Αναχρονισμοί

Κώστας Ντιος

Εκ των πραγμάτων αναλαμβάνω το μάλλον σοβαρό κίνδυνο να ομολογήσω πως δεν είμαι σκλάβος της μόδας, πράγμα που προϋποθέτει την πολυτέλεια της κεντρικής μοναξιάς του εργαστηρίου, μια πολυτέλεια που επέτρεπε άλλοτε στο Βικέντιο να κόβει όποτε ήθελε το αφτί του και η οποία στους καιρούς μας μοιάζει ανεπίκαιρη, κι ακόμη πως συχνά πυκνά κάνω άνω κάτω τα σκονισμένα αρχεία μου, μια διαδικασία που μου επιτρέπει να θυμηθώ πως όταν σε κάποιο μακρινό χειμώνα έτυχε να γεννηθώ σε κάποιο χαμένο στη γεωγραφία χωριό, τα σκηνικά που επενδύανε την παιδική μου ηλικία έμοιαζαν με ρωπογραφίες του Αδριανού βαν Οστάντε στη Βαλκανική τους εκδοχή, ο άγιος έβγαινε για βόλτα στο εξωκλήσι όπως έλεγαν όσοι ισχυρίζονταν ότι τον είδαν κι ο τσαγκάρης του χωριού, όταν η τσίκνα από την ψησταριά της πλατείας απλωνόταν σαν τελευταίο χάρισμα της μέρας πάνω απ’ τις σιωπές των ανθρώπων, αφηγούνταν στη ράθυμη ομήγυρη των αργόσχολων συγχωριανών του με κάποιες ενδιάμεσες ρητορικές παύσεις που υποτίθεται πως θα κορύφωναν το αφηγηματικό ενδιαφέρον – με πενιχρό εν τούτοις αποτέλεσμα αφού η επανάληψη της αφήγησης είχε στεγνώσει τα λόγια του από αναμνήσεις – τα κατορθώματά του στο κυνήγι το οποίο του επιφύλαξε σε κάποια πέτρινα χρόνια την εναλλαγή των ρόλων του θηράματος και του κυνηγού, κι όταν μ’ αυτά κι άλλα παρόμοια έφτασε το καλοκαίρι του ‘75 κι ο πατέρας μου αφηγείται, όχι χωρίς κάποια υφέρπουσα νοσταλγία τη φοιτητική του ζωή σε κάποια  σχολή καλών τεχνών, σκέφτομαι μιας και η πραγματικότητα αρέσκεται σε συμμετρικές συμπαιγνίες κι ανεπαίσθητους αναχρονισμούς  να σπουδάσω ζωγραφική.

