρδιές των αντιπάλων μας.
Περισσότερο, όμως, από όλους εκείνους τους ποδοσφαιριστές θαύμαζα τον Γιώργο Κούδα και ας ήταν παοκτσής. Γιατί δεν έπαιζε μόνο μπάλα. Χόρευε μέσα στο γήπεδο. Αέρινος μ’ εκείνα τα μακριά μαύρα του μαλλιά, που ανέμιζαν, καθώς έτρεχε. Θύμιζε ελάφι. Οι ντρίμπλες του φανταστικές, τα σουτ ευθύβολα μού έκοβαν την ανάσα, κάθε φορά που έφτανε κοντά στην εστία μας. Αυτός φαίνεται πως υπήρξε και ο λόγος που θέλησα κάποτε να τον δω από κοντά. Ήταν, θυμάμαι, ένας αγώνας Άρη – ΠΑΟΚ και αποφάσισα να πάω στα αποδυτήρια της φιλοξενούμενης ομάδας, για να τον γνωρίσω. Καθόταν στον πάγκο και έδενε έναν ελαστικό επίδεσμο στο πόδι του. Πλησίασα με τρακ. “Έχουμε κάνα πρόβλημα, Γιώργο;” ρώτησα. Σήκωσε το κεφάλι και με ζύγιασε με το βλέμμα. “Τίποτα απολύτως, γιατρέ”, απάντησε με σεβασμό. Του ευχήθηκα καλή επιτυχία και έφυγα. Από τότε όποτε τον συναντούσα τυχαία στον δρόμο ή στα γήπεδα, ανταλλάσσαμε ένα “γεια σου, Γιώργο”, “γεια σου, γιατρέ”, μέχρι που η ζωή μας έριξε σε διαφορετικούς δρόμους και χαθήκαμε. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, αμφιβάλλω αν ο Κούδας ήξερε ή ξέρει το όνομά μου. Ήταν το αστέρι με τους χιλιάδες θαυμαστές σε όλη την Ελλάδα κι εγώ ένας από αυτούς.
Από τότε πέρασαν χρόνια. Χρόνια έχω να πάω και στο γήπεδο. Με σκοτώνει η τυφλή βία, που δηλητηριάζει το ποδόσφαιρο, και οι διάφοροι “νεόπλουτοι” παράγοντες, που αγοράζουν ομάδες, για να κάνουν το δικό τους “παιχνίδι”. Βέβαια, παρακολουθώ κάποιους σημαντικούς αγώνες από την τηλεόραση και γνωρίζω τα καλοπληρωμένα, σύγχρονα, παγκόσμια ινδάλματα. Κανένας, όμως, δεν με συγκινεί όσο τότε ο Κούδας. Όταν βλέπω καμιά φορά τον Γιώργο στην τηλεόραση, με τον χρόνο να έχει θερίσει την άλλοτε μακριά σαν χαίτη κόμη του, εμφανίζεται στην οθόνη του μυαλού μου ένα ελάφι που καλπάζει. Ο Κούδας κέρδισε τους φιλάθλους της εποχής του, αλλά η φήμη του έγινε μύθος, που συγκινεί και τους νέους, που δεν τον έχουν δει να παίζει ποτέ μπάλα. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που έκανε τον κόσμο ν’ αγαπήσει τόσο πολύ τον Κούδα και να μην τον ξεχνάει; Πιστεύω δύο πράγματα: το χαρισματικό του ταλέντο και το ήθος του. Δεν θυμάμαι ποτέ τον Κούδα να χτυπάει αντίπαλο ή να βρίζει ακόμη κι αν του έσερναν οι αντίπαλοι τα μύρια όσα, για να ανακόψουν τις επιθέσεις του. Ο Κούδας υπήρξε υπόδειγμα αθλητή, γι’ αυτό μας κέρδισε όλους.
Φίλε Γιώργο, τώρα που ο Κώστας Μπλιάτκας μού ζήτησε να γράψω δυο λόγια για σένα, θέλω να ξέρεις ότι μου χάρισες αξέχαστες συγκινήσεις μέσα στο γήπεδο έστω και ως αντίπαλος».

Η μυθοπλαστική φόρτιση της πεζογραφίας του Σφυρίδη ως βασικού εκπροσώπου του βιωματικού ρεαλισμού, ούτως ή άλλως, δεν έχει μεγάλη δυναμική. Εδώ, όμως, η κειμενική συνθήκη αποκλείει εντελώς κάθε ίχνος μυθοπλασίας: το «Γεια σου, Γιώργο» συντέθηκε in honore και εδράζεται απολύτως στο έδαφος της αυτοβιογραφικής αφήγησης, με σηματωρούς την εκτίμηση της αθλητικής αξίας του τιμωμένου και την εξημμένη συναισθηματική εμπλοκή του γράφοντος.
Η ποδοσφαιρική υπέρβαση του Σφυρίδη αποκτά μεγαλύτερη αξία για τους γνήσιους ποδοσφαιρόφιλους (άρα, και αναπόδραστα οπαδούς. Οι politically correct τοποθετήσεις του τύπου «Είμαι μόνο Εθνική Ελλάδος» δεν αντέχουν σε σοβαρό κριτικό και βιωματικό έλεγχο!). Οι τελευταίοι γνωρίζουν και απολύτως συναισθάνονται ότι το πρωτείο στην πόλη και η καθημερινή συναναστροφή με τα συνεπακόλουθα της αθλητικής νίκης ή ήττας, δεν βιώνονται υψηλόβαθμα στα Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ, ΑΕΚ – Άρης, Ρεάλ – Μπαρτσελόνα ή Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Όπου και αν έφερε ορισμένους συλλόγους η οικονομική και ιστορική συγκυρία, «ντέρμπυ» σε όλες του τις διαστάσεις είναι (ή, οπωσδήποτε, ήταν) τα ΠΑΟΚ – Άρης, Ολυμπιακός – Εθνικός, ΑΕΚ – Παναθηναϊκός, Λίβερπουλ – Έβερτον, Άρσεναλ – Τότεναμ, Μπαρτσελόνα – Εσπανιόλ, Ρεάλ – Ατλέτικο, Ίντερ – Μίλαν, Σέλτικ – Ρέιντζερς, Πενιαρόλ – Νασιονάλ, κ.π.ά. Το Ομόνοια – ΑΠΟΕΛ, το ΟΦΗ – Εργοτέλης, το Νίκη Βόλου – Ολυμπιακός Βόλου, αλλά και το Προοδευτική – Ιωνικός δεν πάνε πίσω, αλλά ας φύγουμε από τις βαθιές ποδοσφαιρικές ιστορίες.
Με τη γνωστή θέση του αμερικανού πεζογράφου Ron Carlson, η οποία προωθεί την πρόσληψη και τη λογοτεχνική μετάπλαση ακόμη και των ξένων βιωμάτων ως προσωπικών για τον συγγραφέα, θα συμφωνούσαν πολλοί λογοτέχνες, ο Περικλής Σφυρίδης σίγουρα: «Πάντα γράφουμε από τις εμπειρίες μας, είτε είναι δικές μας είτε δεν είναι»11. Η βιωματική εμπλοκή του Σφυρίδη στις ιστορίες των λογοτεχνικών ηρώων του είναι όχι απλώς ορατή και ανιχνεύσιμη, αλλά δεσπόζουσα, ακόμα και όταν αφηγητής και πρωταγωνιστής δεν συμπίπτουν. Κατά τούτο, το πεζογραφικό του έργο είναι επί της ουσίας η λογοτεχνικά δοσμένη αυτοβιογραφία του, επιμερισμένη σε διηγήματα, μαρτυρίες και μυθιστορήματα. Ακόμη και τα ποιήματα, με τα οποία ο Σφυρίδης ξεκίνησε να διανύει το στάδιο της λογοτεχνικής του παρουσίας, προσδιορίζονται θεματικά από εγγραφές αυτοβιογραφικές, γεγονός πολύ φυσικό, εάν σκεφτούμε ότι στο επίκεντρο του πυρήνα, ιδίως της ποιητικής έκφρασης, εντοπίζεται (ευκρινέστερα από ό,τι σε άλλα λογοτεχνικά είδη) η συναισθηματική δόνηση που προέρχεται από τα βιώματα του γράφοντος ή της γραφούσης. Το «Γεια σου, Γιώργο» είναι ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα αυτοβιογραφικών κειμένων του Περικλή Σφυρίδη. Επειδή, μάλιστα, η κειμενική στόχευση ως απόδοση θαυμασμού και εκτίμησης προς τον Γιώργο Κούδα επιτρέπει τη συγγραφική απομάκρυνση από κάθε μυθοπλασία, ο Σφυρίδης λέει ευθέως αυτό που θέλει να πει, χωρίς αφηγηματικά τεχνάσματα και αξιοποιώντας την απλούστερη συγγραφική στρατηγική. (η απλότητα στη συγγραφή δεν σημαίνει «απλοϊκότητα» ούτε και είναι εύκολη ως προς την επίτευξή της). Οι ποδοσφαιρικές σελίδες του Σφυρίδη, είτε περιφερειακές ως προς την οργανική ενότητα του μυθιστορήματος Ψυχή μπλε και κόκκινη, είτε επικεντρωμένος σε μία σημαντική ποδοσφαιρική μορφή, όπως συμβαίνει στο «Γεια σου, Γιώργο», είναι σελίδες αυτοβιογραφικές, εκφρασμένες με έναν προσωπικό λογοτεχνικό επιτονισμό.
Ο Σφυρίδης υπηρέτησε ανιδιοτελώς τον σύλλογό του για πολλά χρόνια, αλλά με το «Γεια σου, Γιώργο» δεν απέδωσε απλώς τον δίκαιο έπαινο σε έναν από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της μεταπολεμικής περιόδου. Ταυτόχρονα, δίδαξε με τον τρόπο του ποδοσφαιρικό και αθλητικό ήθος. Οι εμμονές και οι εμπάθειες δεν απουσιάζουν από τους καλλιτέχνες, στους λογοτέχνες δε, περισσεύουν. Ο Περικλής σίγουρα καταλαβαίνει ότι ένας μειλίχιος, χαμηλότονος, άνευρος, σφαιρικός και πάντα διαλλακτικός Σφυρίδης, πόρρω απέχων της πεισματώδους πεποίθησης και της ανυποχώρητης ισχυρογνωμοσύνης, ανευρίσκεται μόνον στην άλω των ονείρων θερινής νυκτός. Και όμως, στο θέμα «ποδόσφαιρο» έσπασε τα δεσμά του οπαδισμού, επέδειξε μεγαθυμία και παραδοχή της αξίας του αντιπάλου και αυτό δεν μπορούμε παρά να του το πιστώσουμε.

