Ζωή

Καίτη Παυλή

Παφλάζει πάνω μου και γύρω μου και μέσα

Το μέγα πέλαγος

Κι εγώ κωπηλατώ στη μαύρη  Νύχτα

Να μη με καταπιεί το κύμα

Το ένα χέρι μου κουπί

Τ’ άλλο  μηνύματα -σήματα στέλνει

Τεθλασμένες γραμμές στον αέρα

Στην άλλη θάλασσα

Πλέω τώρα στο μαύρο πέλαγο της λύπης

Με το λευκό μαντήλι στο σώμα  μου επάνω

Σώμα αφημένο ελαφρύ

Τώρα μονάχη πλέω

Σαν ξύλο από ξυλοδεσιές παλιές

Που στη μεγάλη σώθηκε φωτιά

Στις άκρες του καμένο

Μονάχη αφήνομαι και πάω

Ένα κομμάτι χαρτί στο πέλαγο ταξιδεύω

Έρχομαι- φεύγω, έρχομαι -φεύγω

Τη φωνή ποιων αιώνων σηκώνω δεν ξέρω

Αφήνομαι και πάω –

Ώς το μελανό όριο ώς την άκρη

Κι απ’ την άκρη πιο πέρα

Ώσπου να δω το πέλαγο ν’ ανθίζει

Ένα μακρινό πορφυρό στον ορίζοντα.

Αλέξανδρος Δ. Μπαζούκης

Ρόδης Ρούφος Ενας συγγραφέας σε καιρούς δοκιμασίας

(Κατοχή, αντίσταση Κυπριακός αγώνας) Πρόλογος Θανάσης Βαλτινός εκδ. Επίκεντρο

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Ιουλία Καρυμπίδου: «Όσα εμπόδια και δυσκολίες κι αν βρεθούν στο ταξίδι που λέγεται “ζωή”, τίποτα δεν είναι αδύνατο»

Συνέντευξη για το βιβλίο της «Σου το υποσχέθηκα»

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση το βιβλίο της Ιουλίας Καρυμπίδου με τίτλο: «Σου το υποσχέθηκα». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, που στοιχεία της θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει και με τη δική του ζωή. Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής της ηρωίδας μεταφερόμαστε σε μία άλλη εποχή, στα ήθη και τα έθιμα μας και βιώνουμε μαζί της τον πόνο και τις αγωνίες της. Μία ιστορία που η αποτύπωσή της στο χαρτί υπήρξε «υπόσχεση» με στόχο να μείνει για πάντα στη μνήμη.

  • Ο τίτλος του βιβλίου σας, «Σου το υποσχέθηκα», μας προϊδεάζει πως επρόκειτο για έναν φόρο τιμής σε κάποιον· ποιον αφορά η υπόσχεση και τι ακριβώς σκοπεύει να εκπληρώσει;

Όντως είναι απόδοση φόρου τιμής η υπόσχεση αυτή και την είχα δώσει στον σημαντικότερο άνθρωπο που είχα πάνω στη γη. Την υπόσχεση αυτή την έδωσα στη μητέρα μου, λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Η μητέρα μου μού έλεγε πως η ζωή που έζησε έπρεπε να γίνει βιβλίο ή ταινία. Ήθελε να αποδείξει και να αποκαλύψει στον κόσμο την αλήθεια που έκρυβε για χρόνια βαθιά στη ψυχή της και να περάσει ένα μήνυμα στον κόσμο, πως όσα εμπόδια και δυσκολίες κι αν βρεθούν στο ταξίδι αυτό που λέγεται ζωή, τίποτα δεν είναι αδύνατο.

  • Η ηρωίδα σας είναι μία δυναμική γυναίκα που κατάφερε να αποτινάξει στερεότυπα της εποχής. Η γυναίκα σήμερα, πιστεύετε, ορίζει η ίδια τη μοίρα της ή είναι έρμαιο των κοινωνικών συμβάσεων;

Θα έλεγα πως αυτό εξαρτάται. Ανά τον κόσμο, κάθε χώρα, κάθε φυλή έχει τα δικά της ήθη και έθιμα. Θεωρώ πως εν έτει 2022 έχει γίνει μια μεγάλη πρόοδος ως προς την ανεξαρτησία του γυναικείου φύλου και, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η ίδια η γυναίκα ορίζει τη μοίρα της, μέχρι τα πλαίσια που είναι δυνατόν. Υπάρχει μία ελευθερία στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς της και αυτό είναι κάτι που μπορεί να το κάνει και η ίδια με όποιο τρόπο θέλει.

  • Τι μήνυμα θέλετε να περάσετε στις γυναίκες μέσα από την ιστορία της μητέρας σας;

Το μήνυμα είναι πως: «Καμία γυναίκα δεν είναι μόνη». Όπως ανέφερα και στην προηγούμενη απάντησή μου, όσα εμπόδια κι αν σταθούν στο δρόμο τους, δεν  να μην το βάζουν κάτω, γιατί, όπως λέει και ένα σοφό ρητό, » ο επιμένων νικά». Μπορεί κάποιες καταστάσεις να φαντάζουν βουνό, αλλά η θέληση και η δύναμη που κρύβει μια γυναίκα μέσα της είναι ικανά να το ανέβουν το βουνό αυτό!

  • Είναι εύκολο να γράψει κανείς για πράγματα που έχει βιώσει, και ίσως επίπονα; Τι συναισθήματα του προξενούνται, όταν τα ανακαλεί στη μνήμη του;

Σίγουρα όχι. Όταν πας να γράψεις μια ιστορία, που έχεις ζήσει και που σίγουρα αφορά επίπονες στιγμές, αναβιώνουν όλες οι αναμνήσεις ξανά στο μυαλό. Δε θα κρύψω πως μου πήρε αρκετό χρόνο να γράψω το βιβλίο αυτό, διότι κάθε φορά που έπιανα τον υπολογιστή στα χέρια μου, με έπαιρναν τα κλάματα. Πονάει πολύ το να γράψεις το τι έχεις περάσει στη ζωή σου, και δεν αναφέρομαι για μια ζωή που ήταν όλα μέλι-γάλα, αλλά για έναν Γολγοθά. Άλλωστε, αυτό φαίνεται και από το περιεχόμενο του βιβλίου.

  • Θα μπορούσατε να ξεκινήσετε μια ιστορία από το μηδέν, από τη φαντασία σας; Θα σας ενδιέφερε, λόγου χάριν, να γράψετε ένα μυθιστόρημα;

Γιατί όχι; Όταν έχεις φαντασία μπορείς να δημιουργήσεις τον δικό σου κόσμο με πρωταγωνιστές τους ήρωες που εσύ θες. Είμαι ανοιχτή σε όλες τις προτάσεις. Σίγουρα, μετά το μυθιστόρημα, θα χρειαστεί αρκετή επιμέλεια, καθώς στη γραφή μου δεν κυριαρχεί μόνο η ελληνική γλώσσα, αλλά συνυπάρχει με την ποντιακή διάλεκτο και αυτό καθιστά λίγο δύσκολο την ανάγνωση και την κατανόηση της ιστορίας, μιας και δεν είναι όλοι σε αυτή τη γη Πόντιοι…

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Γκέρχαρντ Φάλκνερ Ignatien 1 -20

(τρεῖς ἐλεγεῖες)

μτφρ. Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ

Ignatia 9

Οἱ ἄγγελοι εἶναι μοχθηροί.

Λαθρεπιβάτες τῶν οὐράνιων πομπῶν, τῆς δίνης

τῶν μικρῶν θαλάμων ποὺ ἀρμενίζουνε τροχάζοντας τὴ γλώσσα.

Ἄγγελοι ἀπὸ ἀραμίτη. Ταξιδιάρικες κόκκινες σφαῖρες.

Ψιθυριστὴ ἀγαλλίαση θροΐζουν τὰ πυρίμαχα φτερά τους.

Οἱ ἄγγελοι εἶναι καθαρὴ ἐσωτερικότητα. Τρομερὰ τρυφεροί.

Τρομεροί.