«Ο πατέρας μου ο οποίος κατασκεύαζε με μεγάλη μαστοριά βιόλες, λαγούτα κι άρπες, άρχισε να μου μαθαίνει απ’ την παιδική μου ηλικία να παίζω φλάουτο και να τραγουδώ. Είχα μια ιδιαίτερη αντιπάθεια στη μουσική κι έτσι έπαιζα φλάουτο μόνο από υπακοή. Στα δεκαπέντε μου παρά τη θέληση του πατέρα μου μπήκα στο μαγαζί του χρυσοχόου Αντόνιο ντι Σάντρο, σπουδαίου τεχνίτη, τιμιότατου, μεγαλόψυχου κι αρχοντικού σε όλες τις δουλειές του. Ο πατέρας μου επέμενε να γίνω μουσικός όμως δεν μπορούσε να με αποτρέψει από ‘κείνο που μ’ έσπρωχνε η φύση. Αλιευμένος απ’ τον αμείλικτο χρόνο περιέφερα το βίο μου σε άγονες εν γένει επαρχίες ασκώντας προς γενική χλεύη διάφορα καλλιτεχνικά πάρεργα στην προσπάθειά μου να εξασφαλίσω τη δυνατότητα να ασκώ την τέχνη μου. Υπήρξα αγιογράφος σε απόμακρα εξωκλήσια, διακοσμητής σπιτιών, μουσικός – δεν ξεχνούσα να ευχαριστώ τον πατέρα μου παίζοντας κάπου κάπου φλάουτο ή κορνέτα και να τον κάνω να δακρύζει και να αναστενάζει βαθιά ακούγοντάς με – και στρατιώτης. Πότε ευγενής καλλιτέχνης και πότε άγριος κακοποιός, το ίδιο πάθος διέπνεε όλα όσα έκανα. Σκότωσα δικαίως με ένα δίκοπο μαχαίρι της Πιστόγιας τον αρκεβουζιέρη που δολοφόνησε τον αδερφό μου Τσεκίνο, ενώ όταν η τέχνη μου στο σχέδιο κι οι σπουδές μου στη μουσική πνίγηκαν στον κρότο των κανονιών, υπερασπιζόμενος τη Ρώμη, με μια μόνο κανονιά σκότωσα πάνω από τριάντα άντρες και γονατιστός ζήτησα απ’ τον Πάπα να βγάλει από πάνω μου την κατάρα γι’ αυτό το φονικό και για όσα ακόμη θα έκανα στην υπηρεσία της Αποστολικής εκκλησίας. Με τη βοήθεια ενός Σικελού παπά άσκησα την τέχνη της νεκρομαντείας. Ντυμένος όπως οι μάγοι και χαράζοντας κύκλους πάνω στο χώμα, ενώ εμφανίζονταν λεγεώνες διαβόλων μέσα στο Κολοσσαίο, καλούσα τους πρίγκιπες των λεγεώνων στα εβραϊκά, ελληνικά και λατινικά προστάζοντάς τους στο όνομα του άναρχου, ζώντος και αιώνιου Θεού. Δούλεψα σα χρυσοχόος και γλύπτης στην υπηρεσία του βασιλιά Φραγκίσκου της Γαλλίας ο οποίος μου υπενθύμιζε με ηγεμονική αυστηρότητα ότι μονάχα χάρη στις ευκαιρίες που βάζουν οι βασιλιάδες στο δρόμο τους, άνθρωποι με ταλέντο σαν το δικό μου μπορούν να δείξουν το μεγαλείο τους. Υπήρξα συγγραφέας στο βαθμό που είναι όσοι με λόγια άλλων διηγούνται δικές τους ιστορίες και κατασκευαστής νομισμάτων. Όταν έγιναν στη Φλωρεντία τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός μου «Περσέας», ο κόσμος ξέσπασε σε μια μεγάλη κραυγή θαυμασμού και δε σταμάτησε να καρφιτσώνει στο έργο επαινετικά σονέτα σε ελληνικούς και λατινικούς στίχους. Βίωσα το φαινόμενο να γίνονται οι άνθρωποι ασαφείς αναμνήσεις και συλλογιζόμενος όλος πικρία και τη δική μου μοίρα προσπάθησα να απαλλαγώ όσο μπορούσα από ψευδαισθήσεις και μεγάλες ιδέες. Μπροστά στην πύλη Μπισάγκρα του Τολέδου, κάτω απ’ τον ακανόνιστο ίσκιο των τειχών του, συνάντησα ένα μαυροντυμένο ξερακιανό γέροντα που κρατούσε παραμάσχαλα ένα πακέτο σχεδίων. Τον ρώτησα τι γνώριζε για την πολιτεία που ήταν μπροστά μας. «Όχι πολλά πράγματα», μου απάντησε. «Περάσανε άλλωστε πάνω από τετρακόσια χρόνια απ’ την ξεχασμένη στιγμή που τη ζωγράφισα κάτω από ένα σκοτεινό ουρανό καταιγίδας που τον έσχιζαν αστραπές».

