Γ’ Συμπόσιο Λογοτεχνίας: Επίλογος

(από το τελευταίο τεύχος της Παρέμβασης)

της Δήμητρας Καραγιάννη

   Συμπόσιο. «Συν + πόσις». Ένα γεύμα συνδαιτημόνων. Μια συνάντηση. Μια γιορτή. Αυτά περιγράφουν στο μυαλό μου το Συμπόσιο λογοτεχνίας, που το ζήσαμε και το απολαύσαμε φέτος για τρίτη χρονιά, όπως απολαμβάνει κανείς ένα γλέντι μεταξύ παλιών και νέων φίλων. Το «Συμπόσιον» της αρχαιότητας, ένα είδος ανδρικής ψυχαγωγίας, όπου μετά το δείπνο οι άνδρες έπιναν μαζί, απήγγειλαν ποιήματα, συζητούσαν και έψαλλαν ύμνους στους Θεούς. Ένα τέτοιο σκηνικό, όπως αυτό που χρησιμοποίησε ο Πλάτωνας για το έργο του, είναι το ωραιότερο για να απλωθεί σ’ αυτό όλη η γοητεία της λογοτεχνίας. Αυτό συνέβη για τρεις ημέρες στην Κοζάνη, στο κτίριο της νέας βιβλιοθήκης, που η αρχιτεκτονική του καινοτομία ήρθε να στεγάσει τον πλούτο τεσσάρων αιώνων.

    39 εισηγητές, από τον τόπο και από πολλά σημεία της χώρας, σε ένα τριήμερο λογοτεχνικής πανδαισίας, άνοιξαν τα χαρτιά της ευαισθησίας τους για να μας κάνουν γνωστές τις σκέψεις και τις γνώσεις που κουβαλούν από την συνύπαρξη και την τριβή τους χρόνια τώρα με τη λογοτεχνία. Η μεταφρασμένη λογοτεχνία, κι ο τρόπος που εισβάλλει στη γλώσσα και την συνείδησή μας, ως μια μοιραία άγνωστη που γίνεται οικεία αγαπημένη. Η αμφιλεγόμενη δημιουργική γραφή, με όλα όσα είναι ή φέρνει μαζί της ως ζητούμενα κι ως αναζητήσεις στη λογοτεχνία του τώρα. Το αύριο της βιβλιοθήκης Κοζάνης, που έρχεται να γίνει σημείο αναφοράς κι ένας άξονας γύρω από τον οποίο θα περιστρέφεται η ιδιαιτερότητά μας. Η λογοτεχνική Κοζάνη του χθες και του σήμερα, που αποκαλύπτει πολλά για την πνευματική υπόσταση του τόπου και των ανθρώπων του.

    Ο Τίτος Πατρίκιος. Ο άνθρωπος, αντάξιος του μεγάλου ποιητή. Ευγενής, σεμνός, με μια έμφυτη καλοσύνη, παρακολουθώντας όλο το τριήμερο με προσοχή και σεβασμό, χωρίς να χάσει ούτε μία εισήγηση, όταν του ανέφερα πόσο σπάνιο είναι αυτό, μου είπε: «Μα, έμαθα πολλά που δεν ήξερα». Η ευαισθησία του άγγιξε τις ψυχές. Τα δε «Ρόδα αειθαλή» από τα χείλη του, στιγμή ανεξίτηλη.

      Δεν ήταν μόνο οι αναλύσεις, οι μελέτες, οι εισηγήσεις, που σε κέρδιζαν στο τριήμερο αυτό. Δεν ήταν μόνο οι παρουσιάσεις που γέμιζαν την αίθουσα με λέξεις και εικόνες. Ήταν οι κουβέντες, οι «ενώσεις», οι κοινές συνισταμένες που αναπτύχθηκαν εντός μας. Ήταν όλα όσα ειπώθηκαν πριν και μετά τις συνεδρίες. Αν «μόρφωση είναι αυτό που σου μένει όταν ξεχάσεις όλα όσα διδάχτηκες», τότε και η αξία αυτής της γιορτής, ήταν αυτό που σου έμενε βγαίνοντας από την αίθουσα, ξεχνώντας όλα όσα είχαν ειπωθεί. Ήταν ο γεμάτος νους. Ήταν η αίσθηση.

    Το Συμπόσιο λογοτεχνίας μετράει τρία χρόνια. Ξεκίνησε δειλά και ανοίχτηκε σε νέους δρόμους. Κι αγαπήθηκε. Ωραία και σπάνια. Και θα συνεχίσει. Γιατί υπάρχει λόγος. Στον απόηχο αυτού του ταξιδιού μέχρι εδώ, θα κρατήσω περισσότερο το αίσθημα πληρότητας που σου αφήνει κάθε τι που γίνεται αιτία να γνωρίσεις κάτι καινούριο, να υπάρξεις μαζί με άλλους σε κοινό χώρο και χρόνο και να τον μοιραστείς μαζί τους. Η συνάντηση αυτή δεν είχε –και δεν πρέπει να έχει- τον αυστηρό χαρακτήρα ενός τυπικού συνεδρίου. Ήταν αυτό που λέει η λέξη. Ένα «Συμπόσιο», το οποίο απολαύσαμε όσοι το ζήσαμε.   Το Συμπόσιο μεγαλώνει και  ανοίγεται. Θα ήταν ιδανικό εάν εξελισσόταν σε έναν λόγο για τον οποίο κάθε χρόνο ο λογοτεχνικός κόσμος θα περνάει από την Κοζάνη για ένα τριήμερο λογοτεχνίας, κι έτσι θα ζει και θα μαθαίνει παράλληλα τον τόπο, γνωρίζοντας την ιστορία, τον πολιτισμό του και την πλούσια πνευματική δημιουργία του με αναφορά στη Σχολή της Κοζάνης το 1745, τον χρυσό αιώνα των γραμμάτων της κατά την εποχή του Διαφωτισμού, την νεότερη και σύγχρονη πνευματική παραγωγή του.

    Να γράφεις σημαίνει να ξεχνάς. «Η λογοτεχνία είναι ο πιο ευχάριστος τρόπος να αγνοείς τη ζωή» κατά τον Πεσσόα. Αφεθήκαμε, λοιπόν, για τρεις μέρες στον υπαρκτό παράδεισο των λέξεων. Σε ένα πλούσιο λογοτεχνικό «γεύμα» υψηλών προδιαγραφών, με επιδόρπιο την ποίηση, που μας βρήκε μαζί με τον Τ. Πατρίκιο και μας πήρε μαζί της δια παντός.

Advertisements