Τρυφεροὶ σὰν τὸν πόθο γυναίκας, κρατημένοι ἀπὸ ἕνα

συνδετήρα σελίδων.

Σὰν ἄνδρας νεαρός, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς στεναγμοῦ

πνέοντας κατὰ μῆκος τοῦ γιαλοῦ ποὺ ἡ ἔκτασή του

τόνε σβήνει.

Σὰν κεραία γονόπτερου (μπροστὰ στὸ ἀνοιγμένο

πορτάκι φούρνου μικροκυμάτων).

Τὰ ὀνόματα τῶν ἀγγέλων εἶναι χρώματα

Χρώματα ἀπὸ τὶς φάμπρικες φλογερῆς κάποτε πίστης

Σινιάλα στοιχείων!

Φτερούγα καὶ τίναγμα τῆς φτερούγας μεταδίδονται

χώρια.

Ἕνα τετράκις ἑκατομμύριο εἰκόνες ἡμερησίως.

Ποιό χρῶμα ἔχει ποιό χρῶμα ἔχει ποιό χρῶμα;

Κόκκινο ἢ κόκκινο; Ὁ Mark Zuckerberg ἀποφασίζει!

Οἱ ἄγγελοι εἶναι σὰν πὰνκς μὲ τρυπημένα μάτια

μπροστὰ στὶς πύλες τοῦ facebook.

Ἀκούγονται τὰ σκυλιά τους.

Εἶναι τὸ Τώρα τώρα ἄρα γε ἐντέλει μία στιγμὴ αἰώνιας διάρκειας;

Ignatia 12

Ἂν δὲν μᾶς ξεγελοῦν πιὰ τὰ Dark Pools, Dark Screens,

Dark Rooms, ἂν ἡ ἴδια ἡ Κίρκη

γίνεται βότανο ἀντίδοτο στὴ μαγεία της

ἂν τὸ γλωσσίδι στὴ ζυγαριὰ χτυπιέται

ἀποφασιστικὰ στὴ θεώρηση:

ὁ χρόνος εἶναι ἕνα παράδοξο δίδυμο, σκιὰ ἑνὸς μποξὲρ

στὸ ρὶνγκ ἀπὸ δευτερόλεπτο φωτὸς καὶ πίστα τσίρκου.

Ἂν εὐωχία, γλεντοκόπι, συμποσιασμὸς

δὲν εἶναι πιὰ σκοπὸς τοῦ ταξιδιοῦ ἀλλὰ

ἁπλὸ συμβάν, μιὰ δίχως μάζα

ἀξία ἀπό:

ἕνα δευτερόλεπτο ἀνὰ δευτερόλεπτο

νύχτα καὶ δάσος ὀρεινὸ σκοτεινιασμένο

παγετῶνες νεαρούς

στῆλες παγερὲς

καὶ κρύσταλλους κατάφωτα λειασμένους.

Ἂν ὑπερβαίνονται τὰ ὕψη

χωρὶς διασταύρωση, χωρὶς παιγνίδι ἐρωτικό

μάταιο σὰν τὸ ἀπελπισμένο μεγαλεῖο

τοῦ δύοντος ἡλίου

καὶ οἱ ἐρωτευμένοι

λένε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου:

Καλύτερα ἀπὸ θεοὺς κεραυνοβολημένοι

παρὰ ἀπὸ τὸ χάος ρημαγμένοι

ἀφοῦ δὲν εἴμαστε παρὰ τὸ

λιλιπούτιο δράμα στὶς ἀεικίνητες δυνάμεις

τῶν μεταφορῶν.

Καὶ μία ἐπισήμανση παρεμπιπτόντως:

Δὲν μπορεῖς ἀπερίφραστα νὰ μιλᾶς γιὰ τὸν Ἅμλετ

καὶ νὰ μὴν ἔχεις στὸν νοῦ σου τὸν πρίγκηπα τῆς Δανιμαρκίας

Ignatia13

Ταχτοποίησε τὸ ξῦλο.

Ταχτοποίησε τὸ ξῦλο καὶ τὸν ἀριθμό.

Μάζεψε τὸ σεντόνι σου

καὶ ἀέρισε τὸ δωμάτιο.

Εἴμαστε ἀκόμη σὲ καλὸ σημεῖο!

Ὁ ἀνώτατος ἀριθμὸς εἶναι ὁ χρόνος.

Τὸν στολίζουμε μὲ τὸ θραῦσμα τοῦ ξύλου.

Τὸ κρεβάτι μας εἶν’ ἕνα θραῦσμα τοῦ ξύλου.

Ἐγγύηση ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει καμία. Γιὰ τίποτε.

Ἀκόμη καὶ ἡ διαίρεση διὰ τοῦ μηδενὸς

ὑπόκειται στὶς διακυμάνσεις τῆς ἡμέρας.

Μοιρασμένος ἐγὼ διὰ τοῦ μηδενός

αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινὴ ἀγοραστική μου ἀξία.

Ταχτοποίησε τὸ ξῦλο.

Τὸ ξῦλο εἶναι ἡ περιοχή, τὴν ὁποία ἡ γλώσσα

τοῦ χρόνου βροντᾶ στὸ τραπέζι.

Ξῦλο καὶ χρόνος.

Δείχνουνε τὸ σκαθάρι, τὸ χόρτο καὶ τὴ φλαμουριά.

Οἱ διάδρομοι κενταύριου τῆς ἀπόλυτης γαλήνης.

Βραδιὲς γεμάτες νεκρικὴ σιγή.

Ἡ νυσταλέα θραύση τῶν κυμάτων.

Παίζονται ὅλα ὣς τὸ τέλος. Τὴν ἴδια στιγμή.

Μέχρι νὰ κενωθεῖ στὴ θάλασσα ἡ ψυχή.

Σὲ κίνηση ἀργή.

Μέχρι ἐπιτέλους πάνω στὸ δεκάμετρο

τὸ ἐλάχιστο Ἐγὼ νὰ  φανερώσει τὴν ψυχή του

καὶ νὰ ἑτοιμαστεῖ γιὰ τὴ βουτιὰ μὲ τὸ κεφάλι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ignatien εἶναι ὁ τίτλος δίγλωσσης ποιητικῆς συλλογῆς τοῦ Gerhard Falkner, ποὺ κυκλοφόρησε ἀπὸ τὸν ἀνεξάρτητο ἐκδοτικὸ οἶκο Fürth, στὴν Γερμανία, τὸ 2014. Ἀπαρτίζεται ἀπὸ εἴκοσι ποιήματα-ἐλεγεῖες γραμμένα στὰ γερμανικὰ καὶ μεταφρασμένα ταυτόχρονα στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὴν Anne Cotten.

Ὁ Γκέρχαρντ Φάλκνερ γεννήθηκε στὸ Σβάμπαχ (Schwabach) τῆς Γερμανίας τὸ 1951. Τὴ δεκαετία τοῦ ’70 πειραματίστηκε σὲ μιὰ νέα ποιητικὴ γλώσσα, ὅπως εἶχε ζητήσει ὁ μοντερνισμὸς νὰ ἐκφραστεῖ μέσα ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Σημειωτικῆς καὶ τοῦ Στρουκτουραλισμοῦ. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ‘80 κυκλοφόρησε τὸν ποιητικὸ τόμο so beginnen am körper die tage (ἔτσι ἀρχίζουν στὸ σῶμα οἱ μέρες), κάνοντας ἀμέσως γνωστὸ τὸν ποιητικό του λόγο. Σημαντικοὶ τίτλοι ἀνάμεσα στὶς πολλὲς συλλογὲς ποὺ ἀκολούθησαν: X-te Person Einzahl (1996), Endogene Gedichte (2000), Gegensprechstadt–ground zero (Πόλη ἀμφίδρομης ἐπικοινωνίας-σημεῖο μηδέν, 2005), Hölderlin Reparatur (Ἐπισκευάζοντας τὸν Χαίλντερλιν, 2008), Pergamon Poems (2012). Ὁ Φάλκνερ ταξιδεύει, ἀνθολογεῖ (Budapester Szenen. Jüngste Lyrik aus Ungarn, 1999) καὶ μεταφράζει ποιητές (W.B. Yeats, J. Ashbery), ἐπιμελεῖται ἐκδόσεις, δημοσιεύει ποίηση, γράφει ἔργα πρόζας καὶ θεατρικὰ ἔργα κερδίζοντας ὑποτροφίες καὶ βραβεῖα: Schiller-Preis, 2004, Kranichsteiner Literaturpreis, 2008, Peter Kuchel-Preis, 2009, μεταξὺ πολ- λῶν ἄλλων. Μὲ διάθεση οἰκουμενικὴ ἔχει ζήσει σὲ πολλὲς πόλεις, στὸ Λονδῖνο, τὴν Νέα Ὑόρκη, τὸ Μεξικό, τὸ Ἄμστερνταμ, τὴν Ρώμη. Σήμερα ζεῖ στὸ Βερολῖνο καὶ τὴν Βαυαρία.