Ο κόσμος στροβιλίζεται στην ‘’Κοβεντάρων’’ έξω απ’ το οίκημα που στεγάζει τη μουσική μπάντα ‘’Πανδώρα’’. Κατρακυλώ ανάμεσα στο πλήθος την ώρα που ακούγονται σποραδικοί ήχοι μουσικών οργάνων. Εκείνη τη στιγμή η Σάσκια ψιθυρίζει στο αφτί του καλλιτέχνη: «Μου λείπει η οικεία ανοικειότητα σου, η έλξη που δεν τόλμησε να ονομαστεί έρωτας, το νοιάξιμο που δεν έγινε αγάπη. Ποτέ κανείς…» συνεχίζει, αλλά τα λόγια της χάνονται μέσα στην αιφνίδια, δαιμονιώδη ομοβροντία των τυμπάνων που δίνουν το ρυθμό στη μπάντα, η οποία σα μουσικό ρολόι μετράει τους μήνες και τα χρόνια καταγράφοντας την αθόρυβη επέλαση του χρόνου και η οποία ξεκινάει για την δίκην ‘‘Nυχτερινής περιπολίας’’ περιπλάνησή της στην πόλη, παιανίζοντας επινίκια άσματα υπό την αεικίνητη μπαγκέτα του του θρυλικού της μαέστρου Πάρι Καραχάλιου, την ώρα που ο λοχαγός Φρανς Μπάνινκ Κοκ, άρχων του Πούρμεραντ και του Ιλπενταμ, όμορφα τακτοποιημένος εδώ και αιώνες μέσα στο αριστουργηματικό κάδρο του συμπολίτη του Ρέμπραντ – γιού του Χάρμεν απ’ το Ρήνο – με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία που αφήνει τη βαριά σκιά της πάνω στο χρυσοκέντητο ρούχο του υπολοχαγού Βαν Ρούτεμπουργκ και η οποία δείχνει σχεδόν παντού αλλά και πουθενά συγκεκριμένα, κάτω απ’ το βλέμμα του σημαιοφόρου Κορνέλιζεν που την προσοχή του αποσπά για λίγο ο υπολοχαγός ο οποίος κουνάει ελαφρά το κεφάλι του μονολογώντας: «μυστήριο, η ζωή μας ολόκληρη είναι ένα μυστήριο», δίνει τη διφορούμενη αλλά και ασυνήθιστη για λοχαγό εντολή στην ομάδα της πολιτοφυλακής του Άμστερνταμ που μέχρι στιγμής είναι ένα ασύντακτο χαοτικό τσούρμο: «Ξεκινάμε και βλέπουμε».

