Monthly Archives: Μαΐου 2022

Συνέντευξη της Αλεξίας Βόγδου για το βιβλίο «Το παιδί και ο παπαγάλος. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη»

«Ένα παιδικό βιβλίο σαφέστατα βοηθά την ιστορική μνήμη να λάβει νέα πνοή στα χέρια των μικρών αναγνωστών»

Συνέντευξη της Αλεξίας Βόγδου για το βιβλίο «Το παιδί και ο παπαγάλος. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη»

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση το δεύτερο παιδικό βιβλίο της Αλεξίας Βόγδου με τίτλο: «Το παιδί και ο παπαγάλος. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη». Πρόκειται για μια ευφάνταστη και καλογραμμένη παιδική ιστορία που μεταφέρει τους μικρούς αναγνώστες στη Σμύρνη και στα ζοφερά γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος της. Μέσα από την ιστορία του μικρού Αρσένη και του καλύτερού του φίλου, του Φρίξου του παπαγάλου, τα παιδιά γνωρίζουν αυτό το τόσο βαρυσήμαντο ιστορικό γεγονός για τον ελληνισμό, ενώ τα βοηθά να προβληματιστούν πάνω σε ζητήματα παρόμοιας θεματικής.

  • «Το παιδί και ο παπαγάλος – Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη», ο τίτλος του δεύτερου παιδικού σας βιβλίου· πόσο εύκολο ήταν να εντάξετε στο πλαίσιο μιας παιδική ιστορίας ένα τέτοιο βαρυσήμαντο ιστορικό γεγονός, όπως η Μικρασιατική καταστροφή;

Θεωρώ πως είναι αρκετά δύσκολο να περιγραφούν τραγικά γεγονότα της ιστορίας  μας μέσα από παιδικά αναγνώσματα. Πιστεύω πως η παιδική λογοτεχνία εκτός από την ψυχαγωγία έχει και μια επιμορφωτική και διαπαιδαγωγική προέκταση. Σε αυτό το πλαίσιο προσπάθησα γράφοντας το βιβλίο -με κάθε σεβασμό στην ιστορική μνήμη- να παρακινήσω τους μικρούς αναγνώστες, ώστε να αναπτύξουν προβληματισμούς ,να δημιουργήσουν τις δικές τους εικόνες, να διαχειριστούν τα γεγονότα. Άλλωστε σήμερα έχουμε έναν πόλεμο στον Ευρωπαϊκό χώρο και η τραγική ιστορία της Μικρασιατική καταστροφής  αποκτά νέα επικαιρότητα.

  • Πώς ξεδιπλώσατε στο μυαλό σας την ιστορία του μικρού Αρσένη και του καλύτερού φίλου, του Φροίξου του παπαγάλου;

Καθότι και εγώ μητέρα βλέπω πως τα παιδιά αγαπάνε τα ζώα και συνήθως έχουν κατοικίδια. Σκέφτηκα λοιπόν πως η ιστορία του πρωταγωνιστή με αγαπημένο φίλο έναν παπαγάλο, θα έκανε το ανάγνωσμα πιο οικείο,  καθώς τα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες και πλάθουν δικές τους ιστορίες. Πιο συγκεκριμένα, ο παπαγάλος αποτέλεσε την κεντρική ιδέα της μυθοπλασίας. Ξεκίνησα να πλάθω την ιστορία με βάση τις περιπέτειες που ζούσε ο Αρσένης στη Σμύρνη μαζί με τον παπαγάλο του ο οποίος μπορούσε να μάθει ξένες γλώσσες, να τραγουδήσει ανατολίτικους σκοπούς, να κάνει σκανταλιές! Ουσιαστικά, πρόκειται για τον καλύτερό του φίλο. Επιπλέον, ο παπαγάλος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή του Αρσένη διότι αποτέλεσε τον κρίκο που τον ένωνε με την αγαπημένη του πατρίδα. Θα λέγαμε ήταν η ζωντανή θύμηση όχι μόνο της Σμύρνης αλλά και της παιδικής του ηλικίας.

  • O Αρσένης ενήλικας πια επέστεψε στη Σμύρνη επαναπροσδιορίζοντας την εκεί παρουσία του και νιώθοντας ταυτόχρονα μία ανακούφιση· ποιο ήταν το μήνυμα που θέλατε να περάσετε επιλέγοντας αυτό το τέλος;

Προσπαθώντας να γιατρέψει τις πληγές του ξεριζωμού και του βίαιου αποχωρισμού από την οικογένεια του, η επιστροφή του Αρσένη στα πάτρια εδάφη λειτουργεί σαν μία εσωτερική εξομολόγηση με σκοπό την κάθαρση. Ο Αρσένης επιδιώκει την λύτρωση από τις σπαρακτικές στιγμές που βίωσε στην προκυμαία και μετέπειτα στην ζωή του καθώς έμεινε τελείως ορφανός. Και η λύτρωση αυτή επέρχεται διαβαίνοντας το μονοπάτι της συγχώρεσης. Η νοσταλγία, ο πόνος για την επιστροφή στην πατρίδα είναι παράλληλα και μια κινητήριος δύναμη που ώθησε τελικά τον Αρσένη όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να διαπρέψει πετυχαίνοντας τους υψηλούς στόχους που είχε θέσει στην ζωή του. Σαν ένας άλλος Οδυσσέας, ολοκληρώνει το ταξίδι αυτό κρατώντας τις παιδικές θύμησες που απαλύνουν τον πόνο του ξεριζωμού.