1 Βλ. τις πολλαπλές, αναφορές στην ελληνική ποδοσφαιρική λογοτεχνία, στο υπό εκτύπωσιν βιβλίο τού υπογράφοντος, «Άθλημα ή αθλιότης;». Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, Αθήνα, Πεδίο, 2023.

2 Emm. Gambardella, Ο ποδοσφαιριστής. Μονόπρακτος κωμωδία, μετάφρασις: Γεωργ. Δέλιου, Θεσσαλονίκη [χωρίς ονομασία εκδότη] 1930. Όπως πληροφορεί η Θάλεια Ιερωνυμάκη («Κουίζ 27», Χάρτης, τχ. 29, 2021: https://www.hartismag.gr/hartis-29/tehnasmata/lypamai-xasate-ex-orismoy και «Λυπάμαι, χάσατε (εξ ορισμού)», Χάρτης, τχ. 30, 2021:https://www.hartismag.gr/hartis-30/tehnasmata/lypamai-xasate-ex-orismoy), ο Κωστής Παλαμάς έγραψε το 1931 το ποίημα «Ο αθλητής (Για τον αθλητικόν όμιλον “Λαρισαϊκός”)». Το ποίημα δεν είναι ποδοσφαιρικό, παρότι ο ιδρυμένος το 1930 σύλλογος έφερε την ονομασία «Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λάρισας “Λαρισαϊκός”».

3 Βλ. περ. Τα Νέα, 19.04.1930.

4 Ο Νικόλαος Χαρ. Γεωργιάδης και ο Χρήστος Χριστοβασίλης, που χρησιμοποίησαν μεταξύ άλλων ψευδωνύμων και το «Πύρρος», δεν φαίνεται να συνδέονται με τη συγκεκριμένη καβαφική παρωδία. Βλ. Κυριάκος Ντελόπουλος, Νεοελληνικά φιλολογικά ψευδώνυμα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 32005, σ. 105, 186, 404-405.

5 Τα δύο ποιήματα και τα στοιχεία των πρώτων δημοσιεύσεών του βλ. στο Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων 1917-1997, συγκέντρωση – παρουσίαση – σχόλια: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αθήνα, Πατάκης, 1998, σ. 54-55, 62, 216, 217.

6 Βλ. Νέα Εστία, τχ. 135, (01.08.) 1932, σ. 838. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Σαμίων, τον Ιούλιο του 1932.

7 Αθήνα, Καστανιώτης, 1996.

8 Βλ. και Γιώργος Αναστασιάδης (επιμ.), Στα γήπεδα η πόλη αναστενάζει – 16 κείμενα για την παλιά Θεσσαλονίκη του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 1999, σ. 141-144.

9 Περικλής Σφυρίδης, «Γεια σου, Γιώργο», στο Κώστας Δ. Μπλιάτκας (έρευνα – κείμενο), Γιώργος Κούδας. Της ζωής μου το ταξίδι, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 2005, σ. 254-256. Βιβλιογραφική σήμανση του κειμένου βλ. και στο Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2011, σ. 340.

10 Όλοι οι εδώ αναφερόμενοι [= Νίκος Χρηστίδης, Άγγελος Σπυρίδων, Βαγγέλης Συρόπουλος (το επώνυμό του από τυπογραφικό λάθος στην πρώτη δημοσίευση του κειμένου αναγράφεται εσφαλμένα ως «Σπυρόπουλος»), Αλέκος Αλεξιάδης, Χρήστος Ναλμπάντης, Κώστας Παπαϊωάννου] υπήρξαν ποδοσφαιριστές του Άρη Θεσσαλονίκης, κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.

11 Βλ., δείγματος χάριν, τη φράση ως μότο στο Νίκος Παπανδρέου, Λεπτή γραμμή. Διηγήματα, Αθήνα, Καστανιώτης, 1997, σ. 11.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 211-212

Λυρικά αιφνίδια

Αντώνης Κάλφας

1.
Σημείωνα σ’ ένα τετράδιο τις ατέλειες του απογεύματος όταν ξαφνικά φάνηκε η φτερούγα μιας νεροποντής
κι ύστερα βροχή καταλογάδην—σαν από τον Διόνυσο σταλμένη
να επιβάλει τη θεία τάξη.

2.
Μου τελείωσαν οι φράσεις—είπε ανάλαφρα η μικρή Νεφέλη για το ερωτευμένο σύμπαν·
κι όλα τα σχήματα λόγου και οι πεποιθήσεις και οι αόρατες βραδινές πτήσεις απόκτησαν ξαφνικά νόημα: αυτό που έχουμε και κρατάμε ζωντανό είναι οι λέξεις που βλαστήσανε για όσο κρατήσει ο πλους του σώματος.

3.
Στην επιτύμβια στήλη το ζευγάρι (η γυναίκα καθισμένη, ο άντρας όρθιος)
διάλεξε να μνημειωθεί μ’ ένα αμπελοτόμο κλαδευτήρι—
στις ελιές και τ’ αμπέλια της εύφορης πλην ασήμαντης πιερικής επαρχίας.