Ακούει τη φιλαρμονική καθισμένος στο μπαλκόνι του διαμερίσματος που βλέπει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Έχει υποθηκεύσει τις μέρες του στο όνειρο με μια επιμονή που μοιάζει περισσότερο με εμμονή, αφού το να μορφοποιήσεις τη συγκεχυμένη ύλη του ονείρου είναι το δυσκολότερο πράγμα με το οποίο μπορεί να καταπιαστεί κάποιος. Εγκλωβισμένος στην απάνθρωπη τέχνη του την οποία θεωρεί πλέον κακοδαιμονία, με μια περιφρονητική αμηχανία που μοιάζει με παραίτηση, αντιλαμβάνεται ότι γερνάει. Μοιάζει να έχει εγκλιματιστεί στην αποτυχία των εγχειρημάτων του και συγχέεται βαθμιαία με τη μορφή της μοίρας του που εν μέρει είναι και οι περιστάσεις. Ο χρόνος που του δόθηκε, σαν το παλιό δέρμα του φιδιού ξεκολλάει ανεπαισθήτως από πάνω του και μένει λάφυρο σε κάποιο αμπέλι στο ‘’Δερβένι’’, ενώ τη φαινομενική του ηρεμία την κηλιδώνει η ανία. Εκ πεποιθήσεως ζει μόνος. Νεότερος διολίσθησε στον πειρασμό σύνταξης παραληρηματικών επιστολών, διανθισμένων με τα ανάλογα για κάθε περίσταση ‘’post scrip- tum’’ – πλην όμως ουδέποτε αποσταλέντων – με τις οποίες υπομειδιούσε πικρά όταν έπεφτε ο κουρνιαχτός των καταστάσεων που οι άνθρωποι ονομάζουν σχέσεις. Ο τσαγκάρης μνημονεύει πίσω στο χρόνο ποτάμια, βουνά, περάσματα, συμβάντα και πρόσωπα. Ανοίγει μια παλιά βαλίτσα και μετράει αποδείξεις, δικαστήρια, θανατικές καταδίκες και υπογραφές που τον έχουν μετατρέψει σε σακατεμένη σκιά του εαυτού του: «Όπως όλοι οι φυλακισμένοι έχω βιώσει την αβεβαιότητα, την απόγνωση και τον υπαρξιακό πανικό. Κοίτα, έχω μια καμπούρα στην πλάτη. Την απόχτησα απ’ τα επαίσχυντα βασανιστήρια της φυλακής, όμως δεν υπήρξα ποτέ λιπόψυχος και ποτέ δεν υπέγραψα τις δηλώσεις μετάνοιας που μου φέρναν κάθε λίγο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή μου». Στην άκρη ενός σχοινιού που πετάει προς τα χάη, βλέπει τον Σταθάκη το συμμαθητή του στο γυμνάσιο να αιωρείται στη γωνιά μιας αποθήκης με γεωργικά σύνεργα. Κατ’ εξοχήν αφελής κι αυτοκαταστροφικός, συνήθως δυσάρεστα αιφνιδιασμένος αφού η πραγματικότητα ουδέποτε συνέπιπτε με τις προβλέψεις του, πάσχοντας όπως οι περισσότεροι από σχεδόν πλήρη έλλειψη αίσθησης επικινδυνότητας πραγμάτων κι ανθρώπων, υποψιάζεται ότι η ελευθερία που διεκδίκησε διακαώς στη έκτη δεκαετία της ζωής του θα ενοικεί εφεξής τους εφιάλτες του, αφού ξεκίνησε από μια ακατάλληλη παράκαμψη που τον έφερε ξανά στο σημείο εκκίνησης, προσθέτοντας στην κούραση του ταξιδιού τη φρίκη του να πρέπει να συνειδητοποιεί εμπράκτως το γεγονός ότι φυλακή κι ελευθερία είναι δυο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος σε αέναη περιστροφή κι ακόμη ότι η μοίρα των μοναχών είναι αυτή των λύκων. Όταν – περί λύχνων αφάς – η σιωπή κάθεται βάναυσα πάνω στους ήχους των ανθρώπων, ο Χρήστος Αρβανιτίδης απαγγέλλει από στήθους αποσπάσματα της ‘’Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών’’ του Danilo kis, στο καφενείο του χωριού που οι ντόπιοι αποκαλούν κωλομάγαζο.

Κάποιο βράδυ το Μάρτη του ’89, το χιόνι τρίζει κάτω απ’ τα πόδια μου ενώ σε κάποια σημεία του δρόμου ο καλυμμένος απ’ το χιόνι πάγος κάνει δύσκολο το βάδισμά μου. Τρείς ώρες μετά τα μεσάνυχτα, έχοντας απολαύσει κρασί δεκαπέντε χρόνων δραπέτευσα από ένα αθέατο παράθυρο του σπιτιού της. Κρεμάστηκα για λίγο απ’ το περβάζι του παραθύρου κι ύστερα αφήνοντας τα χέρια προσγειώθηκα απαλά πάνω στο παχύ στρώμα του χιονιού. Βγαίνοντας στον κεντρικό δρόμο, μια σκιά χάθηκε τρέχοντας προς τη νύχτα. Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη του πανωφοριού  όπου έκρυβα ένα μικρό μαχαίρι.