  • Ούσα και η ίδια μητέρα, πιστεύτε πως τα παιδιά σήμερα έχουν γνώσεις για την ιστορία του τόπου τους; Ενδιαφέρονται να μάθουν;

Διαβάζοντας διάφορες εκθέσεις σχετικά με το θέμα ανακαλύπτουμε πως οι γνώσεις των παιδιών σε θέματα τοπικής ιστορίας είναι περιορισμένες. Η Ιστορία δυστυχώς θεωρείται από τα περισσότερα παιδιά κάπως βαρετό μάθημα. Πολλά παιδιά αναρωτιούνται γιατί να διαβάζουν Ιστορία και πώς γεγονότα που έγιναν πριν από πολλά χρόνια θα φανούν χρήσιμα στη ζωή τους. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες ένταξης της τοπικής ιστορίας στο σχολείο. Εδώ εμπλέκονται πρωτίστως οι εκπαιδευτικοί, το οικογενειακό περιβάλλον καθώς και διάφοροι φορείς ,οι οποίοι ο καθένας από την μεριά του θα μεταδώσει εκείνες τις γνώσεις στα παιδιά ώστε να διαμορφώσουν ιστορική συνείδηση, κριτική στάση, να καλλιεργηθεί το ενδιαφέρον για τον τόπο και να αποτελέσει μια γέφυρα ανάμεσα στην γενική Ιστορία και τη συλλογική μνήμη. Η φράση του Θουκυδίδη, «Η ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων» νομίζω αποδίδει την σημασία της Ιστορίας και τον ρόλο της στο διδακτικό πρόγραμμα. Η ανάγνωση ενός παιδικού βιβλίου σαφέστατα βοηθά την ιστορική μνήμη να λάβει νέα πνοή στα χέρια των μικρών αναγνωστών καθώς θα τους δώσει την ευκαιρία να ταυτιστούν, να βιώσουν τα γεγονότα μέσα από μια άλλη διάσταση-αυτή του λογοτεχνικού βιβλίου.

  • Η εικονογράφηση είναι χαρακτηριστική σε κάθε βιβλίο, πολύ περισσότερο σε ένα παιδικό βιβλίο. Πόσο βοήθησε η εικονογράφηση στην «ενσάρκωση» της δική σας ιστορίας;

Σε ένα παιδικό βιβλίο η εικονογράφηση αντικατοπτρίζει  όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που κρύβουν οι σελίδες, την αύρα που αποπνέουν οι λέξεις. Η αγαπητή κ. Θεοδώρα Παπαβασιλείου-Βίκα κατάφερε να αποτυπώσει το ανέμελο παιδικό βλέμμα του Αρσένη, το χαμόγελο της Εζενί, την αγωνία του πατέρα, τα συναισθήματα που ένιωθαν οι χαρακτήρες του βιβλίου. Με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά διαβάζοντας μπορούν να ψηλαφίσουν με τα δικά τους μάτια τους όσα ξετυλίγονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Η εικονογράφος χρησιμοποίησε διάφορες  τεχνοτροπίες όπως: απλοποιημένος ρεαλισμός , με κλίση προς την καρικατούρα και επιρροές από την αγιογραφία. Εστίασε στα ζωντανά χρώματα και τις απλοποιημένες μορφές των προσώπων αποδίδοντάς τις με πραγματικό τρόπο, ώστε να γίνονται ευκολότερα αντιληπτές και να ανοίγει έτσι ένας διάλογος ανάμεσα στο βιβλίο και τα παιδιά.

                                                                                            Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Aλεξία Βόγδου

Ο Μάκης Καραγιάννης γράφει για την «Παγίδα» του Ανδρέα Μήτσου

«Σύνοψη και υπέρβαση με τον αφηγηματικό τρόπο της μεταμυθοπλασίας»

Ένα πρωτότυπο εγχείρημα, το οποίο συμπεριλαμβάνει σε ένα σώμα παλαιότερα διηγήματα και μυθιστορήματα μαζί με έναν γενικότερο αναστοχασμό για την τέχνη, αποτελεί η «Παγίδα», το τελευταίο βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου.

Οι δύο κόσμοι της γραφής και του συγγραφέα, τα λογοτεχνικά κείμενά του και η ζωή με  τα πραγματικά βιώματα που αποτέλεσαν την πρώτη τους ύλη, τα οποία μέχρι τώρα αντιμετωπίζονταν ως ξένα πεδία μεταξύ τους, συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο σύμπαν. Τα κείμενα και η ερμηνεία τους, το παιχνίδι της γραφής, η βάσανος του συγγραφέα φωτίζονται αντικριστά και συνυπάρχουν σε ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα μεταμυθοπλασίας, όπου η λογοτεχνία αναζητά  τα όριά της και αναζητά καινούργιο τρόπο να μιλήσει.

Στην ελληνική λογοτεχνία υπάρχουν αρκετά μυθιστορήματα με στοιχεία μεταμοντερνισμού -όπως η αυτοαναφορικότητα, η αμφισβήτηση του γνωστικού υποκειμένου, η αντίληψη ότι η αφήγηση είναι μια κατασκευή, το παιχνίδι των μορφών και η μίξη των ειδών,  η κατάργηση της διάκρισης υψηλού και χαμηλού, οι αντικατοπτρισμοί και οι προσομοιώσεις-, τα οποία συνυπάρχουν με άλλα  χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να δίνουν τη σφραγίδα τους στο έργο. Ωστόσο, είναι λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες κάποια έργα εντάσσονται προγραμματικά και ολοκληρωμένα στη μεταμοντέρνα συνθήκη, όπως το «Εμφύλιο σώμα» του  Κ. Βούλγαρη, «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» όπως δηλώνεται στον υπότιτλο, ή τα έργα του  Δημήτρη Καλοκύρη για να αναφέρω ενδεικτικά.

Στην «Παγίδα» παρακολουθούμε μαζί με την αναδιήγηση, το ανασκάλεμα των παλιών ιστοριών και την αναζήτηση της εξέλιξής τους στην πραγματική ζωή. Ο συγγραφέας  ομολογεί την προσωπική του εμπλοκή σε κάθε μια  ψάχνοντας τις καταστάσεις  που αποτέλεσαν την αφορμή τους.  Μεταφηγείται τις παλιές ιστορίες αναχωνεύοντας το υλικό τους με τη μνήμη των γεγονότων, δόλιες ερμηνείες και την αλήθεια της φαντασίας δίνοντάς τους νέα υπόσταση και την καινούρια μορφή της μεταμυθοπλασίας. Γίνεται εν τέλει και ο ίδιος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, ο μεγάλος αφηγητής και ο πραγματικός πρωταγωνιστής.

Μέσα από την αυτοανάλυση ομολογείται η προσωπική συγγραφική ηθική να επιλέγει, δηλαδή, την πλευρά του θύτη και όχι του θύματος. Να χρησιμοποιεί χαρακτήρες που υπερβαίνουν το μέτρο, κατέχονται από το πάθος, τον ακραίο υποκειμενισμό και αξιώνουν να κυριαρχήσει η προσωπική τους αλήθεια.