4.
Με τα δεινά του βίου αναμετριέται ο άνθρωπος—κι αλίμονό του αν ξεχάσει να κεράσει τις Μούσες που επιβλέπουν το χρυσό φεγγάρι.

5.
Στην αγορά του Δίου οι χαρακιές των κάρων σπρώχνουν τις νύχτες τα εμπορεύματα, το στάρι και τις ασπίδες πίσω— στις αποθήκες του μουσείου.

6.
Υπήρξε εποχή—την πρόλαβα, πιστέψτε με—που τα λουλούδια μοσχοβόλαγαν κι οι ντοματιές μπορούσαν να χορτάσουν τον πεινασμένο χωρικό.

7.
Από τον σπουδαίο Στήβεν Χώκινγκ συγκράτησα την απειρία του σύμπαντος.
(Μέχρι να γράψω αυτούς τους στίχους ήδη φαίνεται πως μεγάλωσε κι άλλο).

Όμως γιατί εγώ ζητάω μόνο το ελάχιστο χώμα;

8.
Κατά τον καθαρισμό του πηγαδιού της έπαυλης του Διονύσου στο Δίον αναγνωρίστηκαν πυρήνες από καΐσια, ροδάκινα, φουντούκια, αμύγδαλα, καρύδια, κάστανα καθώς και πράσινα διατηρημένα φύλλα από πυξάρι και ελιά.
Μ’ αυτά μεγάλωσαν οι παππούδες μας προτού κατακλυστούμε πολυκαταστήματα.

9.
Τα καλοκαίρια η λεπτή μυρωδιά της ρητίνης είναι παντού. Στα πεύκα, στους άφθονους κέδρους και στα κυπαρίσσια. Οι ρίζες εννοείται κάνουν την ομορφιά να απογειώνεται.

10.
Είχα σχολάσει ήδη όταν από το παράθυρο ξεπρόβαλε η λυγερή μηλιά χειρονομώντας. Θέλησα να την κλέψω αλλά φοβήθηκα τα χρυσά φορέματα των μικρών πολεμιστών που μόλις γύριζαν από τα μέρη του ήλιου.

11.
Με τον καιρό οι βροχές εκδικούνται, υγραίνονται οι βολβοί των ματιών και τα αγάλματα των μουσείων σπρώχνουν τους επισκέπτες στις εξόδους του ήλιου.

12.
Οι κήποι γελούν τα μεσημέρια· άφθονα ζαρζαβατικά, οπωρικά και βιαστικά αυτοκίνητα μοιάζουν τρελή ζωγραφιά, ιχνογραφία παιδιού που χάθηκε στον ανυπόκριτο ήλιο.

13.
Ο έρωτας δεν χάνεται—κανένας έρωτας δεν χάθηκε ποτέ αφού επιστρέφει δριμύτερος μέσα στην φωταγωγία της λύπης. Ενίοτε, κατακυριευμένος από ένοχα αισθήματα, στήνει ζωγραφισμένα βουνά και παράξενους ήλιους έξω από την τζαμόπορτα των ερωτευμένων.

14.
Το βλέμμα των σπιτιών στρέφεται καμιά φορά στις κοντινές θάλασσες ή στα φύλλα των μακρινών δέντρων. Πάντοτε διακριτικά, σχεδόν σπιτίσια, με έμφυτη την ικανότητα αποταμίευσης των πέριξ αγαθών της μνήμης.

15.
Η θάλασσα είναι σαν το αίμα, σαν το μικρό φορτηγό της απέραντης ακτής, σαν λίμνη που θηρεύει το σκοτάδι. Η θάλασσα κρατάει πάντοτε ανοιχτό τον ορίζοντα, προετοιμάζει την άνοιξη και χωράει αμέτρητους ποταμούς στη λιγνή της χούφτα.

16.
Μια άδεια ξαπλώστρα κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο μοιάζει με λουλούδι που αρνείται να μαραθεί.

17.
Ολόφωτη νύχτα—στα σκοτεινά περάσματα της ιστορίας λάμπει το αίμα των νικημένων μαζί με τα μικρά παιδιά που δεν έχουνε πού να κοιμηθούν.

18.
Όπως έλαμπε ο χρόνος στα κατώφλι της μέρας είδα τη μέλισσα να ανασαίνει ανάλαφρα. Τίποτα σπουδαίο ή ασυνήθιστο αφού και τα κεράσια πύκνωναν με τους ανθούς την έκπαγλη ανθοφορία—ορύγματα αρχαίων δρόμων μαρτυρούν πως και από εδώ πέρασε κάποτε η ομορφιά με τις μικρές σιωπές της καστανιάς.

19.
Στα ορεινά περάσματα των Πιερίων οι ανασκαφείς μετρήσανε λαμπρές εξάρσεις ταπεινών αγίων που έρχονται από την αρχαιότητα. Κι ακόμα νερά της νεότητας καθώς καταργούν το σελάγισμα των πρωινών άστρων. Ίσως σε αυτά να οφείλεται η αίγλη του σιωπηλού σύμπαντος.

20.
Εσείς λοιπόν νιφάδες των μαλακών βουνών υψώσατε τρούλους ευρυχωρίας στο αγεωμέτρητο σύμπαν—χωρίς ποτέ να μαρτυρήσετε την έλξη της αγάπης μου προς το ωκεάνειο χώμα—εσείς κατακτήσατε την αγκαλιά των παρθένων με τα κρίνα ανάμεσα στα έκπληκτα μάτια και τη σποδό καλά φυλαγμένη στην άσφαλτο των επαρχιακών πόλεων.
Οι νύχτες θυμίζουν τον άγριο καρπό και την ωμοπλάτη των πιστών εκκλησιαζομένων.
Να σημειώσω επίσης: πέριξ των πεσμένων πλατάνων επίφοβες αστραπές και δρεπάνια κοφτερά των Μουσών.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 211-212

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Η αιτία

Βρήκα την αιτία γιατί αρχίζουν οι λαχτάρες:
επειδή με ποθείς σε ποθώ,
καύμα μου μεταδίδεις.
Ο ναρκισσισμός μου βγήκε στο προσκήνιο.
Όμως με θέληση θα τον συγκρατήσω,
ο ναρκισσισμός να μη με γητεύει.
Και οι λαχτάρες που αναστατώνουν,
και μου παίρνουν το μυαλό
να συμμαζευτούν κι αυτές.

Ξεκλειδώνεις

Απροσμέτρητη η δύναμη
του μοιραίου έρωτα.
Αειθαλής ομορφιά και άνθος μου,
ξεκλειδώνεις τις πύλες τις ηδονής
κι ας μη με αγγίζεις αυτή τη στιγμή.

Αειθαλής ομορφιά και άνθος μου,
με οδηγείς στην κοσμογονία της αγάπης.

Πείσμα

Μια μετριότητα είναι
κι όμως παίρνει ύφος γόησσας
με έκδηλο μήνυμα:
Ανοίξτε δρόμο να περάσω
να σας κατατροπώσω.
Είτε στα ερωτικά είτε σε άλλα
όλο και κάποιοι βγαίνουν
με πείσμα να κατατροπώσουν.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 211-212

Αναστάσιος – Μάριος Μιχαηλίδης: Η “Aνεκπλήρωτη ζωή” είναι όλα εκείνα που κρύβει η ψυχή και δεν έχει το θάρρος να εκφράσει

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη για το βιβλίο του «Ανεκπλήρωτη ζωή» 

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση το βιβλίο του Αναστάσιου-Μάριου Μιχαηλίδη με τίτλο: «Ανεκπλήρωτη ζωή». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή τριάντα δύο ποιημάτων μικρής έκτασης, αποστάγματα των σκέψεων του πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού τους περί ζωής. Μέσα από το υποβλητικό σκηνικό κάθε ποιήματος ο συγγραφέας βρίσκει έναν ευρηματικό τρόπο να μιλήσει για την ύπαρξη και τα ερωτήματα γύρω απ’ αυτή, συμπαρασύροντας και μας στην αναζήτηση των απαντήσεών τους.