Ὁ πλήρης τίτλος τῆς παρούσας συλλογῆς εἶναι Ignatien. Elegien am Rande des Nervenzusammenbruchs (Ignatien. Ἐλεγεῖες στὰ ὅρια τῆς νευρικῆς κατάρρευσης). Ὁ τίτλος ἀναφέρεται στὸ ὁμοιοπαθητικὸ φάρμακο Ignatia ποὺ παρασκευάζεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ φυτοῦ Strychnos Ignatia, γνωστοῦ ἐπίσης ὡς St Ignatius bean, ποὺ περιέχει στρυχνίνη καὶ ἐπηρεάζει τὸ νευρικὸ σύστημα. Ἡ χρήση του συνδέεται μὲ συναισθηματικὲς διαταραχές.

Ὁ πρῶτος στίχος τῆς 9ης ἐλεγείας, «Οἱ ἄγγελοι εἶναι μοχθηροί», ὑπαινίσσεται τὸν στίχο τοῦ Ρίλκε «Κάθε ἄγγελος εἶναι τρομερὸς» («Ein jeder Engel ist schrecklich») στὴν 1η ἀπὸ τὶς Ἐλεγεῖες τοῦ Ντουΐνο (Duineser Elegien, 1922). Εἶναι, γενικότερα, προφανὴς ἡ πρόθεση τοῦ Φάλκνερ νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν παρακαταθήκη τοῦ Ρίλκε καὶ νὰ φέρει τὶς Ἐλεγεῖες ἐκείνου ἀπὸ τὸ χάος τοῦ Πρώτου Πολέμου στὴ σύγχρονη νεύρωση καὶ γενικευμένη ὑστερία τῶν τεχνολογικῶν ἐφαρμογῶν («Οἱ ἄγγελοι εἶναι σὰν πὰνκς μὲ τρυπημένα μάτια / μπροστὰ στὶς πύλες τοῦ facebook»).

Ὁ Mark Zuckerberg, στὴν 9η ἐπίσης ἐλεγεία, εἶναι ὁ συνδημιουργὸς/-επινοητὴς τοῦ facebook, τοῦ μεγαλύτερου παγκοσμίως δικτυακοῦ τόπου.

Ποιήματα παθολογικῆς σχεδὸν ἐπιτάχυνσης τῶν ἀναπνοῶν, σὰν τὶς ταχύτατα ἐναλλασσόμενες τηλεοπτικὲς εἰκόνες («Ἕνα τετράκις ἑκατομμύριο εἰκόνες ἡμερησίως»). Γραφὴ ἑρμητική, συνειρμική, ποὺ διαλέγεται μὲ τὸν τρόπο της μὲ τοὺς μεγάλους Γερμανοὺς Μυστικοὺς ποιητές. Ἂν δὲν τὴν κατανοοῦμε εὔκολα, εἶναι ἐπειδή, ὅπως ἔγραψε ὁ Σεφέρης, ἔχουμε μάθει «νὰ διαβάζουμε μὲ τὰ μάτια».

4, Ἰανουαρίου 2022

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Φωτογραφίες του πολέμου

Ελένη Κοφτερού

Σ’  ένα μόνο στιγμιότυπο διακρίνουμε

γυαλιστερό το αίμα στο πλακόστρωτο

και την αδράνεια του μεσημεριού διαμελισμένη.

Η αποφορά του αίματος

το βλέμμα αποστρέφει

πριν να προφτάσουμε να δούμε

τη  μοναξιά του άντρα

και μιας  γυναίκας τη βιαστική φιγούρα.

Τρέχει στο σπίτι για να μαγειρέψει ή να τηλεφωνήσει στα παιδιά της.

Ίσως πάλι τα σκυλιά της πηγαίνει να ταΐσει.

Δε θα το μάθουμε ποτέ.

Όσο για τις καρέκλες, την άδεια κληματαριά και τις ρωγμές

της μάντρας

για πάντα στο περιθώριο θα βρίσκονται.

Μονάχα  το πολύχρωμο όνειρο της  πεθαμένης γάτας

Ίσως γίνει κάποτε  το πυροτέχνημα

για τούτο εδώ  το ποίημα

το ασπρόμαυρο.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Το αλλόκοτο άλογο – Η στέρνα της λύπης

Χρήστος Μαυρής

Το αλλόκοτο άλογο

Ηλιόλουστη με γυάλινο φως

ορθώνεται η μέρα κάτω στους πέντε ποταμούς.

Ο κάμπος κλεισμένος από σφικταγκαλιασμένα βουνά

με την τρυφερή χλόη και τις κόκκινες παπαρούνες  να

υφαίνουν ένα απέραντο φόρεμα στο δέρμα του.

Μόνο το κελάηδημα ακούγεται των πουλιών

(άραγες λαλούν οι πέρδικες, λαλούνε τ’ αηδόνια;)

τα βελάσματα μικρών αρνιών που λοξοδρόμησαν,

το γάργαρο νερό που κατέρχεται από τα ρυάκια

και οι οπλές ενός γεροδεμένου άσπρου αλόγου

που διασχίζει με γοργούς καλπασμούς τον κάμπο.

Κατά τα λιοβουττήματα που βγαίνουν οι άγγελοι

πιάνει την άσπρη στράτα που βγάζει στην κορφή του λόφου

και πεζεύει έξω από το κάτασπρο, το καταργημένο ξωκλήσι.

Έχουν να λένε πως είναι το νυχτομαθημένο άλογο

του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου

του επονομαζόμενου και Δρακοκτόνου

που κατεβαίνει από την επίχρυση εικόνα Του

τις φεγγαρόφωτες νύχτες

και τριγυρνάει στις αυλές των απεγνωσμένων

για να βρει και να μεταφέρει στα χρυσοκάπουλά του

την πανέμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα.

28.2.2018 – 6.2.201

Η στέρνα της λύπης

Ήταν ηλιόχαρες οι μέρες

όταν ανάτελλαν απάνω στην προαιώνια γη μας

και την πλημμύριζαν με άχρονο φως!

Μία αδιόρατη στέρνα ήταν η πλάση

εδραιωμένη στο πλατύ χαμόγελο του Θεου

για να μαζεύει μέσα της όλο το φως.

Γαλάζια πουλιά κατέβαιναν και λούζονταν

στο χρυσαφένιο φως της τεράστιας στέρνας.

Κατέβαινε και ο μέγας Ήλιος και ξέπλενε

το ματωμένο πρόσωπό του για να λάμψει,

κ’ οι άνθρωποι έκοβαν τρυφερά κλωνάρια φως

για τ’ αυριανά ιερά φωτοστέφανά τους,

όταν μία κρύα, μυστική και δίκοπη μέρα‒

που σερνόταν σαν μαύρη γάτα χωρίς πόδια

στις χορταριασμένες αυλές μας

εχθροί και φίλοι είδαν τρομαγμένοι

ν’ αστράφτει και να σείεται απάνω από τη στέρνα

το κοφτερό σπαθί ενός διάτορου αγγέλου,

τον φόβο να πλαταίνει στα μάτια των αλόγων,

τα οιωνοφόρα πουλιά να φεύγουν πανικόβλητα

και άλαλα σ’ άλλους ασάλευτους ουρανούς,

τον μακελεμένο Ήλιο να σπαρταράει

σαν αγρίμι παγιδευμένο σ’ ένα αιμάτινο δίχτυ

και την καρδιά μας όπως σπασμένη λήκυθος

ν΄ αδειάζει από ζεστό αίμα και κρύο νερό.