Ωστόσο, η αυτοσυνειδησία του έργου τέχνης, όχι με την απλή αυτοαναφορικότητα η οποία ήταν στοιχείο και του μοντερνισμού, αλλά η μετααφήγηση σε όλη την έκταση του κειμένου, που αντιστρέφει την επιφάνεια και επιδεικνύει τη φόδρα ή τις ραφές της και ομολογεί κατασκευή της είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Η συγγραφική εμπλοκή δεν περιορίζεται μόνο στην ανάδειξη της κατασκευασιμότητας του κειμένου, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει τα κίνητρά της. Αναζητά την αιτία που η λογοτεχνία, σα θηλιά στο λαιμό,  σέρνει εφ’ όρου ζωής τον συγγραφέα στο μαγκανοπήγαδο της γραφής δημιουργώντας μία άλλη πραγματικότητα και την υποκειμενική του αλήθεια, πέφτει στη δική του παγίδα και γίνεται αιχμάλωτος των ιστοριών του στο διηνεκές. Επιδιώκει, εντέλει, την εξιλέωση του συγγραφέα μέσω της γραφής.

Σημαντική παράμετρο της μεταμυθοπλασίας αποτελεί και η έμφαση στην αναγνωστική διαδικασία ως παραγωγό νοήματος. Και μπορεί μεν να χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την μεταμοντέρνα λογοτεχνία, αφού οι ρεαλιστικές αφηγηματικές συμβάσεις την παρέκαμψαν, ωστόσο ηχούν ακόμα στη αναγνωστική μας συνείδηση οι επικλήσεις και οι διάλογοι του Ροΐδη στην «Πάπισσα Ιωάννα», από το πρώτο ημίχρονο του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Κούντερα : «Ταύτα σοι είπον, αναγνώστα, ίνα σε πείσω περί της ορθοδοξίας μου· ήδη δε επανέρχομαι εις τους ήρωάς μου».

Στην «Παγίδα» παρατηρούμε την ανάδειξη του αναγνώστη ως πρόσωπο που αξιώνει ρόλο στην ερμηνεία και την ανάδειξη του νοήματος. Ο Μήτσου, μάλιστα, προσπερνά απαξιωτικά τον βιαστικό και άρπαγα καταναλωτή αναγνώστη που έχει ως στόχο το κέρδος για το χρόνο που έχασε και αναδεικνύει τον  προσδοκώμενο αναγνώστη που παραδίνεται σαν ερωτευμένος στην ιστορία, επιβιβάζεται στο ταξίδι της με τον συγγραφέα και την κυβερνούν μαζί στη θάλασσα του μυθοπλαστικού κόσμου. Ο μυημένος αναγνώστης θα παραλάβει τη σκυτάλη από τον συγγραφέα, θα κάνει δική του την ιστορία, θα διακρίνει διαφορετικές ερμηνείες, εκδοχές και προοπτικές ως ιδεατός και ιδανικός συνομιλητής και συμπαραγωγός του νοήματος.

Παρατηρούμε, επίσης, ότι η αφήγηση ανοίγεται πέραν της μυθοπλασίας και στον πραγματικό κόσμο, ενσωματώνοντας την κατά καιρούς κριτική  υποδοχή των βιβλίων του γιατί νοιάζεται και ανησυχεί για την τύχη τους στα ξένα χέρια. Έτσι, η «Παγίδα» αναδεικνύεται τελικά σε μια σύνοψη του συνολικού έργου του Ανδρέα Μήτσου και ταυτόχρονα μια αισθητική υπέρβαση των έως τώρα επιλογών του που καταργεί τα φράγματα και μεταστοιχειώνει σε ποίηση το υλικό της τέχνης και της ζωής.

Η ετικέτα του μεταμοντέρνου, όπως και κάθε αισθητικό ρεύμα, δεν χορηγεί αυτομάτως πιστοποιητικά ποιότητας. Η «Παγίδα» είναι σημαντική γιατί κατορθώνει, δοκιμάζοντας τολμηρές ελευθερίες σε ένα παιχνίδι των μορφών, να διατηρεί την αναγνωστική και διανοητική απόλαυση. Κι αυτό είναι, ίσως, που τη δικαιώνει.

Στο μυθιστόρημά του η αφήγηση της αφήγησης αναζητά την επίγνωσή της, ο αναστοχασμός διαρρηγνύει τα όριά της. Κι ίσως όλα αυτά δεν είναι παρά η ομολογία της γραφής για την αδυναμία της να κυκλώσει αποτελεσματικά και εφ’ άπαξ τον πραγματικό κόσμο των βιωμάτων, να τον εκλογικεύσει, να τον αποδώσει κρυστάλλινα στο χαρτί, αρκούμενη μόνο στο φευγαλέο του είδωλο και σε τρυφερές εκδοχές. «Θα μπορούσαμε», όπως γράφει ο  Andrew Crumey, «να δούμε τη γλώσσα σαν μια παγίδα που στήνουμε με την ελπίδα να συλλάβουμε κάτι που, ωστόσο, πάντα θα μας ξεφεύγει».

Ποιος κρύβεται, όμως, πίσω από το αθώο συγγραφικό «εγώ» που εμφανίζεται στο κείμενο του βιβλίου;  Είναι ο συγγραφέας όπως δηλώνεται στο εξώφυλλο, με τον οποίο έχει προφανή και πάμπολλα χαρακτηριστικά ή πάλι μια συγγραφική persona κατασκευασμένη με τα υλικά του; Ένας  συγγραφέας που μιμείται τον συγγραφέα και χρησιμοποιεί τις ίδιες δολοπλοκίες και τεχνάσματα για την παραποίηση της αλήθειας; Ίσως αυτή να είναι η τελευταία «παγίδα» του Ανδρέα Μήτσου.»

* Η κριτική συμπεριλαμβάνεται στο τεύχος 207-208 της Παρέμβασης.