«Τον Απρίλη του 1539 ένα βράδυ γιορτής, αποφάσισα να δραπετεύσω απ’ το κάστρο Σαντ – Αντζελο όπου με είχαν φυλακίσει άδικα κατηγορώντας με ότι έκλεψα πετράδια από τις μίτρες, τις τιάρες και τα δαχτυλίδια του Πάπα Κλήμη και όπου είχα για φύλακα ένα τρελό φρούραρχο που πίστευε ότι είναι νυχτερίδα. Με μεγάλο κόπο έβγαλα τα καρφιά απ’ τους μεντεσέδες της πόρτας. Φορούσα άσπρη καζάκα, άσπρο παντελόνι κι’ ένα ζευγάρι μπότες όπου είχα κρύψει το εγχειρίδιό μου. Κρατώντας τη μία άκρη του σχοινιού που είχα φτιάξει από τα σεντόνια μου κι’ αφού προσευχήθηκα στο Θεό να υπερασπίσει την αγαθή μου υπόθεση, αφέθηκα μαλακά κι’ έφτασα κάτω. Δεν ήταν διόλου εύκολο. Είχα γδάρει τις παλάμες μου που είχαν καταματώσει. Στάθηκα να ξαποστάσω λίγο και μέσα στη απελπισία μου έπλυνα τα χέρια μου απ’ τα αίματα με τα ούρα μου. Σαν ανακουφίστηκα αρκετά τράβηξα για το δεύτερο τοίχο. Έδεσα το σχοινί κι’ αφέθηκα να πέσω πάλι. Τα χέρια μου δε μπόρεσαν να κρατήσουν το βάρος μου κι έπεσα χτυπώντας στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Έμεινα αναίσθητος για πάνω από μια ώρα απ’ ότι μπορώ να κρίνω. Όταν ο παγωμένος αέρας με συνέφερε λίγο πριν το χάραμα, διαπίστωσα ότι το δεξί μου πόδι είχε σπάσει τρεις ίντσες πάνω από το γόνατο. Έκοψα ένα κομμάτι απ’ το λινό που μου περίσσευε, έδεσα το πόδι μου όπως όπως και σύρθηκα με τα τέσσερα προς την πύλη του κάστρου. Έβγαλα την πέτρα που κρατούσε κλειστή την πόρτα, την έσπρωξα λίγο και σύρθηκα κάτω από το άνοιγμά της».

«Η Ιστορία γράφεται απ’ τους νικητές. Τους θρύλους τους πλάθει ο λαός. Οι συγγραφείς επινοούν. Μόνο ο θάνατος δε μπορεί να αμφισβητηθεί».

«Το καλοκαίρι του 1610 αναχώρησα για τη Ρώμη μετά από μακροχρόνια εξορία. Επιβιβάστηκα σε μια φελούκα παίρνοντας μαζί μου ορισμένους πίνακες που τους προόριζα για τον καρδινάλιο Σιπιόνε Μποργκέζε. Η φελούκα έπιασε στο Πάλο, ένα μικρό λιμάνι στις εκβολές του Τίβερι όπου υπήρχε ένα μικρό κάστρο. Ο διοικητής του κάστρου με έθεσε υπό κράτηση προκειμένου να ελέγξει την εγκυρότητα των πιστοποιητικών μου. Το πλοίο που δε μπορούσε να περιμένει έβαλε πλώρη για το Πόρτο Ερκολε. Βγήκα απ’ τη φυλακή καταβάλλοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ξεκίνησα σε αναζήτηση του πλοίου επιδιώκοντας απελπισμένα να σώσω τα υπάρχοντά μου και ιδιαίτερα τους πίνακές μου. Η διαδρομή ανάμεσα στο Πάλο και το Πόρτο Ερκολε ήταν μια δύσκολη διαδρομή στην οποία υπήρχαν ελάχιστα ψαροχώρια κι ελώδεις περιοχές που την κατέκλυζαν τα κουνούπια κι αφθονούσαν οι παράνομοι κι οι ληστές. Ταξίδευα πότε δια θαλάσσης και πότε δια ξηράς συχνά με τα πόδια. Αδυνατώντας να ξαναβρώ τη φελούκα, απελπισμένος κι έχοντας πυρετό σύρθηκα σε κάποιο σημείο της ακτής. Ο ήλιος φλόγιζε την παραλία και η άμμος ζεματούσε κάτω απ’ το σώμα μου. Οι διαψεύσεις ακολουθούσαν το αμφίβολης αξίας ράθυμο παρελθόν μου σε σημείο που η ζωή μου να μοιάζει με συνονθύλευμα διαψεύσεων. Η ανολοκλήρωτη τέχνη μου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ακόμη έκφραση της ανολοκλήρωτης ζωής μου ενώ η απεικόνιση στα έργα μου της οικτρής πτώσης των ανθρώπων, ένας τερατώδης αντικατοπτρισμός της μοίρας μου. Σε λίγο θα ήμουν τροφή των γλάρων και των σκυλιών της παραλίας. Μη έχοντας την παραμικρή πλέον ελπίδα, δεν ένοιωθα τον παραμικρό φόβο. Όπως χυνόταν η άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου έτσι χυνόταν και η ύπαρξή μου ανάμεσα στα δάχτυλα ενός αινιγματικού κι ανεξιχνίαστου Θεού».