Ύστερα η στέρνα γέμισε με βαριά λύπη.

Έγινε ένας συμπαγής αμετακίνητος ογκόλιθος

που ριζοβόλησε απάνω στο ετοιμόρροπο στήθος μας!

2000 – 25.12.2018

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Επιτάφιοι των Αφανών»

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Πικρός καφές

Χρήστος Χαρτοματσίδης

«Έτσι πίναμε τον καφέ στην φυλακή!» γρύλιζε με την βραχνή φωνή του ο Αράπης, ο Αιμίλιος δηλαδή. Έβαζε μια κουταλιά της σούπας νες καφέ σε βαζάκι από κομπόστα. Το βίδωνε κι ανακινούσε. Μετά έκοβε επιδεικτικά το φίλτρο του τσιγάρου. Τράβαγε με μεράκι για να ξεφυσήσει με πολύ ντέρτι και καημό:  «Ε, ρε πουτάνα κοινωνία!»

Τον χάζευαν με δέος. Ήταν ο μοναδικός στην παρέα με καταγωγή από την Ελλάδα, από τον Πειραιά! Και με ιστορικό φυλακής!!! Βέβαια, είχε εκτίσει όλο κι όλο μόνο μια βδομάδα. Δεν είχε παρουσιαστή στον στρατό και τον θεωρούσαν λιποτάχτη. Δικάστηκε και μέχρι να πληρώσει το πρόστιμο τον κράτησαν στις στρατιωτικές φυλακές. Για τις λιγοστές αυτές μέρες κατάφερε να κάνει στο μπράτσο του εντυπωσιακό τατουάζ – γυμνή γυναίκα με ανοιχτά τα πόδια. Από το αιδοίο της έβγαινε φίδι με διχαλωτή γλώσσα. «Όλα τα δεινά από το μουνί προέρχονται!» έλεγε διδακτικά ο Αράπης και κουνούσε το κεφάλι. Τραγουδούσε στο εστιατόριο «Πανόραμα», στο βουνό Βίτοσα, πάνω από τη Σόφια. Η πρόσβαση στο κέντρο ήταν δύσκολη μόνο με ταξί ή αμάξι, γι’ αυτό είχε γίνει «κρυφό καταφύγιο» των πλουσίων της εποχής – της κομματικής νομενκλατούρας δηλαδή. Ο Αιμίλιος πάντα κομψά ντυμένος, με ρούχα από την Ελλάδα ήταν η πρώτη φίρμα του μαγαζιού. Αν και με γαμψή μύτη και σακούλες κάτω από τα μάτια, κέρδιζε τις καρδιές των γυναικών. Μελαμψός, γι’ αυτό κι Αράπης, ήταν συνήθως σκυθρωπός – μάλλον μαχμουρλής. Με τη μεσογειακή εμφάνισή του ξεχώριζε από μακριά. Με βλέμμα να στραφταλίζει και κρεμαστό μουστάκι μίλαγε με χοντρή ελληνική προφορά, που όλα τα ch και sh τα απέδιδε σαν «τσ» και «σς».

«Αράπη θα μου δείξεις το τατουάζ σου!» τον προκαλούσε ναζιάρικα η Σίλβα, η σερβιτόρα.

«Εσένα κάτι άλλο θα σου δείξω!» γελούσε πονηρά ο Αστέριος.

«Ου να χαθείς, βρωμιάρη!» θύμωνε τάχα η Σιλβα και τον βάραγε δυνατά.

«Μου ‘σπασες τον ώμο μωρή!» άπλωνε την χερούκλα του για να της πιάσει τον κώλο, μα η σερβιτόρα χαχανίζοντας ξεγλιστρούσε.

Εκείνη την βραδιά η κοπέλα δεν είχε κέφια.

«Τι έχει πάθει το μωρό μου!».

«Άσε με!» του απάντησε μουτρωμένη.

Απτόητος ο Αράπης της έπιασε το χέρι. Την τράβηξε κοντά του και την έβαλε να καθίσει στα γόνατά του.

«Θα μας δει ο σύντροφος διευθυντής!»

«Βρε δεν ‘πα να γαμηθεί ο σύντροφος!»

«Σσς! Θα μας ακούσει!»

«Για πες τι σε βασανίζει;», μα η Σίλβα πεισματικά δεν απαντούσε.

«Τρέχει κάτι μωρό μου;» ο Αιμίλιος της χάιδεψε τα μαλλιά με την τραχιά παλάμη του. Το πιγούνι της σερβιτόρας άρχισε να τρεμοπαίζει. Βούρκωσε. Σηκώθηκε απότομα προσπαθώντας να ξεφύγει. «Δεν σε αφήνω αν δεν μου πεις τι τρέχει!»

«Εδώ κι έναν μήνα έχω καθυστέρηση… Χθες έκανα τεστ στον βάτραχο…» (Και πρέπει να εξηγήσουμε για τους ανίδεους αναγνώστες πως στη δεκαετία του ‘70 μοναδική μέθοδος διάγνωσης εγκυμοσύνης ήταν το τεστ βατράχου. Σε αρσενικό βάτραχο κάνανε ένεση με ούρα της γυναίκας κι αν αυτή ήταν έγκυος, οι ορμόνες τον διέγειραν και προσπαθούσε να αγκαλιάσει μια θηλυκή βατραχίνα.)

«Δηλαδή είσαι γκαστρωμένη;» ο Αιμίλιος πια μειδιούσε.

«Είμαι έγκυος! Σε ενδιαφέρουσα! Όχι γκαστρωμένη!» τόνισε η σερβιτόρα και προσπάθησε να απομακρυνθεί με αξιοπρέπεια.

«Όχι! Δε σ’ αφήνω!» πείσμωσε τώρα ο Αράπης. «Αν είσαι έγκυος, το καθήκον μου σαν άντρας είναι να σε αποκαταστήσω!» της είπε με στόμφο.

«Βρε, με κοροϊδεύεις! Αφού είσαι παντρεμένος και η γυναίκα σου είναι κι αυτή έγκυος!»

«Τότε θα πρέπει να την χωρίσω για να πάρω εσένα!»

«Κάθομαι και σε ακούω! Αλήτη!» Η μικροκαμωμένη Σίλβα άρχισε να βαράει με δύναμη τον τραγουδιστή ενώ αυτός έσκαγε στα γέλια! «Τι γελάς, ρε! Τι γελάς! Επειδή η γυναίκα σου είναι κόρη υπουργού! Σαν να μην την ξέραμε τι τσόκαρο ήταν. Όλους τους είχε πηδήξει!»

«Πρόσεξε πως μιλάς για την μητέρα του παιδιού μου!»

«Ακόμα δεν το γέννησε το παιδί σου! Κι ό,τι θέλω θα λέω! Κανείς δεν θα με σταματήσει!»

«Μπορεί να βρεθείς κάπου… μακριά»

«Α, είσαι και ρουφιάνος, δηλαδή! Εμ τι περίμενα! Οι σωστοί την κοπανάνε για την Δύση, εσύ μας κουβαλήθηκες εδώ! Να σε σπουδάσει ο πατέρας σου, το κομματόσκυλο!»