Συνέντευξη του Νικόλαου Σταμκόπουλου για το βιβλίο «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες»

«Δεν είναι μόνο η αναζήτηση της τοπικής ταυτότητας κάτι το δυναμικό· δυναμική είναι και η ίδια η ταυτότητα, που αλλάζει συνεχώς»

Συνέντευξη του Νικόλαου Σταμκόπουλου για το βιβλίο «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παρέμβαση η μελέτη λαογραφικού περιεχομένου του Νικόλαου Σταμκόπουλου με τίτλο: «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες». Πρόκειται για τα αποτελέσματα μιας ενδελεχούς έρευνας για την Άνω Κώμη, αλλά και την ευρύτερη περιοχή, που αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα και προσπαθεί να δώσει μέσα από μια νέα οπτική τα όσα σχετίζονται με το παρελθόν του τόπου.

– «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες», ο τίτλος της μελέτης σας που αφορά την περιοχή της Άνω και Κάτω Κώμης Κοζάνης· ποιος ήταν ο στόχος σας συλλέγοντας και καταγράφοντας τα στοιχεία, που οδήγησαν στη σύνθεση του βιβλίου;

O τίτλος της μελέτης δεν αφορά τα στενά όρια της περιοχής των οικισμών της Άνω και Κάτω Κώμης. Ο τίτλος αφορά έναν θρύλο που μάλλον αναφέρεται στους δυο οικισμούς, των οποίων τα παλιά ονόματα ήταν Βάντσα Απανή και Κατηνή. Η ονομασία «Σαράντα Βάντσαις», ίσως κάποιο τοπωνύμιο, το οποίο σύμφωνα με τον Π. Λιούφη διεσώθη μέχρι την εποχή του «ἐκ παραδόσεως», ίσως αφορά μια διαφορετική περιοχή από αυτήν που σήμερα εντοπίζονται οι δύο οικισμοί, ή έστω μια πολύ μεγαλύτερη σε έκταση περιοχή εντός της κοιλάδας του Αλιάκμονα.

Η αρχική σκέψη ήταν να γραφτεί ένα άρθρο με δύο στόχους.

Ο πρώτος στόχος ήταν να δώσει λίγη φρεσκάδα στην τοπική ιστοριογραφία των δύο οικισμών, η οποία μέχρι σήμερα φαίνεται προσκολλημένη σε αυτά που έγραψε ο Λιούφης το 1924. Ο Π. Λιούφης είχε γράψει ότι δήθεν το παλαιό όνομα του οικισμού ήταν «Λουτρό» και ότι το όνομα «Βάντσα» δόθηκε δήθεν από κάποιους Σέρβους εποίκους κατά τον Μεσαίωνα, ενώ σύμφωνα με ένα χρυσόβουλο του 14ου αιώνα, ο οικισμός αποτελούσε έδρα Κατεπανίκειου. Έκτοτε έχει περάσει ένας αιώνας, και έχουν δημοσιευτεί νέα στοιχεία, που θέλουν το εν λόγω χρυσόβουλο να είναι πλαστό, και «το Κατεπανίκειο Βανίτζης και σφαρκών» το οποίο αναφέρει να αφορά ίσως άλλη περιοχή και οικισμό στην ευρύτερη περιοχή της Ελασσόνας, και όχι την Βάντσα του Αλιάκμονα. Όλα αυτά τα χρόνια, έχουν επίσης δοθεί και άλλες ετυμολογικές προσεγγίσεις του οικωνυμίου «Βάντσα», πέρα από την υπόθεση ότι σημαίνει «Λουτρό», αλλά και άλλες ερμηνείες του θρύλου που θέλει οι Σαράντα Βάντσες να ήταν οικισμοί που ερήμωσαν από τους Οθωμανούς, ή τις επιδημίες.

Ο δεύτερος στόχος ήταν να γίνει μια καταγραφή και έρευνα σε δύο πεδία. Το πρώτο πεδίο ήταν στην ιστορία και λαογραφία των επιδημιών και των λοιμωδών νοσημάτων της περιοχής, από τον μεσαίωνα μέχρι και τον 20ο αιώνα, όσο αυτό είναι δυνατόν λόγω ελλείψει στοιχείων, αλλά επίσης να ερευνηθεί αν όντως οι Οθωμανοί ή κάποιος άλλος εισβολέας προκάλεσε καταστροφές στην περιοχή όταν την κατέλαβε. Το δεύτερο πεδίο καταγραφής και έρευνας ήταν τα μικροτοπωνύμια μιας μεγαλύτερης περιοχής που ορίζεται από τον Αλιάκμονα μέχρι τους οικισμούς Δρέπανο, Κοζάνη, και Μηλιά   με την ελπίδα να βρεθούν είτε παλιότερες θέσεις οικισμών, είτε κάτι που να διαλευκάνει τον θρύλο. Θεωρήθηκε επίσης σκόπιμο να  καταγραφούν και να δημοσιευτούν όσα στοιχεία αναφέρονται στο κάθε μικροτοπωνύμιο, και τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αναφορές για επόμενες μελέτες ιστορικού ή λαογραφικού χαρακτήρα, όπως θρύλοι, ιστορίες, και ετυμολογικές προτάσεις.

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, δίνονται επίσης κάποιες νέες ετυμολογικές προτάσεις των οικωνυμίων, αλλά και νέες πιθανές ερμηνείες του θρύλου, άλλες συντηρητικές και μετρημένες, και άλλες περισσότερο  τολμηρές και «φευγάτες», με απώτερο σκοπό να τονιστεί ότι τίποτα μα τίποτα δεν είναι σίγουρο και απόλυτο. Όπως καταλαβαίνετε, το υλικό που συγκεντρώθηκε, έκανε αδύνατη την δημοσίευσή του στο περιορισμένο μέγεθος ενός άρθρου…

– Η έρευνά σας βασίζεται σε μαρτυρίες κατοίκων του χωριού ή πρόκειται καθαρά για βιβλιογραφική εργασία;

Συνδυάζει και τα δύο. Η βιβλιογραφική έρευνα είναι όσο πιο εκτενής γινόταν, και αφορά κυρίως το ιστορικό και λαογραφικό πλαίσιο. Πιστεύω διαλευκάνει αρκετά αναφορικά με το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δόθηκε το οικωνύμιο Βάντσα. Εξηγεί τι ήταν τα αρχαία βαλανεία, που εντοπίζονται αρχαιολογικά στην περιοχή, και τι ήταν η *banja των πρώιμων Σλάβων. Όπως επίσης γιατί είναι δυνατόν το «Βάντσα» να είναι Αλβανικό οικωνύμειο, ή να σχετίζεται με τις σλάβικες λέξεις για το λατομείο, το λιγνιτωρυχείο, την κουλούρα-μαιανδρισμό, την ράχη-ανάχωμα, τον πτελεώνα, ή το όνομα Ιβάν (Γιάννης).