  • Έντονο το υπαρξιακό ηχόχρωμα της πρώτης σας ποιητικής συλλογής «Ανεκπλήρωτη ζωή», με μία αίσθηση του ημιτελούς· πώς θα την χαρακτηρίζατε εσείς; Υπάρχουν, θα λέγατε, κάποια μοτίβα στην ποιητική σας γραφή;

     Η ποιητική συλλογή πέρα από θέματα της καθημερινής ζωής, μιλάει για τη δύναμη και την ομορφιά της γυναικείας φύσης. Μέσα από το βιβλίο είχα την ευκαιρία να μιλήσω για πράγματα, τα οποία στη διάρκεια της ζωής μου δε θα τολμούσα ποτέ να τα αναφέρω. Ήθελα να ασχοληθώ με τον κόσμο, την ασχήμια και την ομορφιά του, δίχως, όμως, να αποτελώ μέρος του. Η συγγραφή ήταν μια διέξοδος διαφυγής από την πραγματικότητα. Πιστεύω πως όσο όμορφη κι αν είναι η ζωή κάποιου πάντα θα αναζητά μια διέξοδο από αυτή, για να δει πώς είναι να ζει και με έναν διαφορετικό τρόπο, πέρα από αυτόν που ήδη γνωρίζει. Η αλήθεια είναι πως δεν χρησιμοποίησα κάποια συγκεκριμένα μοτίβα στη γραφή μου. Εκείνο που προσπάθησα ήταν να μη φαίνεται η ποίησή μου ψεύτικη και επιτηδευμένη. Όσον αφορά την αίσθηση του ημιτελούς, πράγματι υπάρχει σε μερικά από τα ποιήματα μου. Συγκεκριμένα στο ποίημα «Το τραγούδι της πόρνης» εμπνεύστηκα από το θεατρικό είδος που ονομάζεται «Forum», στο οποίο συμμετέχει το κοινό και μπορεί να παρέμβει οποιαδήποτε στιγμή και να αλλάξει μια σκηνή του έργου. Με αντίστοιχο τρόπο, στο «Τραγούδι της πόρνης» ήθελα ο αναγνώστης να σκεφτεί ένα δικό του τέλος και να γίνει μέρος της ιστορίας. Με αυτόν τον τρόπο ευελπιστώ να σταματήσουμε να είμαστε απλοί θεατές να των γεγονότων.

  • Αναφέρετε πως «μια στάλα της “Ανεκπλήρωτης ζωής” μπορεί να κάνει τη διαφορά»· πώς μπορεί να γίνει αυτό; Είναι αυτό ένα από τα μηνύματα που θα θέλατε να περάσετε στο αναγνωστικό κοινό; 

     Σε κάθε ποίημα που έγραφα υπήρχε πάντοτε η φράση που είχε πει ο μεγάλος ποιητής Πάμπλο Νερούδα: «Η ποίηση είναι για αυτούς που την έχουν ανάγκη, όχι για αυτούς που τη γράφουν». Η «Ανεκπλήρωτη Ζωή», λοιπόν, είναι ένα βιβλίο για να κρατάει συντροφιά και να δίνει δύναμη σε όσους το χρειάζονται, είναι όλα εκείνα που κρύβει η ψυχή και δεν έχει το θάρρος να τα εκφράσει. Αυτό ακριβώς είναι και το μήνυμα που ήθελα να περάσω στο αναγνωστικό κοινό, ότι πάντα θα υπάρχει κάποιος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση μια μικρή στάλα από την «Ανεκπλήρωτη Ζωή», που θα μιλήσει για αυτούς όταν εκείνοι φοβούνται και δεν τολμούν.

  • Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στη γραφή; Έχετε ασχοληθεί και με τη δημιουργική γραφή· πόσο, πιστεύετε, βοηθάει στο να εξελιχθεί η συγγραφική φλέβα κάποιου;

     Το γράψιμο μου δημιουργεί ψυχική ηρεμία και γαλήνη. Πριν γράψω οτιδήποτε φροντίζω να βρίσκομαι σε ψυχολογική ισορροπία. Δε βιάστηκα ποτέ να γράψω κάτι, κι αυτό είναι που με γοητεύει στη γραφή, ότι ο χρόνος είναι φίλος μου κι όχι εχθρός. Επίσης, μέσα από τη γραφή μπορούσα να δημιουργώ δικούς μου κόσμους και ιστορίες, να έχω μια αυθεντικότητα ως άνθρωπος. Σχετικά με το αν βοηθάει να εξελιχθεί η συγγραφική φλέβα κάποιου, πιστεύω πως το πιο σημαντικό στοιχείο για τη δημιουργική γραφή είναι η επαφή με τα βιβλία. Αυτό θα συμβάλλει στο να γνωρίσει με ήπιο τρόπο τη λογοτεχνία και ίσως να την αγαπήσει και να θελήσει να ενταχθεί και αυτός σε αυτόν τον μαγικό και συνάμα δύσκολο κόσμο.

  • Από την προηγούμενη γενιά ποιητών και πεζογράφων επισημαίνεται πόση αξία έχει το «χορτάρι να συνεχίσει να ανθίζει»· νιώθετε πως οι νέοι άνθρωποι σήμερα, όντας ένας από αυτούς, είναι δημιουργικοί και εμπνευσμένοι; Μπορούν να συνεχίσουν να δίνουν εξαιρετικά δείγματα γραφής, όπως οι παλαιότεροι;

     Ως νέος άνθρωπος πιστεύω πως υπάρχει έντονο το αίσθημα της δημιουργικότητας και της θέλησης φτιάξουν πράγματα από την αρχή, να δημιουργήσουν όμορφες καταστάσεις . Ωστόσο δεν θεωρώ συνετό να υπάρχει σύγκριση της νέας γενιάς καλλιτεχνών με τις παλαιότερες. Δεν είναι ωφέλιμο να ψάχνουμε να βρούμε τον νέο Σεφέρη ή τον νέο Ρίτσο, αυτοί οι μεγάλοι ποιητές ήταν μοναδικοί στο είδος τους και είναι άδικο για τους νέους καλλιτέχνες να συγκρίνονται με τους παλαιότερους. Εξάλλου, η ποίηση κάθε συγγραφέα είναι μοναδική.

  • Τι θα περιλαμβάνει η επόμενη συγγραφική σας απόπειρα; Θα υπάρξει;

     Αυτή την περίοδο ασχολούμαι με τον τομέα των βιβλιοκριτικών. Έχουν ήδη δημοσιευθεί δύο βιβλιοκρισίες μου στο περιοδικό «Αυτολεξεί» για το έργο του Γουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρικυμία» από τις Εκδόσεις Νεφέλη και στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για το βιβλίο του Αντώνη Χαριστού «Αγία Οικογένεια» από τις Εκδόσεις Γράφημα. Σε επόμενη απόπειρα γραφής θα ήθελα να ετοιμάσω μια συλλογή διηγημάτων. Ωστόσο, όπως είπα και σε προηγούμενη ερώτηση, προέχει η καλή ψυχολογία, αν υπάρχει καλή ψυχολογία· αν υπάρχει καλή ψυχολογία, θα υπάρξουν και νέες συγγραφικές απόπειρες.

Ξυράφι

Παντελής Μπουκάλας

πά’ στο βαρέλι χόρευα, στην κίνηση εζητούσα
να σπάω της ματαιότητας τ’ ολέθριο το σπαθί.