Ήταν αλήθεια. Ο Αράπης είχε βρεθεί στη Βουλγαρία λίγο πριν το πραξικόπημα της Χούντας. Ο πατέρας του ήταν από την Καθοδήγηση των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Παλιό στέλεχος της Αντίστασης, με τον Εμφύλιο είχε βγει στο βουνό. Ο Αιμίλιος με την μητέρα του είχαν περάσει δυσκολίες και διωγμούς. Εκεί, στον Πειραιά, ο μικρός Αράπης είχε μάθει τα πρώτα του γράμματα και τις μαγκιές. Φυσικά μπροστά του δεν άνοιγε καμία προοπτική για σπουδές. Ο πατέρας του, όμως τους έφερε στη Βουλγαρία. Χωρίς να ξέρει καλά, καλά τη γλώσσα, κατάφερε να τον γράψει στη Νομική!!! Μα, ο νεαρός δεν είχε και καμία διάθεση για διαβάσματα. Προτιμούσε να λέει ελληνικά τραγούδια στο «Πανόραμα». Με την εξωτική εμφάνιση του και ταπεραμέντο, είχε ξετρελάνει τις συμφοιτήτριές του. Πρώτη και καλύτερη η Μάγια – κόρη υπουργού…

Εκείνο το βράδυ η σερβιτόρα έφυγε κλαμένη. Πίσω της ηχούσε το γέλιο του Αράπη:

«Εγώ πάντως σου πρότεινα να σε παντρευτώ!»

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Η συμβολή των οδών

Χ ρ ι σ τ ί ν α  Κ α ρ α ν τ ώ ν η

Ανεκτίμητη παραμένει ακόμη

η συμβολή των οδών

στων στιγμών το πάγωμα

την απόψυξη

την αποκομιδή αυτόματη

στων απεσταγμένων την παροχέτευση

πλεοναζόντων υδάτων

στων δένδρων την κοπή εν ονόματι

της διαπλάτυνσης κάποιων Ανοίξεων

έως οροφής συμπυκνωμένων έξι

παρά κάτι ουρανών

φωτ. Χριστίνας Καραντώνη

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Σύνοψη και υπέρβαση με τον αφηγηματικό τρόπο της μεταμυθοπλασίας

Μάκης Καραγιάννης

Ένα πρωτότυπο εγχείρημα, το οποίο συμπεριλαμβάνει σε ένα σώμα παλαιότερα διηγήματα και μυθιστορήματα μαζί με έναν γενικότερο αναστοχασμό για την τέχνη, αποτελεί η «Παγίδα», το τελευταίο βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου.

Οι δύο κόσμοι της γραφής και του συγγραφέα, τα λογοτεχνικά κείμενά του και η ζωή με τα πραγματικά βιώματα που αποτέλεσαν την πρώτη τους ύλη, τα οποία μέχρι τώρα αντιμετωπίζονταν ως ξένα πεδία μεταξύ τους, συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο σύμπαν. Τα κείμενα και η ερμηνεία τους, το παιχνίδι της γραφής, η βάσανος του συγγραφέα φωτίζονται αντικριστά και συνυπάρχουν σε ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα μεταμυθοπλασίας, όπου η λογοτεχνία αναζητά τα όριά της και αναζητά καινούργιο τρόπο να μιλήσει.

Στην ελληνική λογοτεχνία υπάρχουν αρκετά μυθιστορήματα με στοιχεία μεταμοντερνισμού -όπως η αυτοαναφορικότητα, η αμφισβήτηση του γνωστικού υποκειμένου, η αντίληψη ότι η αφήγηση είναι μια κατασκευή, το παιχνίδι των μορφών και η μίξη των ειδών, η κατάργηση της διάκρισης υψηλού και χαμηλού, οι αντικατοπτρισμοί και οι προσομοιώσεις-, τα οποία συνυπάρχουν με άλλα χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να δίνουν τη σφραγίδα τους στο έργο. Ωστόσο, είναι λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες κάποια έργα εντάσσονται προγραμματικά και ολοκληρωμένα στη μεταμοντέρνα συνθήκη, όπως το «Εμφύλιο σώμα» του Κ. Βούλγαρη, «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» όπως δηλώνεται στον υπότιτλο, ή τα έργα του Δημήτρη Καλοκύρη για να αναφέρω ενδεικτικά.

Στην «Παγίδα» παρακολουθούμε μαζί με την αναδιήγηση, το ανασκάλεμα των παλιών ιστοριών και την αναζήτηση της εξέλιξής τους στην πραγματική ζωή. Ο συγγραφέας ομολογεί την προσωπική του εμπλοκή σε κάθε μια ψάχνοντας τις καταστάσεις που αποτέλεσαν την αφορμή τους. Μεταφηγείται τις παλιές ιστορίες αναχωνεύοντας το υλικό τους με τη μνήμη των γεγονότων, δόλιες ερμηνείες και την αλήθεια της φαντασίας δίνοντάς τους νέα υπόσταση και την καινούρια μορφή της μεταμυθοπλασίας. Γίνεται εν τέλει και ο ίδιος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, ο μεγάλος αφηγητής και ο πραγματικός πρωταγωνιστής.

Μέσα από την αυτοανάλυση ομολογείται η προσωπική συγγραφική ηθική να επιλέγει, δηλαδή, την πλευρά του θύτη και όχι του θύματος. Να χρησιμοποιεί χαρακτήρες που υπερβαίνουν το μέτρο, κατέχονται από το πάθος, τον ακραίο υποκειμενισμό και αξιώνουν να κυριαρχήσει η προσωπική τους αλήθεια.

Ωστόσο, η αυτοσυνειδησία του έργου τέχνης, όχι με την απλή αυτοαναφορικότητα η οποία ήταν στοιχείο και του μοντερνισμού, αλλά η μετά αφήγηση σε όλη την έκταση του κειμένου, που αντιστρέφει την επιφάνεια και επιδεικνύει τη φόδρα ή τις ραφές της και ομολογεί κατασκευή της είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Η συγγραφική εμπλοκή δεν περιορίζεται μόνο στην ανάδειξη της κατασκευασιμότητας του κειμένου, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει τα κίνητρά της. Αναζητά την αιτία που η λογοτεχνία, σα θηλιά στο λαιμό, σέρνει εφ’ όρου ζωής τον συγγραφέα στο μαγκανοπήγαδο της γραφής δημιουργώντας μία άλλη πραγματικότητα και την υποκειμενική του αλήθεια, πέφτει στη δική του παγίδα και γίνεται αιχμάλωτος των ιστοριών του στο διηνεκές. Επιδιώκει, εντέλει, την εξιλέωση του συγγραφέα μέσω της γραφής.

Σημαντική παράμετρο της μεταμυθοπλασίας αποτελεί και η έμφαση στην αναγνωστική διαδικασία ως παραγωγό νοήματος. Και μπορεί μεν να χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την μεταμοντέρνα λογοτεχνία, αφού οι ρεαλιστικές αφηγηματικές συμβάσεις την παρέκαμψαν, ωστόσο ηχούν ακόμα στη αναγνωστική μας συνείδηση οι επικλήσεις και οι διάλογοι του Ροΐδη στην «Πάπισσα Ιωάννα», από το πρώτο ημίχρονο του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Κούντερα : «Ταύτα σοι είπον, αναγνώστα, ίνα σε πείσω περί της ορθοδοξίας μου· ήδη δε επανέρχομαι εις τους ήρωάς μου».

Στην «Παγίδα» παρατηρούμε την ανάδειξη του αναγνώστη ως πρόσωπο που αξιώνει ρόλο στην ερμηνεία και την ανάδειξη του νοήματος. Ο Μήτσου, μάλιστα, προσπερνά απαξιωτικά τον βιαστικό και άρπαγα καταναλωτή αναγνώστη που έχει ως στόχο το κέρδος για το χρόνο που έχασε και αναδεικνύει τον προσδοκώμενο αναγνώστη που παραδίνεται σαν ερωτευμένος στην ιστορία, επιβιβάζεται στο ταξίδι της με τον συγγραφέα και την κυβερνούν μαζί στη θάλασσα του μυθοπλαστικού κόσμου. Ο μυημένος αναγνώστης θα παραλάβει τη σκυτάλη από τον συγγραφέα, θα κάνει δική του την ιστορία, θα διακρίνει διαφορετικές ερμηνείες, εκδοχές και προοπτικές ως ιδεατός και ιδανικός συνομιλητής και συμπαραγωγός του νοήματος.