Οι μαρτυρίες των κατοίκων ήταν σημαντικές για την καταγραφή και έρευνα των μικροτοπωνυμίων της περιοχής, αλλά και όλων των άλλων στοιχείων που τα συνοδεύουν. Πρωτογενή στοιχεία συλλέχθηκαν επίσης και με επιτόπιες παρατηρήσεις. Δηλαδή οι μαρτυρίες των κατοίκων εμπλουτίστηκαν και επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύσθηκαν διερευνώντας επί τόπου τις τοποθεσίες, όπου αυτό ήταν δυνατόν.

– Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι σήμερα έχουν αποκοπεί εντελώς από τις ρίζες τους; Ένα καλό βιβλίο λαογραφικού περιεχομένου θα μπορούσε να ξυπνήσει θύμησες και να τους ωθήσει στην αναζήτηση της ταυτότητάς τους;

Σήμερα συμβαίνει κάτι το αντιφατικό. Από την μία πλευρά ο γηγενής πληθυσμός της υπαίθρου της χώρας αστικοποιείται και διασπείρεται, μεταναστεύοντας σε άλλες χώρες  ή στα αστικά κέντρα, αφήνοντας τα χωριά σε νεήλυδες μετανάστες ή εντελώς ερημωμένα. Από την άλλη, η τεχνολογία επιτρέπει όχι μόνο εύκολες μετακινήσεις από τους νέους τόπους διαβίωσης στον τόπο της «ρίζας», αλλά έχει δημιουργήσει δίκτυα και μηχανισμούς μέσα από τα οποία οι διασκορπισμένοι «ξανασμίγουν» και κρατούν ζωντανά στοιχεία της παράδοσης και της τοπικής ταυτότητάς τους.

Οικισμοί όπως το Σπάρτο και η Ανατολή, δίνουν την εντύπωση εγκαταλειμμένων  οικισμών σε κάποιον επισκέπτη, ακόμα και το Σάββατο του Λαζάρου,  αφού ούτε το καφενείο δεν λειτουργεί. Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι των οικισμών αυτών μπορούν να κουβεντιάζουν στο διαδίκτυο βλέποντας ο ένας τον άλλο, σαν να βρίσκονται σε καφενείο. Μπορούν να παρακολουθήσουν ζωντανά πολιτιστικά δρώμενα του τόπου τους, ακόμα και διαδραστικά. Η Αναστάσιμη ακολουθία στο ναό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στην Άνω Κώμη, έγινε κεκλεισμένων των θυρών κατά τη διάρκεια του υγειονομικού αποκλεισμού για τον κορωνοϊό, όμως πολλοί την παρακολούθησαν διαδικτυακά. Κάποιοι θα μπορούσαν να το έχουν κάνει και από το Σύδνεϋ, κάτι αδιανόητο πριν από λίγα χρόνια.

Δεν είναι μόνο η αναζήτηση της ταυτότητας κάτι το δυναμικό, κάτι το οποίο συνεχώς βρίσκει νέους τρόπους. Δυναμική είναι και η ίδια η ταυτότητα, η οποία συνεχώς αλλάζει. Όσοι σήμερα θεωρούν τους εαυτούς τους Ανωκωμίτες ή Κατωκωμίτες, είναι διαφορετικοί άνθρωποι από τους γεωργούς Βαντσιώτες των αρχών του 20ου αιώνα που ζούσαν στα δύο χωριά, ή από αυτούς που κατοικούσαν στους οικισμούς τον 16ο αιώνα. Η κάθε γενιά έχει/είχε διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει Κωμίτης/Βαντσιώτης στον χώρο και στον χρόνο. Μπορεί σήμερα οι περισσότεροι Κωμίτες να ζουν σε αστικά κέντρα, και κάποιοι εξ αυτών να μην έχουν πιάσει ποτέ τους γεωργικό εργαλείο, ή να νιώθουν Κωμίτες λόγω καταγωγής μόνο από τον έναν γονέα. Επίσης, για άλλον λόγο οι Κωμίτισσες στολίζονται Λαζαρίνες σήμερα, και για άλλον οι Βαντσιώτισσες πριν από τριακόσια χρόνια. Κάτι αντίστοιχο ισχύει για κάθε πτυχή του βίου που αντανακλά την τοπική ταυτότητα.

Σίγουρα, ένα βιβλίο λαογραφικού περιεχομένου δίνει άλλη δυναμική στην αναζήτηση της τοπικής ταυτότητας, αλλά και στην διαμόρφωσή της. Δεν είναι βέβαια καθοριστικό. Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, και καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες που επηρεάζουν την ταυτότητά μας, ενώ για την αναζήτηση της τοπικής μας ταυτότητας, η τεχνολογία σήμερα προσφέρει μέσα που ήταν αδιανόητα πριν από λίγα χρόνια. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπεται, και η αντίστροφη διεργασία. Πως δηλαδή, η συνεχής διαμόρφωση της ταυτότητας, δημιουργεί την ανάγκη, και δίνει επίσης την ώθηση στο να γράφονται νέα βιβλία λαογραφικού περιεχομένου, να ερευνώνται και να δημοσιεύονται σε διάφορα μέσα νέες πληροφορίες που αφορούν την ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου. Είναι μια αμφίδρομη σχέση.