Κώστας Βάρναλης, «Επίγραμμα»

Τέτοιες στιγμές,
όταν στεγνώνουν πια
τα μάτια της ψυχής
και οι φλέβες αδειάζουν
ξεραίνονται,
αρπάζεις το μολύβι
σίγουρος πια ότι κρατάς τουφέκι, κεραυνό
νυστέρι και χειροβομβίδα.
Τέτοιες στιγμές
τα σπλάχνα σου σε αποβάλλουν,
ασκί τριμμένο τρύπιο σε πετούν,
ποθώντας να ορφανέψουν.
Τέτοιες στιγμές πληθαίνει ο θάνατος,
αμέτρητες σφαγμένες λέξεις τον αιμοδοτούν,
κυρώνοντας τη ζωή με τη μέθοδο του ανάποδου.
Τέτοιες στιγμές
μια μέθη άπιοτη
ματαιώνει το τίποτε,
οργανώνει ερήμην σου
έναν κόσμο που αγγίζει το τέλειο –
γιατί τέλειο είναι πάντα το μάταιο,
και το σπαθί του ένα ξυράφι, κι αρκεί.
Τέτοιες στιγμές οι γύρω γίνονται πουλιά,
πουλιά με κλώνους
με ρίζες με αρτηρίες με νερά.
Και πλούσιο αίμα.
Και τότε νιώθεις πως μόνο με ξυράφι
θα ’πρεπε να γράφεις.
Και ξαναψάχνεις φλέβα.

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού Παρέμβαση

Μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος 211-212 (έτος 38ο) του Περιοδικού Λόγου & Τέχνης «Παρέμβαση» με πλούσιο περιεχόμενο.

Ειδικά αφιερώματα:

-Συνέντευξη με τον Παντελή Μπουκάλα

-Λογοτεχνικά περιοδικά που αντέχουν στον χρόνο: τέσσερις εκδότες μιλούν στην «Π»

Τα περιεχόμενα του τεύχους είναι τα εξής:

1. Παντελής Μπουκάλας, Ξυράφι

2. Αλεξάνδρα Μπακονίκα, 3 ποιήματα

3. Β.Π.Κ., ενδόδημα και αποικιακά

9. Χριστίνα Καραντώνη, Ευδήλου του Έλληνος

10. Αντώνης Κάλφας, Λυρικά αιφνίδια

13. Δημήτρης Κόκορης, Σφυρίδης ποδοσφαιρικός

18. Martialis, Δύο Επιγράμματα, μτφρ. Γιῶργος Κεντρωτής

19. Μάκης Καραγιάννης, Χέρμαν Μέλβιλ – Κόρμακ Μάκαρθυ Δυο κορυφαίες στιγμές της αμερικάνικης πεζογραφίας

22. Παντελής Μπουκάλας, Συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη

28. Κώστας Θ. Ριζάκης, η διαδικασία, 3

29. Σωτήρης Σαράκης, Αυτός και ο σκύλος του

30. Πάνος Σταθόγιαννης, Πνύκα

31. Διαμαντής Αξιώτης, Τής Νύχτας καί τού Ερέβους

32. Όλγα Κοτζαμανίδου, Φως

33. Λογοτεχνικά περιοδικά που αντέχουν στο χρόνο: τέσσερις εκδότες μιλούν στην «Π»: Βασίλης Τσιαμπούσης Ι Γιώργος Κορδομενίδης Ι Γιώργος Θεοχάρης Ι Δημήτρης Κονιδάρης

42. Ελένη Σιγαλού, 2 ποιήματα

43. Χρήστος Παπαδόπουλος, 3 ποιήματα

44. Γ. Πανούσης, Φθινοπωρινά 2022

45. Βασίλης Κλείτσας, 2 ποιήματα

46. Σίμος Οφλίδης – Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη, «Νεροκουβαλητής» αψύχων σωμάτων παρακατιανός

51. Αθανάσιος Καλλιανιώτης, Γλυκά ρεσάλτα στην Οκρίκα: ναυτικές περιπέτειες

56. Θεόδωρος Σαριγκιώλης, 4 ποιήματα

57. Κλεονίκη Δρούγκα, 2 ποιήματα

58. Λαμπούση Χριστίνα, 2 ποιήματα

60. «Αναγνώσεις» στο έργο της Ιωάννας Φλώρου

62. Δότα Σαρβάνη, Μίμης Σουλιώτης

64. Λίνα Φυτιλή, Σώμα

65. Αλέξανδρος Αραμπατζής, Αίφνης

67. Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Παράξενοι καιροί

69. Δήμητρα Ν. Παπανικολάου, Γυμνός έρωτας

70. Βάλια Γκέντσου, εκ των υστέρων

71. Αντώνης Παπαβασιλείου, Περί Σημειωματάριων γενικώς και ειδικώς

73. Ελένη Κοφτερού, 2 ποιήματα

74. Μαρία – Δέσποινα Ράμμου, Ο δύτης

77. Γιάννης Βούρος, 3 ποιήματα

78. Παναγιώτης Δημόπουλος, παρτιτούρα

Δήμητρα Γκατζηγιάννη-Αναστασίου, Το «Καλό δωμάτιο» της γιαγιάς

79. Φιλιώ Μπτούρη, Ο κόσμος της λογοτεχνίας με μια ματιά…

82. Νέες κυκλοφορίες των Εκδόσεων Παρέμβαση

85. Ελένη Αλεξίου για Λ. Α. Ναρ

89. Δήμητρα Καραγιάννη για Μιχάλη Πιτένη

91. Φανή Γ. Μπαλαμώτη για Ελένη Αλεξίου

93. Στέργιος Πουρνάρας για Αγαθοκλή Αζέλη

95. Χρήστος Σπίγκος για Γιάννη Τσιτσίμη

99. Γεωργία Τριανταφυλλίδου για Παναγιώτη Δημόπουλο

102. Ολυμπία Τσικαρδάνη για Νικόλαο Σταμκόπουλο

108. Δήμητρα Χριστοπούλου για Γιώργο Ρουσόπουλο

111. Οδός βιβλίων

112. Ένα μεγάλο έργο

Έργο εξωφύλλου: Ιωάννα Φλώρου

***

Σχεδίαση: Βασιλική Τσιάρτα

https://www.facebook.com/paremvasiculture

https://paremvasiculture.wordpress.com/

Πρόσκληση σε συγγραφείς και φωτογράφους για συμμετοχή σε έκδοση βιβλίου με θέμα «Ο χρόνος που περνά και χάνεται»

     Οι Εκδόσεις Παρέμβαση, με αφορμή την άφιξη του Νέου Έτους, πρόκειται να πραγματοποιήσουν έκδοσηβιβλίου με θέμα «Ο χρόνος που περνά και χάνεται». Θα είναι μία συλλογική έκδοση γύρω από το θέμα του χρόνου.

     Στο πλαίσιο αυτό καλούμε συγγραφείς και φωτογράφους, να αποστείλουν κείμενα και ασπρόμαυρες καλλιτεχνικές φωτογραφίες, που θα συμπεριληφθούν στο βιβλίο.

     Τα κείμενα θα πρέπει να είναι αδημοσίευτα. Μπορούν να είναι αφηγήσεις, ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια κ.α. Κάθε ποίημα δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις 500 λέξεις και κάθε πεζό τις 1000 λέξεις. Στο e-mail θα πρέπει να υπάρχει επισύναψη του κειμένου σε μορφή word.doc ή docx, αλλά όχι σε pdf.  Τα γράμματα θα πρέπει να είναι πεζά, με τονισμό. Οι φωτογραφίες θα πρέπει να είναι ασπρόμαυρες, σε ψηφιακά αρχεία jpeg με ανάλυση 300 dpi.

     Συμμετοχές θα γίνονται δεκτές μέχρι 28 Φεβρουαρίου 2023, σε ηλεκτρονική μορφή στη διεύθυνση: info@paremvasibooks.gr  

    Είναι απαραίτητο να αναφέρεται στο σώμα του e-mail ο τίτλος του κειμένου/φωτογραφίας, καθώς και όλα τα στοιχεία επικοινωνίας κάθε συμμετέχοντος (ονοματεπώνυμο και τηλέφωνο). Ο τίτλος/θέμα του E-mail θα είναι: Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ ΚΑΙ ΧΑΝΕΤΑΙ.

     Η έκδοση στην οποία θα συμπεριληφθούν τα κείμενα και οι φωτογραφίες, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2023 από τις Εκδόσεις Παρέμβαση.

     Η συμμετοχή στην έκδοση σημαίνει ότι ο συμμετέχων/η συμμετέχουσα παραχωρεί στους διοργανωτές το δικαίωμα να διαχειριστούν, να εκδώσουν, να διακινήσουν και να διαθέσουν τα ποιήματα και τα διηγήματα που θα  αποσταλούν, χωρίς να τηρεί οποιαδήποτε απαίτηση, οικονομική ή άλλη. Καθένας από τους συμμετέχοντες συγγραφείς και ποιητές δηλώνει, αυτοδίκαια με την αποστολή του έργου του, ότι αυτό αποτελεί δική του πνευματική εργασία και ιδιοκτησία, ότι η μελλοντική του έκδοση δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτου και δεν αντίκειται στον νόμο.

Πληροφορίες:

24610-29475

6934812044

info@paremvasibooks.gr

Τι είναι ο χρόνος;

Όταν κανείς δε με ρωτάει, ξέρω τι είναι.

Μόλις με ρωτήσουν, δεν ξέρω πια.

Ιερός Αυγουστίνος

Παναγιώτης Δημόπουλος: «Αν κάτι μένει στη διαχρονία, αυτό είναι μια διαδικασία σκυταλοδρομίας και σε αυτήν παίρνω μέρος – Ο ολέθριος κύκλος απαιτεί να γράψω τη δική μου αλήθεια»

Συνέντευξη για το βιβλίο του «Παλίμψηστα»

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Δημόπουλου με τίτλο: «Παλίμψηστα». Πρόκειται για μικρά κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα που ξεδιπλώνουν το ιδιαίτερο συγγραφικό, ενίοτε δηκτικό, προφίλ του γράφοντος. Ο συγγραφέας εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στη μουσική, όντας μουσικός, και μεταχειριζόμενος με ιδιαίτερη μαεστρία τη γλώσσα, μιλά για τη μουσική, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσονται προσωπικοί του στοχασμοί για ποικιλία θεμάτων, όπως θα δούμε και παρακάτω.

  • Επιλέξατε να «εισβάλλετε» στο χώρο της λογοτεχνίας δίνοντας στο έργο σας τον τίτλο «Παλίμψηστα»· πρόκειται για μια τεχνική των μουσικών, το να γράφουν και να σβήνουν; Το παρόν βιβλίο προέκυψε αβίαστα ή προέρχεται από τη συγκομιδή παρατηρήσεων και στοχασμών χρόνων;

Λογίζω μόνο δάσκαλό μου στην σύνθεση τον Anthony Gilbert, έναν εξαιρετικά ευέξαπτο και ιδιοφυή μουσουργό που είχα την τύχη να με διδάξει για 18 υπέροχους και αποκαλυπτικούς μήνες. Στο πρώτο μάθημα που κάναμε μαζί, η πρώτη του ερώτηση ήταν αν έφερα σβήστρα και όταν απάντησα «όχι» μου ζήτησε να απέλθω και να επανέλθω την επόμενη εβδομάδα. Ίσως να μην είχε όρεξη για μάθημα, αλλά ίσως να ήταν αυτό και το καλύτερο μάθημα για έναν νέο συνθέτη. Είναι πλέον πολύ εύκολο να στοιχειοθετήσει κανείς κείμενα, να τα τυπώσει, ακόμη και να τα εκδώσει και τελικά επικρατεί η γραφιστική αισθητική και η ρομαντική ψευδαίσθηση ενός ιστορικισμού πως κάτι που εκδίδεται είναι ένα έργο τέχνης, ακόμη κι αν είναι απλώς ένα πρόχειρο ή πρωτόλειο σκίτσο της τυπογραφικής ακράτειας. Προτιμώ να πιστεύω πως αν κάτι μένει στην διαχρονία, αυτό είναι μια διαδικασία σκυταλοδρομίας και σε αυτήν παίρνω μέρος: κοιτάζω και βλέπω, ακούω κι αφουγκράζομαι, σκέφτομαι και διαβάζω, ξανασκέφτομαι και τελικά ο ολέθριος κύκλος απαιτεί να γράψω μια  δική μου αλήθεια. Είναι ανάγκη, όχι επιθυμία αυτή η ολοκλήρωση, μοιάζει και λίγο με τις γενετήσιες ή πεπτικές καταλήξεις. Γράφω, άλλωστε, διαρκώς εδώ και 25 χρόνια, ποίηση, διηγήματα, επιδερμικά άρθρα, δοκίμια ή μικρομελέτες, θεατρικά, άλλα, πιο τεχνικά και ακαδημαϊκά κείμενα. Μερικά τα έσβησα, άλλα τα έχω ακόμη κάπου, κάποια λίγα έστειλα δεξιά-αριστερά αλλά σπανίως έλαβα απάντηση και δεν είμαι και καλός μηχανουργός σχέσεων που βασίζονται σε απαιτήσεις. Κάποια στιγμή, τυχαία, μιλώντας με την φίλη εκδότρια της Παρέμβασης για κάτι άλλο, της πρότεινα αυθόρμητα να με φιλοξενήσει και εκείνη πάνω στον φιλικό ενθουσιασμό της είπε «εντάξει, θα εκδώσω 40-50 σελίδες». Μετά έγραψα τα Παλίμψηστα που είναι 180. Καλό είναι κανείς να μην δεσμεύεται όταν ενθουσιάζεται.

  • Τα διάφορα κείμενα του βιβλίου διακρίνονται από μία ιδιαίτερη συνειρμική γραφή που μπλέκει κώδικες και θέματα της μουσικής, πρόσωπα και μορφές της λογοτεχνίας και της ιστορίας με τη σύγχρονη ελληνικά πραγματικότητα· υπάρχει κάποιος κοινός νοηματικός άξονας που συνδέει όλα αυτά;

Ο κάθετος άξονας είναι η απογοήτευση – ο οριζόντιος η απελπισία. Απαντώ με καταστάσεις και όχι έννοιες, σε δύο διαστάσεις γιατί στο βάθος επικρατεί το εφήμερο ή το ανάξιο λόγου. Όσο για τις αναφορές, αυτές είναι αναπόδραστες, αν και πολύ θα ήθελα να γράφω καθαρά στο επίπεδο των ιδεών χωρίς προσωπικές αφορμές: το ιδανικό μου κείμενο θα ήταν ένα από αυτά τα πονήματα της Λογικής με σύμβολα και έννοιες εκτός προσώπων και γεγονότων. Πολύ θα ήθελα να είμαι μαθηματικός· δυστυχώς όμως η φιλοδοξία μου ξεπερνά κατά πολύ την διανοητική ισχύ μου. Η απογοήτευση, ο ορθοστάτης μου, είναι μάλλον η αιτία της γραφής μου και απογοητεύεται κανείς όταν γοητεύεται διαρκώς· έχω αυτήν την κακή συνήθεια. Η οριζόντια και διαρκής απελπισία είναι πάλι κάτι που έρχεται σαν βιογραφική ροή στους αισιόδοξους των οποίων οι ελπίδες προδίδονται και γίνονται συγκινήσεις. Η ελπίδα είναι βέβαια καλή συνήθεια, όμως είναι εποχική και συχνά μεγάλη μοναξιά. Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτηση – αυτή όμως η αμφιβολία είναι ακριβώς και ο νοηματικός άξονας των Παλίμψηστων: οι αναπάντητες, επί της ουσίας, ερωτήσεις. Και πράγματι διατύπωσα αρκετές, ανάμεσά τους μπορεί και κάποιες άκομψες.

  • «Ένα βιβλίο ζωντανεύει όταν τα μάτια των αναγνωστών του συγγράφουν ένα δεύτερο και τρίτο κείμενο δίπλα στο αυθεντικό, όταν κρατούν το ημερολόγιο καταστρώματος κάθε ανάγνωσης» αναφέρετε σε ένα από τα κείμενα· ποιος ο ρόλος του αναγνώστη, θεωρείτε, στην καταξίωση ενός έργου και στην πορεία του στον χρόνο;

Ένα βιβλίο χωρίς αναγνώσεις είναι ένα αρχιτεκτόνημα χωρίς εισόδους, εξόδους και διεξόδους, ένα Αλκατράζ της κακιάς ώρας. Δίχως άλλο, το πλήθος των αναγνώσεων είναι καίριο για να αξιωθεί ένα έντυπο να λέγεται βιβλίο. Και, βεβαίως, όταν ο αναγνώστης αρχίσει να σημειώνει το έντυπο και να το θεωρεί μέρος δικής του γραφής, τότε το βιβλίο παύει να είναι αντικείμενο και γίνεται μέρος της διαδικασίας του διαλόγου. Απόδειξη οι ερωτήσεις σας και ο διάλογος που προσκαλείτε: δεν θα υφίσταντο αμφότερα χωρίς μια ανάγνωση. Η ανάγνωση είναι η εστία της λογοτεχνίας, οι συμμετοχές χρόνων ανάμεσα σε πολλούς, με τον συγγραφέα σε ρόλο συντονιστή. Όσο για την πορεία του πράγματος, αυτή είναι αχαρτογράφητη σαν ωκεανός αλλά και πολύτιμη σαν πηγάδι αυλόγυρου. Έχει δικούς της χρόνους αυτή η υπόθεση. Το βιβλίο είναι ένας καθρέφτης, παραμορφωτικός, σπασμένος, θολός ή και βρόμικος – μπορεί και καθαρός. Το βλέμμα είναι η ανάγνωση. Το είδωλο πάντα διαφορετικό. Ρόλος του αναγνώστη είναι να πηγαίνει εκεί και να μην κοιτάει, αλλά να βλέπει, επειδή το θέλει. Και τότε ναι, καταξιώνονται πολλά που σίγουρα μας είναι άγνωστα μέχρι να γνωριστούν. Όμως ο ρόλος αυτός είναι ίσως ο πιο εθελοντικός που μπορεί κανείς να περιγράψει.    

  • Υπάρχει μία άποψη πως η επιστήμη της φιλολογίας περιορίζει βάζοντας σε καλούπια την «ανυπότακτη» λογοτεχνία, και εσείς κάνετε λόγο για την «κακώς νοούμενη επιστήμη της φιλολογίας». Τι κακό υπάρχει στις έννοιες που «παίρνουν την κατάληξη -λογία»;

Η τέχνη είναι πράξη και η επιστήμη θεωρία. Η μουσική είναι και τα δύο, τέχνη και επιστήμη των οργανωμένων ήχων. Η ποίηση και η ρητορική επίσης, τέχνες και επιστήμες του οργανωμένου λόγου. Τα μαθηματικά και η φυσική ακόμη περισσότερο διττοί χώροι. Φοβάμαι πως οι καταλήξεις –λογία, -πονία, -νομία, -σοφία κλπ τείνουν να αποκλείουν τον ένα εκ των δύο αυτών αγωγών και έτσι μου μοιάζουν στερητικές, λειψές, ζηλόφθονες, μακριά από οδούς και λεωφόρους, έγκλειστες στις μεθόδους που τελευταία γίνονται – ειρωνικά – μεθοδολογίες, δηλαδή θεατρικές πράξεις άνευ αυλαίας. Προτιμώ τον Θεό από την θεολογία, τα βιβλία από την βιβλιοθηκονομία, την γη από την γεωπονία και σίγουρα τους φίλους από τους φιλολόγους. Εξαίρεση οι φίλοι που τυγχάνει να είναι φιλόλογοι, αν και καθιστώ εδώ τέτοιες φιλίες δύσκολες. Παρόλα αυτά η κατάληξη η οποία πραγματικά με φέρνει στα πρόθυρα έντονης διαμαρτυρίας είναι η τρισύλλαβη «-ότητα» και δεν επεκτείνομαι καθώς η απάντησή μου δεν θα διαθέσει καμία ορθότητα, σοβαρότητα ή πιθανότητα σοβαρής πρόσληψης. Προτείνω όμως, ενδεικτικά και ειλικρινώς, αντί της «-ότητας» την «-όπιτα» ως πιο ελληνοπρεπή και ουσιαστική σε κάθε χρήση, π.χ. κρίνω δόκιμο να δηλώσουμε όλοι μας φωναχτά πως στηρίζουμε με κάθε τρόπο την κάθε μορφή ετερόπιτας. Αυτή η απλή αλλαγή μιας συλλαβής θα αντικαθιστούσε την γενική προτεινόμενη κοινωνική διάσπαση με κάποια, γαστριμαργική έστω, συσπείρωση.

  • Επικοινωνείτε πιο αποτελεσματικά με το κοινό, θεωρείτε, μέσω της μουσική σας ή μέσω των γραπτών σας κειμένων;

Αν ως αποτελεσματική επικοινωνία θεωρήσουμε την αμοιβαία αντίληψη ενός κοινού χώρου, τότε λόγω κατάρτισης και εθισμού νομίζω πως υπερέχω ως μουσικός, ακόμη κι αν δεν είμαι καθόλου δημοφιλής, αφού άλαλος διαθέτω πιο ευρύχωρα και προσήγορα μηνύματα. Έχω διαπιστώσει πως οι λιγοστές ερμηνείες των γραπτών ή και των ομιλιών μου πάντοτε οδήγησαν σε μεγάλη απόσταση από αυτό που είπα με ιδιαίτερη προσοχή στις λέξεις μου. Η διδακτορική μου διατριβή, η οποία αινιγματικά δεν έτυχε περιόδου διορθώσεων, ήταν το πιο περίτρανο παράδειγμα – οι εξεταστές της παρερμήνευσαν το σύμπαν της πριν την εγκρίνουν. Είναι θολή η γραφή, ή φτωχή η ανάγνωση; Ούτε το ένα ούτε το άλλο· είναι ίσως και λογικό οι λέξεις να γίνονται αντικείμενο διαφωνίας και όχι ομοφωνίας αντίληψης. Αυτό άλλωστε δεν είναι η πραγματική επικοινωνία; Όμως το αποτέλεσμα της γραφής μου παραμένει ασαφές, ενώ η μουσική μου αν και δεν περιγράφεται με λέξεις, έχει ενίοτε βρει κάποιες σαφήνειες στις κοινές σιωπές ενός ευάριθμου ακροατηρίου.

  • Πολλοί από τους συγγραφείς και τους δημιουργούς γενικότερα, που ξεχώρισαν, διακατέχονταν από διάφορα πάθη ή υπέφεραν από ψυχικές ασθένειες· ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, για παράδειγμα, ήταν αιχμάλωτος του αλκοόλ ή η Βιρτζίνια Γουλφ υπέφερε από τα παιχνίδια του μυαλού της. Η τέχνη πιστεύετε συναρτάται με κάποιου είδους διαστροφή;

Θα απαντήσω στην ερώτηση φιλύποπτα και δεχόμενος έναν υπαινιγμό! Αν έπρεπε να επιλέξω την διαστροφή μου αυτή θα ήταν μια καλπάζουσα αγωνία για το πέρασμα του χρόνου· είμαι χρονοφοβικός, χρονολατρικός και χρονοκράτης. Οι κοινωνικές ιδέες γύρω μας προκύπτουν κάτι σαν φλύαρη ρύπανση των διαθέσιμων και πεπερασμένων χρόνων και αυτό με αναγκάζει σε σπασμωδικές αυξομειώσεις ταχύτητας από την άχρονη, Αθωνικού τύπου προσευχή, μέχρι την ραγδαία συστολή του χρόνου σε καθημερινούς πανικούς κυνηγιού προθεσμιών. Είναι επομένως αναπόφευκτο η παραγωγή κειμένων μου, μουσικών ή άλλων να διέπονται από μία διασταλτική διάθεση ανάμεσα στο πρόχειρο και το μαρμάρινα επίσημο, με μοιραία αποτελέσματα: τα θέματα ανήκουν στην διαχρονία, οι επεξεργασίες τους σε κάτι αποκλειστικά σύγχρονο και ακατέργαστο. Πάντως, για να σταματήσω να περιαυτολογώ και να απαντήσω στην κυριολεκτική ερώτηση, δεν θεωρώ πως η τέχνη αποτελεί προνομιακό πεδίο των διαστροφικών, των διεστραμμένων ή των διαστρεμμάτων και μπορεί να είναι εξίσου ιερή και μεγάλη πράξη των απλώς ικανοποιημένων και ψυχικά υγιών ανθρώπων. Εκεί που θα συντείνω στην μυθολογία περί «καταραμένων δημιουργών» είναι πως αν και δεν αποκλείεται να κάνει περίφημη τέχνη ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος των βιωματικών μέσων όρων, η ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι των άκρων για ξόρκια του ανολοκλήρωτου συχνά τους ωθεί σε καλλιτεχνικές πορείες – θέμα μάλλον στατιστικό, παρά ιδεολογικό ή εξ ορισμού διάθεσης.   

  • Ποια θέση θα θέλατε να λάβουν τα «Παλίμψηστα» στον λογοτεχνικό κανόνα; 

Αυτή που τους προσδίδει ο τίτλος, των αξιολογηθέντων ως, μηρυκαστικής καταγωγής, σχολιασμών και των αφορμών για τα περαιτέρω από άλλους. Πάντως, αν πρόκειται να λάβουν θέση, δεν θέλω να διαγκωνίζονται με άλλα βιβλία και θέλω να φερθούν ευγενικά, ανεξαρτήτως του δηκτικού περιεχομένου τους. Δηλώνω συναγωνιζόμενος και όχι ανταγωνιζόμενος και εκτιμώ ότι θα καταταγούν στα πιο ειρηνικά ράφια της μακράς διαρκείας.

Δεν ξέρω ωστόσο αν υπάρχει πια «κανόνας», άλλωστε αυτός σκιαγραφείται μάλλον με εμπορευματικούς όρους και ο αλγόριθμος αυτού του εμπορίου διαφεύγει κατά πολύ των συντεταγμένων της δημιουργικής περιοχής μου. Αν, τελικά, πρέπει να φιλοδοξώ όντως για την τοποθεσία του βιβλίου, θα ήθελα να το διαβάσουν οι άνθρωποι που γνωριστήκαμε σε έναν καφέ ή σε μια στιχομυθία και που δεν προλάβαμε να συνομιλήσουμε πραγματικά, γιατί ίσως τότε μπορέσουν να βρεθούν οι αντιρρήσεις και οι διάλογοι που μας ξέφυγαν. Κατά τα άλλα, θα δεχθώ την καταλογογραφημένη θέση της υποσημείωσης-ενός αστερίσκου-μιας παρένθεσης με την προσήκουσα σεμνοτυφία. Κι αν βεβαίως, από την άλλη, ο αλγόριθμος τύχει σαν πρωτοχρονιάτικο λαχείο να φέρει τα Παλίμψηστα διεθνώς βραβευμένα, επιβεβλημένα κείμενα σε όλα τα σχολεία της Κίνας, τότε θα απορήσω μεν ενδόμυχα, ωστόσο θα δεχτώ με φυσικότητα και χαρά όλες τις κολακείες του περήφανου Κινεζικού λαού. Εν ολίγοις και για να μην υπεκφεύγω, επιθυμώ μεγαλομανώς την πρώτη θέση παγκοσμίως ελέω Θεού, δέχομαι την τελευταία θέση ως μακρόθυμος, ρεαλιστής Δημοκράτης, παραδέχομαι ακόμη και την αδιαθεσία ως παραιτημένος μεσόκοπος ντεμπουτάντ των κρυφών ελληνικών γραμμάτων· ευπειθώς, εκτός κανόνα, αλλά ποτέ αντικανονικά. Και τέλος πάντων, ας είμαστε πιο γενναιόδωροι: μήπως οι επιθυμίες των δημιουργών δεν είναι και κάπως υπερτιμημένες; Ένα βιβλίο οφείλει να ικανοποιεί μόνο τις επιθυμίες των αναγνωστών του. 

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Κυκλοφόρησαν σε e-book τα Πρακτικά της Εκδήλωσης «Τόπος και Λογοτεχνία» της Παρέμβασης

Μόλις κυκλοφόρησαν σε e-book τα Πρακτικά της Εκδήλωσης «Τόπος και Λογοτεχνία» της Παρέμβασης, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2022.

Μπορεί κανείς να διαβάσει το e-book στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Παρέμβαση πατώντας πάνω στην εικόνα: https://paremvasibooks.gr/ta-vivlia-kai-oi-syngrafeis-mas/ και στην Ανοιχτή βιβλιοθήκη: https://www.openbook.gr/topos-kai-logotechnia/

Το E-book περιλαμβάνει όλες τις γραπτές εισηγήσεις, καθώς και όλα τα links των βιντεοσκοπημένων συνεντεύξεων/συζητήσεων, που είναι αναρτημένες στο youtube.

Γράφουν: Παναγιώτης Δημόπουλος, Αντώνης Κάλφας, Δημήτρης Καμαριάδης, Β. Π. Καραγιάννης, Λένα Οφλίδη – Σίμος Οφλίδης, Αντώνης Παπαβασιλείου, Μιχάλης Πιτένης, Σωτήρης Ραπτόπουλος

Συνεντεύξεις: Εύα Αραμπατζή, Simba Narducci–Bαϊνά, Δημήτρης Βουχάρας, Γιώργος Δελιόπουλος, Μάνος Δραγώγιας, Αντώνης Κάλφας, Β. Π. Καραγιάννης, Δήμητρα Καραγιάννη, Μάκης Καραγιάννης, Γιώργος Καραγιορδανίδης, Θανάσης Καρανάνος, Κωνσταντίνος Κοτσίφκας, Κατερίνα Λάκκα, Κωνσταντίνα Μπαλιάμη Παναγιώτης Μπετσάκος, Ελευθερία Παπαδοπούλου, Δήμητρα Παπανικολάου, Ολυμπία Τσικαρδάνη.

   «Επειδή οι τόποι καθορίζουν τη σκέψη. Επειδή η γραφή είναι καθρέφτης των βιωμάτων και του είναι μας. Επειδή οι λέξεις γεννιούνται μέσα στους χώρους όπου υπάρχουμε και ζούμε. Επειδή οι τόποι είναι το πιο φυσικό σκηνικό για ένα λογοτεχνικό έργο. Επειδή ο τόπος χτίζει τον λόγο κι ο λόγος γίνεται αλλιώτικα αντιληπτός μέσα από την εικόνα του τοπίου. Επειδή σε όλες τις εποχές υπήρξαν κορυφαία λογοτεχνικά έργα εμπνευσμένα από τόπους και κορυφαίοι λογοτέχνες που τους καθόρισαν οι τόποι όπου γεννήθηκαν ή έζησαν. Για όλους αυτούς τους λόγους η Παρέμβαση προχώρησε στην πραγματοποίηση μιας διήμερης δράσης τον Αύγουστο του 2022, στην οποία ακούστηκαν πολύτιμες απόψεις που μας πήγαν ένα βήμα πιο πέρα, στον «τόπο» της λογοτεχνίας, της δημιουργίας και της έμπνευσης. Τα πρακτικά αυτά εμπεριέχουν τις εισηγήσεις που συμπεριλήφθηκαν στην εκδήλωση, ενώ οι συνεντεύξεις και οι συζητήσεις είναι διαθέσιμες βιντεοσκοπημένες».

Έργο εξωφύλλου και οπισθοφύλλου: Κώστας Ντιός.