Παρατηρούμε, επίσης, ότι η αφήγηση ανοίγεται πέραν της μυθοπλασίας και στον πραγματικό κόσμο, ενσωματώνοντας την κατά καιρούς κριτική υποδοχή των βιβλίων του γιατί νοιάζεται και να ανησυχεί για την τύχη τους στα ξένα χέρια. Έτσι, η «Παγίδα» αναδεικνύεται τελικά σε μια σύνοψη του συνολικού έργου του Ανδρέα Μήτσου και ταυτόχρονα μια αισθητική υπέρβαση των έως τώρα επιλογών του που καταργεί τα φράγματα και μεταστοιχειώνει σε ποίηση το υλικό της τέχνης και της ζωής.

Η ετικέτα του μεταμοντέρνου, όπως και κάθε αισθητικό ρεύμα, δεν χορηγεί αυτομάτως πιστοποιητικά ποιότητας. Η «Παγίδα» είναι σημαντική γιατί κατορθώνει, δοκιμάζοντας τολμηρές ελευθερίες σε ένα παιχνίδι των μορφών, να διατηρεί την αναγνωστική και διανοητική απόλαυση. Κι αυτό είναι, ίσως, που τη δικαιώνει.

Στο μυθιστόρημά του η αφήγηση της αφήγησης αναζητά την επίγνωσή της, ο αναστοχασμός διαρρηγνύει τα όριά της. Κι ίσως όλα αυτά δεν είναι παρά η ομολογία της γραφής για την αδυναμία της να κυκλώσει αποτελεσματικά και εφ’ άπαξ τον πραγματικό κόσμο των βιωμάτων, να τον εκλογικεύσει, να τον αποδώσει κρυστάλλινα στο χαρτί, αρκούμενη μόνο στο φευγαλέο του είδωλο και σε τρυφερές εκδοχές. «Θα μπορούσαμε», όπως γράφει ο Andrew Crumey, «να δούμε τη γλώσσα σαν μια παγίδα που στήνουμε με την ελπίδα να συλλάβουμε κάτι που, ωστόσο, πάντα θα μας ξεφεύγει».

Ποιος κρύβεται, όμως, πίσω από το αθώο συγγραφικό «εγώ» που εμφανίζεται στο κείμενο του βιβλίου; Είναι ο συγγραφέας όπως δηλώνεται στο εξώφυλλο, με τον οποίο έχει προφανή και πάμπολλα χαρακτηριστικά ή πάλι μια συγγραφική persona κατασκευασμένη με τα υλικά του; Ένας συγγραφέας που μιμείται τον συγγραφέα και χρησιμοποιεί τις ίδιες δολοπλοκίες και τεχνάσματα για την παραποίηση της αλήθειας; Ίσως αυτή να είναι η τελευταία «παγίδα» του Ανδρέα Μήτσου.

Μανόλης Ξεξακης Το βαλς των σκιών

(Το Θέατρο της οικουμένης τ.Β) εκδ. Ιανός Γιώργος Βέης  Για την ποιητική γραφή δοκιμίων σύνοψις

ύψιλον/ βιβλία

Αγγελική Σιδηρά Ποιήματα 1983-2021 (επιλογή) εκδ. Κέδρος

Δημήτρης Νόλλας  Ματούλα Μυλλέρου Πάροικος και παρεπίδημος νουβέλα εκδ. Ικαρος

«Η “Παγίδα” με βοήθησε να ξεδιαλύνω την αχλύ που σκεπάζει τον εαυτό μου, να συμφιλιωθώ μαζί του»

Ανδρέας Μήτσου

συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Ο πολύγραφος και πολυβραβευμένος συγγραφέας, Ανδρέας Μήτσου, μιλάει στην Παρέμβαση για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Η Παγίδα – βίωμα και γραφή» (εκδ. Καστανιώτη) κάνοντας μια ανασκόπηση της έως τώρα λογοτεχνικής πορείας του, αναλύοντας πτυχές της σύνθεσής της και σχολιάζοντας διαχρονικά θέματα που αφορούν τη λογοτεχνία.

Η «απόσειση της πραγματικότητας», η μνήμη, η φαντασία, το αλλόκοτο αποτελούν λέξεις-κλειδιά του συγγραφικού σας έργου· καταφέρατε με την «Παγίδα», το τελευταίο σας μυθιστόρημα, να φτάσετε στην «παρηγορητική λήθη του είναι»;

Για έναν συγκεκριμένο χρόνο επέρχεται, αν ποτέ επέρχεται, ετούτη η λήθη, και η συνακόλουθη παρηγορία κρατάει λίγο. Ό,τι πασχίζουμε να φτάσουμε, να προσεγγίσουμε, τον εαυτό, αλλά ταυτόχρονα και να αποφύγουμε, ει δυνατόν, τη συνάντηση μαζί του. Η λογοτεχνία συμπράττει δόλια, σ’ αυτό το αδιέξοδο κρυφτούλι, το παρωδιακό παίγνιο. «Η Παγίδα», με βοήθησε, θέλω να πιστεύω, να διακρίνω το δικό μου ρόλο, να ξεδιαλύνω κάπως την αχλύ που σκεπάζει τον εαυτό μου, να συμφιλιωθώ, όσο γίνεται, μαζί του.

«Ο  φόβος  με  συνοδεύει  αδιάλειπτα»  έχετε  αναφέρει,  ενώ  στην «Παγίδα» σημειώνετε πως ως « Ο φόβος της έκρηξης 1, 2,….» θα έπρεπε να τιτλοφορείται καθένα από τα βιβλία σας· σε τι μεταφράζεται ο φόβος για τον δημιουργό; Ποιον θα ευεργετούσε η «έκρηξη»;

Στην πιθανότητα να διακρίνει απροσδόκητα θαμμένες ενοχές, τις ανομολόγητες αμαρτίες του. Να συνειδητοποιήσει την ατελέσφορη, πλέον, πορεία της ζωής του. Αυτή η ανυπόκριτη συνάντηση του εαυτού, δεν αντέχεται. Παίρνει φωτιά τότε ο άνθρωπος, αναφλέγεται και εκρήγνυται. Οπότε το παιχνίδι αλήθειας-ψεύδους δεν είναι παρά ένα τρεμάμενο περπάτημα πάνω σε ναρκοπέδιο, μια επισφαλής εξισορρόπηση, με το ξαφνικό να καιροφυλακτεί. Ποιόν θα «ευεργετούσε» μια τέτοια έκρηξη; Μόνο τη χαιρέκακη πραγματικότητα, που θα «έπαιρνε το χάκι της», την εκδίκησή της. Άλλωστε, μ’ αυτήν αντιπαλεύει αδιάλειπτα η κάθε καλλιτεχνική ύπαρξη.

«Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό», το πρώτο και τελευταίο σας έργο, με κάποιο πολιτικό υπόβαθρο· μετανιώσατε που και το υπόλοιπο  έργο  σας  δεν  υπήρξε  διαποτισμένο  από  την  πολιτική  συγκυρία, εκφράζοντας πολιτικές πεποιθήσεις;

«Ο άνθρωπος είναι το ύφος του», παραφράζω τον Μπουφόν. Το ύφος, από μόνο του, συνιστά πολιτική έκφραση. Αντιθέτως, η απροκάλυπτη δήλωση πολιτικών ιδεών και απόψεων σ’ ένα έργο, εγκρύπτει σκοπιμότητα, ενέχει εξωλογοτεχνικές προθέσεις, διάθεση ποδηγέτησης του αναγνώστη, απευθύνεται μάλιστα συνειδητά σε όσους έχουν ήδη εγκαθιδρυμένες θέσεις και βεβαιότητες και αυτές κολακεύει ο πολιτικός συγγραφέας. Αντιθέτως, η τέχνη είναι που δημιουργεί, που συγκροτεί και διαμορφώνει, την όποια ταυτότητα, με όρους πάντα αισθητικούς. Ο καλλιτέχνης δεν καθοδηγεί, ούτε του έχει εκχωρηθεί κανένα τέτοιο δικαίω- μα. Αυτός αναπαριστά, απλώς, όσο πιο γνήσια και ταπεινά μπορεί, την περιπέτειά του και ακολουθείται μόνον από όσους τον συμπονούν, από εκείνους που συγκινούνται και συμπάσχουν στην «έκθεσή» του, από όσους δύνανται να συμπλέουν μαζί του, κατοικούν στο δικό του αισθητικό τόπο. Η εξομολόγηση της περιπέτειάς του συνιστά, αφ’ εαυτής, πολιτική πράξη, η οποία είναι ανατρεπτική-πολιτική, καθώς και η ίδια η φύση της τέχνης, που υποσκάπτει τις βεβαιότητες και αναδεικνύει νέες αλήθειες, έναν καινούργιο κόσμο για τον καθένα. Η πολιτική στάση του συγγραφέα δεν πρέπει να συσχετίζεται με το έργο του.