– Τι αποκομίζει κανείς για τις «Σαράντα Βάντσες» διαβάζοντας το βιβλίο; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα αναφορικά με την περιοχή που διαλευκάνθηκαν;

Αυτό που νομίζω πως αποκομίζει κάποιος διαβάζοντας το «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες», είναι η διαπίστωση πως ότι έχει γραφτεί στα βιβλία τοπικής ιστορίας ως παράδοση, δεν σημαίνει απαραίτητα ούτε ότι έχει συμβεί στα αλήθεια, αλλά ούτε ότι ήταν κάτι εντελώς στην φαντασία των ανθρώπων που το έγραψαν, ή αυτών που το μετέδωσαν στον γράφοντα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, αλλά και όλα είναι πιθανά όταν έχουμε να κάνουμε με θρύλους. Πολλά από όσα γράφονται στο βιβλίο είναι υποθέσεις και εικασίες. Όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, είναι απλές σκέψεις πάνω στα τοπωνύμια. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο, γίνεται αντιληπτό πως πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε «αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα» στην τοπική ιστορία, ήταν επίσης υποθέσεις και εικασίες παλαιοτέρων συγγραφέων.

Από ανθρώπους που έχουν διαβάσει έως τώρα το βιβλίο, μου είπαν πως τους έκανε εντύπωση η λεπτομέρεια και ο τρόπος προσέγγισης. Μπορεί κάποιες φορές το κείμενο να πλατειάζει, όμως στο τέλος κατάλαβαν πως αυτό γίνεται για συγκεκριμένο λόγο.

Σε αναγνώστες με καταγωγή από την Κοζάνη  άρεσε πολύ το κομμάτι με την ιστορία των λοιμωδών νοσημάτων και των επιδημιών της περιοχής. Ελάχιστα είναι καταγεγραμμένα, αλλά συνδυάζοντας το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο με διάφορα πολιτιστικά στοιχεία που μπορούν να σχετίζονται με τις επιδημίες, όπως οι χρονολογίες κτίσεως ναών και κοιμητηρίων, κυρίως της Κοζάνης και της Σιάτιστας, μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα, άλλοτε με ασφάλεια, άλλοτε με επιφυλάξεις.

Άλλοι πάλι, έχοντες κάποιο ιστορικό ή ανθρωπολογικό υπόβαθρο, είπαν ότι τους άρεσε ότι έγινε έρευνα σε βάθος και από διαφορετική οπτική γωνία. Φυσικά δεν συμφωνούν όλοι με όλα όσα γράφω, αλλά τους άρεσε το γεγονός ότι δεν πρόκειται για «άλλο ένα» «βιβλίο του χωριού». Δεν πρόκειται δηλαδή για μια έρευνα-βιβλίο όπως αυτά που έχουν γράψει φιλότιμοι και ζηλωτές εκπαιδευτικοί για τους οικισμούς στους οποίους εργάστηκαν ή από τους οποίους κατάγονται, και τα οποία καταγράφουν ήθη – έθιμα του τόπου, την νεότερη ιστορία τους, τα μνημεία και τα αρχαιολογικά τους ευρήματα.

Είναι δηλαδή κάτι πρωτότυπο και διαφορετικό, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αναφορά σε μελλοντικές μελέτες της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας. Όπως χαρακτηριστικά μου είπε η Ελένη Μαρούδη, η ιστορικός που παρουσίασε το βιβλίο στην παρουσίαση, «ήταν κάτι που χρειαζόμασταν».

Μπορεί κάποιος που θα διαβάσει αυτό το βιβλίο, να καταλάβει όλα όσα γράφονται, ή και ελάχιστα από αυτά. Μπορεί η ανάγνωση να τον συνεπάρει, όπως μου είπαν αναγνώστες από την Ροδιανή και την Άνω Κώμη, ή να τον κουράσει όπως εξέφρασε ο κύριος Καραγιάννης. Το σίγουρο είναι πως μετά την ανάγνωσή του, θα δει με άλλα μάτια, την περιοχή, αλλά και τον οικισμό καταγωγής του, είτε  κατάγεται από τις δύο Κώμες, είτε από κάποιον άλλο οικισμό νοτίως της Κοζάνης. Θα διαπιστώσει πως τα ξωκκλήσια και οι τοιχογραφίες του χωριού του, όποιο και να είναι αυτό, τα μικροτοπωνύμια και οι παραδόσεις, τα δομικά υλικά και τα επαγγέλματα, κομίζουν πολύ περισσότερη πληροφορία όταν τοποθετηθούν στο κατάλληλο πλαίσιο, αλλά και διαφορετική πληροφορία  όταν τα εξετάζουμε μέσα από διαφορετικά πρίσματα.

– Ως μηχανικός, η καθημερινότητά σας θα διακρίνεται από μια πιο πρακτική προσέγγιση των πραγμάτων· είναι εύκολο να συνδυαστούν οι θεωρητικές με τις θετικές σπουδές, η θεωρία με την πράξη;

Δεν νομίζω πως η θεωρία έχει κάποια αξία αν δεν υποστηρίζει κάποια εφαρμογή. Ούτε πιστεύω πως υπάρχει κάποια εφαρμογή που να είναι εφικτή χωρίς προηγούμενη θεώρηση.

Τα παραδείγματα όπου οι θετικές επιστήμες βοηθούν τις θεωρητικές και το αντίστροφο είναι νομίζω αμέτρητα.

Θεωρώ ότι σε μία αναζήτηση, σε μία ερεύνα δηλαδή, το σημαντικό είναι να τολμά κάποιος να δει έξω από τα τετριμμένα. Έξω από το «κουτί». «Η φαντασία είναι σημαντικότερη από την γνώση» λέγεται πως ειπώθηκε από τον Αϊνστάιν, έναν άνθρωπο που ανακάλυψε ασύλληπτα πράγματα.

Πιστεύω επίσης πως οι θεωρητικές και οι πρακτικές γνώσεις είναι απλά ο διάδρομος πάνω στον οποίο πρέπει να τρέξει κάποιος με ώθηση την φαντασία, ώστε να κάνει το μεγάλο άλμα προς την νέα γνώση. Τις περισσότερες φορές, δηλαδή σχεδόν όλες, το άλμα αυτό θα οδηγήσει στο κενό, στο σφάλμα και την πλάνη. Κάποιες φορές όμως, μπορεί να οδηγήσει στο επόμενο στάδιο. Χωρίς αυτά τα «άλματα» το επόμενο στάδιο είναι ανέφικτο, και η γνώση μας παραμένει περιορισμένη.