«Ο Μικέλε ανέβηκε λαθραία στη φελούκα έχοντας στα χέρια του την Παπική συγγνώμη για το φόνο του Ρανούτσιο Τομασσόνι που είχε δια- πράξει στη Ρώμη. Έγινε αντιληπτός στα μισά της διαδρομής και του κράτησαν τις αποσκευές σαν ενέχυρο για το υπόλοιπο ταξίδι. Αυτός επιτέθηκε σε ένα ναύτη και τον μαχαίρωσε στην κοιλιά. Οι υπόλοιποι τον πλήγωσαν σοβαρά με τα σπαθιά τους. Για μια ανόητη, απλήρωτη επιβίβαση στο πλοίο, στις 18 Ιουλίου του 1610 οι ναύτες πετάξανε το σώμα του στην ακτή του Πόρτο Ερκολε. Πληγωμένος θανάσιμα σύρθηκε για εφτακόσια μέτρα προσπαθώντας να ζητήσει από κάπου βοήθεια. Τελικά, πέθανε μόνος κι αβοήθητος από Θεό κι ανθρώπους, δυστυχής όπως είχε ζήσει».

Σε άγρυπνες συνομωσίες οι ψάλτες μουρμουρίζουν στο Ιερό. Ο έρωτας, αποστειρωμένη εικόνα, τεμαχίζει τις μέρες ενός αρχαιοκάπηλου λαού που παζαρεύει τη μνήμη των νεκρών του. Στο δάπεδο της κλινικής χυμένος ο πανικός της Ζαφειρίας. Βουλιάζουν οι μέρες στο αλκοόλ, οι ώρες χάρτινες, ο ορίζοντας χαμηλός. Το γλυκοχάραμα ο αέρας φέρνει στ’ αφτιά  μου  των  πεθαμένων  το  εγιαμόλα,  εκεί  στην  παραλία  της Σαλονίκης,  εκείνο  τον  Απρίλη του  2002.

«Το όνομά μου είναι Μπενβενούτο και είμαι γιός του μαέστρο Τζιοβάννι, γιού το Αντρέα, γιού του Κριστόφανο Τσελλίνι. Μητέρα μου ήταν η μαντόνα Ελιζαμπέτα θυγατέρα του Στέφανο Γκρανάτσι. Και οι δυο γονείς μου ήταν Φλωρεντίνοι πολίτες. Τον Οκτώβρη του 1562 ο δούκας Κόζιμο ο Μέδικος, προστάτης μου, έφυγε για ταξίδι με όλη του την αυλή για την Πίζα μέσα από τους βάλτους της Σιένας. Ο καρδινάλιος Ιωάννης, το δεξί χέρι του δούκα ένα όμορφο και καλόκαρδο παλικάρι, πρώτος αρρώστησε απ’ το φαρμακερό αέρα της Μαρέμμα. Σε λίγες μέρες τον χτύπησε μολυσματικός πυρετός κι ύστερα πέθανε. Άφησα να περάσουν κάμποσες μέρες ώσπου να στεγνώσουν – καθώς σκέφτηκα – τα δάκρυά τους. Και τότε ξεκίνησα για την Πίζα».

Παρέμβαση, Περιοδικό λόγου & τέχνης, Τεύχος 207-208, άνοιξη 2022