«Ο μοχθηρός δάσκαλος» θέλοντας να σας αποκόψει από τις «κακές συναναστροφές» προέτρεψε τον πατέρα σας να κάψει βιβλία που διαβάζατε ως παιδί και με κόπο είχατε συλλέξει· νιώθετε ότι τώρα τον έχετε διαψεύσει περίτρανα;

Δεν ξέρω τι να σας απαντήσω. Πού βρίσκεται, δηλαδή, η πραγματική ζωή και πως αυτή βιώνεται καλύτερα. Την άγνοιά μου καταθέτω με το συγκεκριμένο διήγημα. Δεν επιθυμούσε, ο καθηγητής εκείνος, «ο μοχθηρός δάσκαλος», να πεινάσω και να αιθεροβατώ, πίστευε πως με προστάτευε από το κακό, καίγοντας τα λογοτεχνικά βιβλία. Με ήθελε παρόντα στην «υπαρκτή», στην κοινή πραγματικότητα, στοχεύοντας στην επιβίωσή μου. Όμως, κρίμα κι άδικο δεν είναι, να θέτουμε ως απόλυτο στόχο μιας ζωής, την επιβίωση, τη φθηνή, τη χύμα ζωή; Να ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τη δεδομένη πραγματικότητα; «Περίτρανα», σίγουρα πάντως, δεν τον έχω διαψεύσει. Λύπη νιώθω για εκείνον, μα και για μένα τον ίδιο, που όσο νομίζω πως αναγελώ την πραγματικότητα και την υποσκάπτω, τόσο αυτή παραμένει αλώβητη και με αναγελά και μου βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα.

Υπογραμμίζετε με κάθε ευκαιρία τη σημασία του αναγνώστη, όπως το ότι εκείνος και η ποιότητά του ορίζουν ένα καλό βιβλίο, ανασκευάζοντας τον παθητικό του ρόλο. Ποια είναι τελικά το γνωρίσματα του «επαρκούς» και «συνετού» αναγνώστη;

Ο επαρκής αναγνώστης ορίζεται και αναγνωρίζεται από τον καθένα ξεχωριστά, ανάλογα με το ποιόν του. Γι’ αυτό βλέπετε αμέτρητους συγγραφείς και αναρίθμητα βιβλία. Αλλά και οι ίδιοι οι συγγραφείς αλλάζουν συχνά τα κριτήριά τους, όπως και οι αναγνώστες. Προσδοκώμενος, επομένως, αναγνώστης, ο κοντινός μας, όποιος μπορεί να μας αγαπήσει κάποια, συγκεκριμένη, στιγμή. Ίδια όπως και στον έρωτα. Πρόκειται για μια αργή διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης και αποδοχής. Εκείνος που θα μας αγαπήσει καθίσταται για μας ο επαρκής αναγνώστης μας. Ούτε έχει κοινά γνωρίσματα και ευδιάκριτες για τους άλλους ιδιότητες. Απλά ανήκει στο δικό μας κόσμο.

Από το 1980 παρατηρείται μία στροφή προς την πεζογραφία με συνακόλουθηση την υποχώρηση στην ποιητική παραγωγή, μάλιστα το κοινό και η δυναμική του εκτίναξε την «μπεστελερίστικη γραφή», κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες· πιστεύετε πως η ποιότητα και η ταυτότητα της λογοτεχνικής μας παραγωγής κινδυνεύει από αυτού του είδους την παραλογοτεχνία;

Πράγματι, φαίνεται να κυριαρχεί μια ευτέλεια. Όμως πάντα το ίδιο ίσχυε. Μην ακούτε τους γέρους που γκρινιάζουν, τη δική τους νιότη νοσταλγούν, γι’ αυτό και την εξιδανικεύουν. Αποφεύγω, ωστόσο, να μιλήσω για παραλογοτεχνία. «Είμαστε», ως γνωστόν, «η ερμηνεία μας». Η σημερινή λογοτεχνική παραγωγή, καθρεφτίζει το σημερινό κόσμο, την επικρατούσα πολιτιστική πραγματικότητα, την κυρίαρχη αισθητική. Εικόνα της είναι η παραγόμενη λογοτεχνία. Ούτε έχουμε εμείς άλλον τρόπο να επιβάλλουμε τη δική μας αισθητική, παρά μόνον εκθέτοντάς την, χωρίς καμία βεβαιότητα κιόλας, ότι αυτή είναι «ανώτερη». Η διαλεκτική, η δυναμική των πραγμάτων θα αναδείξει και θα καταβυθίσει. Ας την ονομάσω κοινωνική νομοτέλεια, αν όχι δικαιοσύνη. Και η λεγόμενη ακόμη παραλογοτεχνία, η ελαφρά λογοτεχνία, ενέχει, εγκρύπτει ίσως, με την αφέλειά της, τις σοβαρές πτυχές τής πραγματικότητας. Από την δύσκαμπτη πάντως σοβαροφάνεια, εγώ προτιμώ την ελαφρότητα.

Καταθέτω μια εμπειρία, ένα βίωμά μου, με τον δικό μου ρεαλιστικό τρόπο, όπου η γίδα είναι μια πραγματική γίδα και η χελώνα, χελώνα. Δεν της προσάπτω άλλες, επίπλαστες, ιδιότητες και κοινά συμβολικά φορτία. Με τη διαφορά πάντα, πως η δική μου γίδα, δεν είναι η γίδα των άλλων. Ορίζω, δηλαδή, τα πράγματα σε σχέση με την προσωπική μου θέαση, όχι με την κοινή θεώρησή τους. Αυτή η φαινομενολογική θέση διαποτίζει, θα ’λεγα, κάθε βιβλίο μου, γι’ αυτό και επενδύω σ’ άλλα στοιχεία. Στο ρυθμό, κατ’ εξοχήν, της κάθε αφήγησής μου. Όσο για το «κόκκινο φιδάκι», όποτε ανασκάπτω μια ιστορία, αυτό ξεπηδά, έτοιμο να με δαγκώσει, να με δηλητηριάσει.

Αναφερόμενος στο πώς λειτουργείτε, παρομοιάσατε τον εαυτό σας με σβούρα που κινείται διαρκώς. Έχετε ήδη ξεκινήσει το επόμενό σας μυθιστόρημα; Η συστηματική ενασχόληση με την κριτική της λογοτεχνίας, είναι κάτι που θα άρμοζε στην ιδιοσυγκρασία σας;

«Ποιος θεός σε καταράστηκε», επαναλάμβανε η μάνα μου, όταν μ’ έβλεπε να γράφω όλη την ώρα. Καλύτερα σίγουρα θα ’τανε να δεχόμουνα αδιαμαρτύρητα τη ζωή, να τη ζούσα «έτσι, όπως ερχόντανε» και όχι να επιχειρώ να της διαφύγω, γεννώντας διαρκώς λυπημένες ιστορίες. Όμως είναι πια αργά ν’ αλλάξω, πολύ αργά για να σηκώσω τώρα λευκή σημαία και να παραδοθώ. Κατέληξα, βλέπετε, να πιστεύω για τον εαυτό μου πως «φυλάω Θερμοπύλες». Ας τις υπερασπιστώ, λοιπόν, μέχρι τέλους, αυτές τις δικές μου Θερμοπύλες, έστω κι αν γνωρίζω πως είμαι ένας γελοίος Λεωνίδας, ένας, έστω, Δον Κιχώτης, –για να το μειώσω κάπως, και να το συσκοτίσω– και πως «οι Μήδοι», εν τέλει, «θα περάσουνε».