Η αναζήτηση «των σαράντα Βαντσών» είχε πολλά τέτοια άλματα. Προφανώς, τα περισσότερα  στο κενό. Ίσως όμως κάποια από αυτά να λείαναν έναν δρόμο, έτσι ώστε στο μέλλον, κάποιος με περισσότερες γνώσεις και πιο γόνιμη φαντασία, να κάνει εκείνο το μεγάλο άλμα στο επόμενο στάδιο και –ποιος ξέρει;- ίσως τελικά είτε να βρει στα αλήθεια τι κρύβεται πίσω από αυτόν το θρύλο, είτε για ποιο λόγο δεν κρύβεται τίποτα, είτε να ανακαλύψει κάτι άλλο.

– Στο εξώφυλλο του βιβλίου παρατηρούμε τη σημείωση «Οι Κώμες του Αλιάκμονα, Μέρος Α´». Θα μπορούσε, δηλαδή, να υπάρξει περαιτέρω διερεύνηση της περιοχής και ανάδειξη περισσότερων στοιχείων αναφορικά με την ιστορία της και όχι μόνο;

Δεν στέφονται όλες οι αναζητήσεις με επιτυχία. Κάποια πράγματα θα παραμένουν πάντα καλυμμένα με μυστήριο. Όμως, πολλές φορές αναζητώντας κάτι, ανακαλύπτουμε κάτι άλλο. Η διερεύνηση της έρευνας σε μια μεγαλύτερη περιοχή, και η ανακάλυψη περισσότερων στοιχείων που αφορούν την κοιλάδα του Αλιάκμονα, έχει ήδη γίνει, και έχει συνταχθεί σε επόμενα μέρη. Μπορεί να μην ανακαλύφθηκε κάποια «Αμερική», όμως είμαι σίγουρος ότι ενδιαφέροντα πράγματα έχουν βρεθεί, που θα ανοίξουν μια χαραμάδα για λίγο φως στο σκοτεινό παρελθόν της περιοχής μας.

Η έκδοση και δημοσιοποίησή τους βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, και έχει τους δικούς της κανόνες και περιορισμούς. Κρίσιμο ρόλο θα παίξει η βοήθεια των τοπικών παραγόντων, όπως και στον πρώτο τόμο, αφού οι αρωγή των χορηγών κάλυψε ένα μεγάλο μέρος της αυτοέκδοσης. Ήδη κάποιοι χορηγοί έχουν ανταποκριθεί και στην έκδοση του δεύτερου μέρους, το οποίο είναι σε εξέλιξη.

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

«Η μνήμη είναι εγγύηση ταυτότητας. Κάθε άτομο έχει βέβαιη ταυτότητα στο παρόν μόνο χάρη στη συσσώρευση πραγμάτων, που έχει απωλέσει, στη μνήμη»

Συνέντευξη της Μαρίας Δαλαμήτρου για το βιβλίο «Μνημοθόνη»

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση η τελευταία συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Δαλαμήτρου με τίτλο: «Μνημοθόνη». Αφορά ξεχωριστές ιστορίες, γραμμένες ως επί το πλείστον κατά την περίοδο της πανδημίας, που προβάλλουν τη δυναμική των αναμνήσεων. Τα αντικείμενα ως σύμβολα ενός περασμένου γεγονότος ή οι βαθιές εσώτερες σκέψεις μέσω της «Μνημοθόνης» μπορούν να αφήσουν πιο ανεξίτηλα σημάδια πάνω μας;

  • Η «Μνημοθόνη», τίτλος της τελευταίας σας συλλογής διηγημάτων, περιγράφεται ως ένας μηχανισμός ανάσυρσης αναμνήσεων· αξίζει, πιστεύετε, να αναμοχλεύουμε τα «παλιά»; Η «μνήμη» είναι ένας παράγοντας που συνδέεται με το παρόν και το μέλλον μας;

H μνήμη είναι εγγύηση ταυτότητας. Η ικανότητα ενός ατόμου να διατηρεί μία χρονική συνέχεια παρελθόντος-παρόντος εγγυάται την ταυτότητά του στο παρόν, ακόμη κι αν αυτή η χρονική συνέχεια, η ανάμνηση ή γνώση του παρελθόντος, σημαίνει επιβεβαίωση των απωλειών που έχει ζήσει αυτό το άτομο.  Γιατί γνώση ή ανάμνηση σημαίνει ήδη απόσταση από τη βιωμένη εμπειρία.  Κάθε άτομο, συνεπώς, έχει βέβαιη ταυτότητα στο παρόν μόνο χάρη στη συσσώρευση πραγμάτων, που έχει απολέσει, στη μνήμη.  Ακούγεται οξύμωρο.  Το μέλλον είναι εκείνη η στιγμή στην οποία θα κατανοηθεί, αναδρομικά, το παρόν, χτίζοντας έτσι περαιτέρω την ταυτότητα.  Στο εν λόγω διήγημα που εμφανίζεται η Μνημοθόνη, και δανείζει και το όνομά της στη συλλογή, διατυπώνονται οι δύο συνέπειες αναμόχλευσης της μνήμης: από τη μία, η συσκευή της Μνημοθόνης επιτρέπει τη διατήρηση της συνέχειας του “ποιος είμαι” στο παρόν, και από την άλλη, η ίδια η συσκευή ίσως έχει επιφέρει μία υπερπροβολή των αναμνήσεων παντού εις βάρος του παρόντος, μία αρχαιολαγνεία του οικείου, υποκειμενικού, παρελθόντος.

  • Διηγήματά σας, όπως η ιστορία του «Ρωμαίου» και της «Ιουλιέτας», είναι ποτισμένα από την πρωτόγνωρη εμπειρία της πανδημίας που βιώνουμε. Πώς σας επηρέασε η πραγματικότητα αυτή ως προς τη συγγραφή του βιβλίου;

O εγκλεισμός στο σπίτι λόγω των απαγορεύσεων που ίσχυαν την τελευταία διετία έδωσε ένα δώρο στους ανθρώπους: το δώρο του χρόνου.  Ξαφνικά ο χρόνος ήταν πολύς και η πραγματικότητα, για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία της δικής μου γενιάς, ξεπέρασε τη φαντασία και τη λογοτεχνία: πανδημία, λοκντάουν, επικίνδυνος ιός, εικόνες καταστροφής, εικόνες που, για να τις επεξεργαστείς, έπρεπε να καταφέρεις την άρση δυσπιστίας, όπως έλεγαν οι Ρομαντικοί για τη λογοτεχνία: για να απολαύσεις ένα λογοτεχνικό έργο, πρέπει να άρεις τη δυσπιστία σου για την πλασματικότητά του, να το πιστέψεις σαν να συμβαίνει στα αλήθεια.  Μία τέτοια α-πιθανότητα που μας συνέβη στα αλήθεια ήταν η πανδημία, και ίσως οι ιστορίες μου ωχριούν μπροστά της.  Ήθελα, γράφοντάς τες, να θυμόμαστε στο μέλλον, εμείς και οι επερχόμενοι, πως τέτοιες α-πιθανότητες δεν είναι σπάνιες τελικά, ξεπερνούν σε φαντασία τη λογοτεχνία.