Τώρα, για την κριτική της λογοτεχνίας. Ποιος δικαιούται, άραγε, να κρίνει κάποιον, ακόμα κι αν άμεσα εμπλέκεται; Από πού αντλεί κανείς αυτό το δικαίωμα; Είναι δυνατόν, παρ΄ όλα αυτά, ένας κριτικός να παράξει καλλιτεχνικό-δημιουργικό έργο, εφόσον πείθει για την αγάπη του προς τη λογοτεχνία. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο συγγραφέας οφείλει να αποζητά τη δημόσια κριτική. Μακάρι να είναι τυχερός να συναντήσει μια τέτοια καλλιτεχνική συνείδηση, που θα τον κρίνει, τον κριτικό που γίνε- ται μαζί του ποιητής.

Υπάρχει μια άποψη πως δεν υπάρχει κριτική στην Ελλάδα, καθώς επικρατούν «πελατειακές σχέσεις» και στον εκδοτικό κόσμο. Συμφωνείτε;

Εύλογο κι αναμενόμενο, ισχύει για κάθε χώρα, σε κάθε κοινωνία, σε συνάρτηση βέβαια με την πολιτιστική της ταυτότητα. Παντού υπάρχουν οι κλίκες και οι παρέες, και οι προσωπικές σχέσεις. Πολλοί από όσους προβάλλονται, ανήκουν σ’ αυτή τη συνομοταξία. Μόνοι μας, όμως, δια- λέγουμε ό,τι αγαπάμε. Γυναίκα, βιβλίο, συγγραφέα, ανάλογα με το προσωπικό μας γούστο. Είναι δική μας ευθύνη. Το γούστο μας είναι που χρειάζεται διαρκώς εκλέπτυνση. Εάν, πάντως, κάποιος που θαυμάζουμε μας το καταδείξει, το ωραίο, καλό θα μας κάνει και θα πρέπει να του χρωστάμε χάρη. Γιατί υπάρχουν και στη χώρα μας ακόμα, ευτυχώς, ευάριθμοι, είναι η αλήθεια –και πολύτιμοι γι’ αυτόν το λόγο– κριτικοί, σε μια εποχή που ο καθένας αυτοχρίζεται κριτικός της λογοτεχνίας και απονέμει ανενδοίαστα τις ευλογίες στους οικείους του. Αυτή η κατάντια, ονομάζεται μάλιστα δικαίωμα και ελευθερία έκφρασης. Η κριτική είναι, οπωσδήποτε, κατ’ εμέ, αναγκαίος όρος της γραφής. Ο σοβαρός κριτικός προτείνει, επισημαίνει αδυναμίες, όπως και επαινεί, θαυμάζει, εάν έχει τέτοια αυτάρκεια, εάν μετέχει δημιουργικά, ως συνεργός, σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, εάν είναι κι ο ίδιος καλλιτέχνης. Τότε πείθει. Ωστόσο, εν τέλει, την «ήρα από το σιτάρι» μόνοι μας οφείλουμε να την ξεχωρίσου- με, το καλό από το ευτελές έργο.

Στη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας σας στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι, έχετε βραβευθεί ουκ ολίγες φορές. Τι σημαίνει η αναγνώριση αυτή για τον δημιουργό και πώς πρέπει να εκλαμβάνεται από το αναγνωστικό κοινό, σε συνάρτηση με την αξία του έργου του συγγραφέα;

Ο κάθε έπαινος, είναι καλός, φέρνει χαρά, κακά τα ψέματα. Βέβαια, η αξία του συναρτάται από το ποιόν εκείνου ο οποίος επιβραβεύει. Το αναγνωστικό κοινό μ’ αυτό το πρίσμα θα ’πρεπε να κρίνει. Οι αφορισμοί και οι βαρύγδουπες δηλώσεις αποκήρυξης των βραβείων, είναι κατ’ εμέ, υποκριτικές ή έχουν άλλες στοχεύσεις. Εκμετάλλευση, δηλαδή εκ των υστέρων, αυτού που καταγγέλλουν. Οτιδήποτε δεν μας ενδιαφέρει, το αγνοούμε, δεν του δίνουμε σημασία. Όποιος δεν θέλει να αξιολογείται δημόσια, δεν εκδίδεται. Εξάλλου, το βιβλίο δεν ανήκει, αφού έχει πλέον εκδοθεί, στον συγγραφέα του, οπότε και αυτός δεν δικαιούται να το κηδεμονεύει. Ακολουθεί πορεία ανεξάρτητη του δημιουργού του και σαν επαναστατημένος έφηβος αποποιείται την πατρική δεσποτεία. Σε κάθε περίπτωση, πρόσωπα συγκεκριμένα απονέμουν τα βραβεία και σε βιβλία συγκεκριμένα, όχι στον συγγραφέα. Ο αναγνώστης, αυτούς οφείλει να αξιολογεί κατά περίπτωση, αυτοί εκτίθενται με τις επιλογές τους. Ο ιδεοκρατικός λόγος, οι αφορισμοί και η φασαρία, δεν συνάδουν με την ουσία της τέχνης. Η σιωπή είναι που πρέπει να την χαρακτηρίζει. Η καλύτερη, πάντως, διάκριση για έναν συγγραφέα, είναι να επαινεθεί το βιβλίο του από πρόσωπα που ο ίδιος αγαπά.

Την ιδεολογία και την πολιτική ταυτότητα, την δηλώνει το ίδιο το έργο, με το ύφος και την αισθητική του, όχι οι δηλώσεις των συγγραφέων του. Ούτε είναι δυνατόν να την ιδιοποιηθεί, να την καπηλευθεί, καμιά εξουσία. Κανένα κράτος δεν έχει τέτοια ισχύ. Το έργο τέχνης, ως γνωστόν, «δε λέει, είναι». Ανατρεπτικό πάντα και αληθινό. Ο εφήμερος αντίκτυπος δεν το επηρεάζει. Την αξία του την πιστοποιεί μόνον ο αναγνώστης του. Αυτός δίνει το πιο έγκυρο βραβείο, την αγάπη του.

Μεσάνυχτα – Οι λόφοι

Σωτήρης Σαράκης

Μεσάνυχτα

Πέρασε η ώρα πια, και πέρασαν

τα χρόνια, είναι μεσάνυχτα

της αύριον και της χθες, είναι μεσάνυχτα

εκείνης της μυστηριώδους

ημέρας που δεν είχε αρχή, δεν έχει

τέλος· τι περιμένεις;

Χαμένο ημερονύχτι ακινητεί μεσάνυχτα καθώς

πίσω απ᾿ τις μετρημένες μέρες σου αποκαλύπτεται

παράλληλη η αυθεντική

μία και μόνη Ημέρα, ξαφνικά φυλλορροούν

οι μετρημένες μέρες σου, και οι πιο πολλές

που πέρασαν και οι λιγοστές

που θα περάσουν· τίποτε

πια μην περιμένεις.

Οι λόφοι

Τυχαία βρέθηκα εδώ, μα έμπλεξα

μ᾿ αυτούς τους λόφους, βρήκα

μια μάνα θησαυρό της Γης, το αργόσυρτο

ποτάμι, απόμακρα βουνά και γλώσσα

ελληνική, έτσι μπλέκεις

με το πρώτο, οι λόφοι γαληνεύοντας

μικρές, μεγάλες τρικυμίες, παντού

μαζί σου, πώς

να τους ξεφύγεις, ποια

προετοιμασία και ποια

μελέτη, αρχίζω να φοβάμαι πως

κατά το γνωστό, αδιάβαστος

θα φτάσω ως εκεί, ποια ολόκληρη

ζωή, δε φτάνει μήτε να διαβείς

αυτούς τους αχαμνούς τριγύρω λόφους

παντού και πάντα εδώ, μαζί σου

ίδιοι, απαράλλαχτοι, όπως

τους άφησε απαλά το χέρι του Θεού

εκεί στο βάθος της γενέθλιας ενδοχώρας.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022