  • Πέρα από τις συλλογές διηγημάτων, έχετε εκδώσει και ποιητικές συλλογές. Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που ωθεί έναν συγγραφέα να εκφραστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ή πρόκειται για συγκυρία;

Nομίζω πως τα δύο είδη δεν διαφέρουν πολύ.  Ένα μεγάλο πεζό ποίημα είναι μία καλή μικροϊστορία, ενώ ένα σύντομο διήγημα, αν το μεταγράψεις σε άλλη διάταξη στο χαρτί, αν το “σπάσεις” στις περιόδους που το αποτελούν, γίνεται ένα πεζό ποίημα.  Το κοινό τους είναι η διάθεση για συμπύκνωση της συγκίνησης και η αφαιρετική ικανότητα, το διώξιμο των περιττών.

  • Έχοντας ασχοληθεί και με την αγγλική λογοτεχνία, νιώθετε πως έχει σας έχουν γοητεύσει περισσότερο οι Έλληνες ή οι Άγγλοι συγγραφείς. Τι σας έμεινε ως χαρακτηριστικό από την ενασχόλησή σας  με τη λογοτεχνία τόσο της μίας όσο και της άλλης χώρας;

Πατρίδα μου οι Έλληνες συγγραφείς και χώρα μετανάστευσης οι Άγγλοι.  Η μελέτη των δεύτερων, της γλώσσας τους και στη γλώσσα τους, ήταν ένα σπουδαίο θεωρητικό εργαλείο αποστασιοποίησης: να βλέπεις ψύχραιμα και νηφάλια τη δική σου ποιητική παράδοση, να συνεκτιμάς τη δύναμη των σημείων της γλώσσας σε κάθε ξένη γλώσσα, και να “παίζεις” γράφοντας και δανειζόμενη σημαίνοντα από την παράδοση δύο χωρών.  Η γνώση γλωσσών είναι πρώτιστα εξοικείωση με αλλότριους ήχους και σημεία (στο χαρτί), είναι ένα ευχάριστο ξεβόλεμα, σαν αυτά που οφείλει να κάνει η καλή λογοτεχνία: καθιστά ανοίκεια την πραγματικότητα.  Πόσω μάλλον όταν η ξένη γλώσσα που μελετάς χρησιμοποιείται λογοτεχνικά, δηλαδή μεταφορικά – εκεί η μελέτη της ξένης γλώσσας είναι μία ανοικείωση εις διπλούν, ξένη η γλώσσα και τα σημεία της, ξένες (μεταφορικές) και οι σημασίες του έργου.  Νιώθω τυχερή για τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκα στις μεταπτυχιακές μου σπουδές – ερευνητές και καθηγητές της Λογοτεχνίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης αλλά και στο Essex University της Αγγλίας.  Πριν είκοσι χρόνια, όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, η Αγγλική Φιλολογία φιλοξενούσε ήδη μαθήματα όπως Λογοτεχνία του Φανταστικού, Επιστημονική Φαντασία, Αφροαμερικανοί Συγγραφείς, Φεμινιστική Θεωρία, Μετα-αποικιακό Θέατρο, Σπουδές Φύλου.  Δεν ξέρω πόσα άλλα τμήματα Φιλολογίας είχαν τη δύναμη να εμβαθύνουν κοινωνικά σε αυτές τις κατηγορίες γραφής.

  • Έχετε ένα ιδιαίτερο τρόπο γραφής. Υπάρχει κάποιο μοτίβο που συνηθίζετε να χρησιμοποιείτε ή κάποιο σύμβολο, όπως τα «βότσαλα»;

Ίσως είναι αυτή η αδυναμία μου να γράφω μεγάλα πεζά ποιήματα, που λένε μία ιστορία, ή διηγήματα που κρύβουν μία εικόνα, σαν τα σύμβολα της ποίησης.  Ίσως επειδή θεωρώ τα δύο είδη, και τα δύο μικρές φόρμες, πολύ κοντά το ένα στο άλλο τελικά.

  • Πιστεύετε πως ένας συγγραφέας γίνεται ή γεννιέται; H δημιουργική γραφή, μια «μόδα της εποχής», μπορεί να δημιουργήσει νέους συγγραφείς ή η έμπνευση και αποτύπωσή της στο χαρτί είναι κάτι έμφυτο;

Με όλο τον κίνδυνο να ακουστώ συντηρητική, θα υποστηρίξω πως η λογοτεχνική γραφή δε γίνεται να διδαχθεί.  Γίνεται να κατακτηθεί η γνώση της, ναι, η θεωρία της, τα είδη, τα ρεύματα, οι σχολές, αλλά δεν γίνεται να αναπαραχθεί αυτή, η λογοτεχνική γραφή, απλά και μόνο επειδή κατακτήθηκαν κάποιες γνώσεις.  Κι αυτό γιατί πιστεύω πως η γραφή, τα σύμβολά της, όπως όλα τα σύμβολα, όπως η γλώσσα, όπως η φωνή, ξεπηδούν από μία ανάγκη, από μία έλλειψη στο υποκείμενο, έλλειψη θεμελιώδη, ίσως και τραυματική.  Οι απώλειες που λέγαμε στην αρχή.  Πρέπει να χάσεις, για να θυμάσαι, πρέπει να θυμάσαι για να είσαι, πρέπει να χάσεις για να γράψεις για να εκτονώσεις όσα θυμάσαι.  Αυτό το ζεις.  Αυτό είσαι.  Δεν διδάσκεται.

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη