Tο ημερολόγιο μιας Οδύσσειας

Gilles ORTLIEB

μτφρ. Αναστασία Βατάλη


Την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 1942, στο Κάιρο με τη σύζυγό του Μαρώ όπου οι διπλωματικές του υποχρεώσεις τον ανάγκασαν να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση στην εξορία, ο Γιώργος Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Δέκα η ώρα το βράδυ, μετά το φαΐ. Έξω οι θόρυβοι που μας έχουν σπάσει τα νεύρα. Τραμ, καμπάνες, τριξίματα φρένων, τρόμπες, γραμμόφωνα, φωνές Αραπάδων, πέταλα αλόγων, σιδερικά».

Μερικούς μήνες αργότερα, στα μισά του Απρίλη 1943, σημειώνει με ακόμα πιο τηλεγραφικό τρόπο: «… ατμόσφαιρα καβαλίνας, βρώμας και καταλαλιάς».

Στις 30 του ίδιου μήνα: «Δρόμοι του Καΐρου γεμάτοι μπανανόφλου- δες῾ άλλες από τους Αραπάδες και άλλες απ’ τους πολιτικούς».

Τον Αύγουστο του 1944, τότε που η προοπτική της επιστροφής στην Ελλάδα επιτέλους συγκεκριμενοποιείται, ο Σεφέρης δημοσιεύει στην Αιγυπτιακή πρωτεύουσα, σε μια έκδοση εκτός εμπορίου περιορισμένη σε μερικές δεκάδες αντίτυπα, το εικονογραφημένο χειρόγραφο Ημερολόγιο Καταστρώματος ΙΙ το οποίο περιέχει ένα ποίημα με τίτλο πολύ καβαφικό, Μέρες τ’ Απρίλη ‘43, όπου διαβάζουμε αυτούς τους στίχους:

Τρουμπέτες, τραμ, βορβορυγμοί, τρίξιμο φρένων

χλωροφορμίζουν το μυαλό του όπως μετράς

όσο βαστάς κι έπειτα χάνεσαι

στη νάρκη και στο έλεος του χειρούργου.

Στους δρόμους περπατά με προσοχή, να μη γλιστρήσει

στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες

ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι,(…)

Προχωρεί παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος,

κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα

σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά.

Αυτό είναι απλώς ένα παράδειγμα, ανάμεσα σε άλλα. Διακρίνει όμως κανείς το είδος της γέφυρας που ο ημερολογιογράφος προσέφερε στον ποιητή, ποιες λεπτομέρειες προκαλούσαν την προσοχή του και πώς αυτές οι λεπτομέρειες, τελικά, βρήκαν τη θέση τους σε ένα ποίημα, ψηφίδες ενός μωσαϊκού που τρέφουν τη φαντασία για έναν τόπο και ένα περιβάλλον, το κλίμα μιας εποχής. Φυσικά εδώ έχουμε να κάνουμε με το ημερολόγιο ενός ποιητή, το οποίο όμως δεν αφήνεται ποτέ στο είδος, το μερικές φορές συζητήσιμο, της πρόζας της λεγόμενης ποιητικής, αντιθέτως:  ακόμα  και  αν  πρόκειται  για  αναφορά  στο  περιστασιακό  ή  στο τυχαίο των ημερών, για να παραπονεθεί ή, πιο σπάνια, για να εκφράσει την ικανοποίησή του, οι λεπτομέρειες που αναφέρονται σ’ αυτές τις σελίδες προσπαθούν να παρακάμψουν όλες τις πτυχές του πραγματικού χωρίς να παραμερίσουν εκείνες της πρόζας, που είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να αντλήσει ένα νόημα και, ενδεχομένως, μαθήματα για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει απέναντι σε μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Αυτό το ημερολόγιο, ο Σεφέρης το κρατά ανεπίσημα (ενδιάμεσα βρέθηκαν σημειώσεις πιο παλιές, από την εφηβική του ηλικία) από τις 16 Φεβρουαρίου 1925, όταν τελικά αποβιβάστηκε στο λιμάνι του Πειραιά μετά από μια παραμονή έξι ετών στο εξωτερικό, στο Παρίσι κυρίως, όπου ολοκλήρωσε με βαριά καρδιά τις σπουδές Νομικής που θα του ανοίξουν  σύντομα το δρόμο για την διπλωματική καριέρα..

Ο νεαρός άντρας (γεννήθηκε στην αρχή του αιώνα, το 1900) δεν μπορεί πια να υπεκφεύγει από αυτό που ορίζει ως «η αναπόφευκτη δοκιμασία»: τη συνάντηση με τη χώρα του και το πένθος για την πατρίδα της ψυχής της παιδικής του ηλικίας, τη Σκάλα στα Βουρλά, πλέον στις τουρκικές ακτές και από την οποία η «καταστροφή» της Μικράς Ασίας- που εξεδίωξε όλους τους Έλληνες υπηκόους μέσα σε δραματικές συνθήκες – τον ξέκοψε τελειωτικά μερικά χρόνια νωρίτερα, το 1922.

Ο παλιός μαθητής του Γαλλικού Λυκείου της Σμύρνης που στο μεταξύ εξελίχτηκε σε τέλειο δίγλωσσο (κατόρθωσε, μάλιστα, να γράψει ποιήματα στη γλώσσα μας) είχε τόσο επηρεαστεί από τη γαλλική κουλτούρα- αυτήν που ενσάρκωναν τότε η NRF (Nouvelle Revue Francaise – Νέα Γαλλική Επιθεώρηση) του Jacques Rivière, του Paul Valéry, του Julien Benda, του Remy de Gourmont, του Alain, αλλά και του Jules Laforgue, του Paul-Jean Toulet, του Léon-Paul Fargue και πριν απ’ αυτούς του Rabelais, του Villon ή του Montaigne – που η ελληνική του ταυτότητα, κατά δική του ομολογία, απειλήθηκε.

Η επιστροφή στην Eλλάδα θα του επιτρέψει να εμβαθύνει στον εαυτό του, πράγμα με το οποίο ασχολείται επί μακρόν στο ημερολόγιο, αλλά και στις σκέψεις του για το νόημα και το περιεχόμενο ενός ζωντανού ελληνισμού που τον τοποθετεί στον αντίποδα ενός απολιθωμένου νεοκλασικισμού, ή για τη «δημοτική» γλώσσα που κραδαίνει κατά των υπερασπιστών της καθαρεύουσας, που είναι ταυτόχρονα πρώτη ύλη και κλειδί ομολογίας του μελλοντικού ποιητικού του έργου. Διότι πρόκειται πράγματι για μια επανοικειοποίηση στην οποία τον βλέπουμε να προ- βαίνει με μικρές πινελιές, με διαδοχικές εξετάσεις συνείδησης και με μια σώρευση λεπτομερειών και καταστάσεων που αναφέρει σταδιακά, χωρίς ποτέ να αποβλέπει- άρα παρά τη θέλησή του; – σε μια αποσπασματική αισθητική.

Σ’ όλα τα παραπάνω θα προστεθούν σύντομα οι σκοτούρες της επαγγελματικής ζωής που τον απορροφούσε όλο και περισσότερο, κατόπιν σημάδια όλο και πιο πολλά και ανησυχητικά που μετατρέπουν λίγο – λίγο σε βεβαιότητα την αίσθηση πως η ιστορία αυτό τον καιρό παρασύρεται, επιταχύνεται, μπροστά στην καταστροφή που γνωρίζουμε.

Ο παρών τόμος διακόπτεται το 1944, με τα αιματηρά γεγονότα του Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, όμως ο Σεφέρης θα παραμείνει πιστός στο ημερολόγιό  του  μέχρι  τέλους,  με  τελευταία  χρονολόγηση  11  Μαΐου 1971, μερικούς μήνες προτού υποκύψει στις μετεγχειρητικές επιπλοκές, στις 20 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς.

Το σύνολο είναι αξιόλογο: εννέα τόμοι συνολικά, εκ των οποίων οι πρώτοι θα εκδοθούν τρία χρόνια μετά το θάνατό του, και που ο τελευταίος κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2019. Γνωρίζουμε ότι ξαναδιάβασε προσεκτικά τις σελίδες των τεσσάρων πρώτων τόμων που περιέχονται σ’ αυτό το βιβλίο και επίσης ότι σκόπευε κάποια στιγμή να δημοσιεύσει τον πέμπτο τόμο, που ήταν έτοιμος για εκτύπωση- εκείνον που θα μεταφραστεί με τον τίτλο Ημερολόγιο 1945-1951 από τον Lorand Gaspar στο Μercure de France  το 1987 -, αν το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 21 Απριλίου 1967 δεν τον είχε οδηγήσει στην απόφαση να ματαιώσει κάθε δημοσίευση για να μη φανεί ότι υποστηρίζει το καθεστώς των συνταγματαρχών. Η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη, ακολουθούμενη από πολυάριθμο πλήθος στους δρόμους της Αθήνας, θα φανεί εξάλλου, εκ των υστέρων, σαν η πρώτη μαζική διαδήλωση εναντίον μιας μισητής δικτατορίας.

Ο Denis Kohler, ο οποίος εργάστηκε ακατάπαυστα για την αναγνώριση του Γιώργου Σεφέρη στη Γαλλία- στον οποίο αφιέρωσε πολλές εργασίες και μετέφρασε τις Δοκιμές καθώς και μια σημαντική επιλογή από Σελίδες Ημερολογίου– διακρίνει πολλά είδη προσωπικών ημερολογίων: εκείνα που πηγάζουν από μια μεθοδική ενδοσκόπηση και που ο Amiel θα ήταν ο πιο προφανής εκπρόσωπος, δίπλα στον Πορτογάλο συγγραφέα Michel Torga για παράδειγμα, στην Anaїs Nin ή και στον Stendhal˙ εκείνα στα οποία οι σημειώσεις μοιάζουν περισσότερο με ένα χρονικό, πολύ λογοτεχνικό, καλών και κακών ημερών, όπως τα ημερολόγια του Paul Leautaud, των αδελφών Goncourt, του Jules Renard˙ και εκείνα που υποστηρίζουν ένα έργο την ώρα της δημιουργίας του, a work in progress, όπως το Ημερολόγιο του Franz Kafka, το επάγγελμα του να ζεις του Cesare Pavese, το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα της Virginia Woolf ή επίσης το Ημερολόγιο του Gide, το οποίο ρίχνει μια επίμονη σκιά στις Μέρες και τους χρησιμεύει κατά πάσα πιθανότητα ως πρότυπο. Μπορεί αυτό το ημερολόγιο να κατέχει αναμφισβήτητα μια θέση μοναδική, ανάμεσα – αν μπορούμε να το πούμε- στο Hμερολόγιο του Witold Gombrovicz, Tα Απομνημονεύματα  του  Victor  Hugo  και  το  Zibaldone  του  Giacomo Leopardi.

«Οι βιογραφίες μας μαθαίνουν προπάντων πως η ιστορία μιας ζωής είναι κάτι ασύλληπτο (Emily Dickinson) – δεν θυμάμαι πια από που το σημείωσα αυτό. Αλλά θα το έβαζα για υπογραφή στα ημερολόγιά μου», γράφει ο Σεφέρης, στις 25 Φεβρουαρίου 1956.

Οι σελίδες αυτού του ημερολογίου όσο χασματώδεις κι αν είναι σε κάποια σημεία, όσο βουβές κι αν είναι εκείνες που άφησε λευκές επίτηδες σε ανάμνηση ενός προσωπικού γεγονότος, μας επιτρέπουν να διαβλέψουμε τον ψυχόκοσμό του σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα πρώτα χρόνια, που η αυτοαναφορικότητα φαίνεται να κυριαρχεί στο θέαμα του κόσμου που τον περιτριγυρίζει και από τον οποίο τρέφεται, λίγο λιγότερο στη διάρκεια των ετών του πολέμου και της εξορίας, που οι περιστάσεις οδηγούν μερικές φορές τον δημιουργό Σεφέρη να σβήνει μπροστά στον κ. Σεφεριάδη (το πραγματικό επώνυμό του), υπεύθυνο της υπηρεσίας του Ξένου Τύπου στο Κρατικό Γραφείο Τύπου και Πληροφόρησης, και που παίζει πάνω από μια φορά ένα ρόλο πρώτης γραμμής στα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται μέρα με τη μέρα, σε πραγματικό χρόνο.

Αυτές οι παράλληλες ζωές, μέσα στο χωνευτήρι ενός χρονικού που έχει – έτσι όπως το εισπράττει κανείς σχεδόν σε κάθε σελίδα – ζωτική σημασία για εκείνον που το γράφει, αποτελούν τελικά μια και μόνο: είναι ο ίδιος άνθρωπος που αναθεματίζει τους συναδέλφους του στο γραφείο και όταν γυρίσει στο σπίτι περνάει τα βράδια του με τον κ. Teste, είναι ο ίδιος που υποφέρει από την εξορία στην ύπαιθρο της Αλβανίας και μεταφράζει το Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό του Ηenri Michaux, ο ίδιος που συναναστρέφεται πριγκίπισσες σε πλούσια σαλόνια και συνομιλεί με λαϊκούς ανθρώπους σε ασφυκτικά γεμάτα βαγόνια τρίτης θέσης, που υποδέχεται στην Αίγυπτο μια αντιπροσωπεία Ελλήνων ανταρτών, ενώ δημοσιεύει την ίδια περίοδο, για λογαριασμό του συγγραφέα, ποιητικές συλλογές που υποσχέθηκε σε εμπιστευτική συνομιλία.

Όμως το ημερολόγιο αυτό δεν έχει μόνο την αξία πολύτιμης μαρτυρίας, στο πρώτο πρόσωπο, για τον ίδιο και τα γεγονότα που ζει, αξίζει επίσης για όλες τις προσωπικότητες, τις μερικές φορές αξιόλογες, που συναντά κανείς σ’ αυτό: τον Γιώργο Κατσίμπαλη, τον «κολοσσό του Μαρουσίου» που εξυμνήθηκε από τον ίδιο τον Henri Miller και τους Durrell, τον Panaїt Istrati, τον Georges Henein, τον Curzio Malaparte, τον André Gide τον οποίο ο Σεφέρης γνώρισε τον Απρίλιο του 1939, τις εξέχουσες προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων όπως τον Νίκο Καζαντζάκη, τον μυθιστοριογράφο Γιώργο Θεοτοκά ή τους ποιητές Άγγελο Σικελιανό και Οδυσσέα  Ελύτη. Και επίσης, ανάμεσα στα αναρίθμητα πορτρέτα προσώπων που συναντά, οι σιλουέτες ενός πλανόδιου πωλητή στους πρόποδες της Ακρόπολης, ενός Ζουλού στην πόλη Durban ή ενός χρυσωρύχου σε έναν σταθμό του Transvaal, πράγματα ανάλογα μ’ αυτά που ο Καβάφης παρατηρούσε στη διάρκεια της ζωής του στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, μια νηοπομπή στον Τάμεση που την περιγράφει σαν πομπή από φελούκες στο Νείλο ή μια αναφορά στο χαμάμι της Ερυθράς θάλασσας πριν διασχίσουν τον ινδικό ωκεανό καθώς και ένα  ταξίδι με υδροπλάνο  στην Αφρικανική Ήπειρο.

H παρατηρητικότητά του αποτυπωμένη στο χαρτί που τον κάνει να περιγράφει έναν αγώνα μποξ ή ένα Ιταλικό χωριουδάκι το ίδιο λεπτομερώς με μια φλούδα ακαζού ή την τομή ενός αγκαθιού από αχινό, οδηγεί τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι έχει να κάνει, περιστασιακά, με έναν λεξικογράφο, μουσικολόγο, βοτανολόγο, γενεαλόγο, διευθυντή επιθεώρησης, επιγραφιολόγο ίσως, και συνεχίζω. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον ημερολογιογράφο να αφεθεί σε αφηγηματικές φαντασιώσεις ή φάρσες σχεδόν σαν εκείνες του Gide που αποτελούν επίσης μια λειψανοθήκη από μυθιστορηματικές απόπειρες σ’ αυτό το ημερολόγιο, δίπλα σε διηγήσεις ονείρων, αντιγραφή επιστολών που απευθύνονται σε δικούς του και αναρίθμητες ποιητικές ασκήσεις σαν τον μουσικό που δουλεύει τις κλίμακές του: «Η μόνη κλίση που έχω είναι να θέλω να φτιάξω ποιήματα, υπομονετικά, πεισματάρικα, δουλεύοντας μήνες και χρόνους, σαν Κινέζος ή μανιακός χειροτέχνης…(1η Μαρτίου 1927).

Αυτή η κλίση, και ο πολλαπλασιασμός των σημειώσεων που έχουν σχέση με τα διπλωματικά του καθήκοντα, θα οδηγήσουν τον Σεφέρη, από τα τέλη του 1935, να κρατά ένα παράλληλο ημερολόγιο (Πολιτικό ημερολόγιο, σε δυο τόμους, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα μετά το θάνατό του), στο οποίο θα καταγράφει τις λεπτομέρειες των συναντήσεών του και των υποχρεώσεων της υπηρεσίας, εκείνες των ανεπανόρθωτα διαλυμένων ανθρώπινων σχέσεων, το πολύ φορτωμένο πρόγραμμα, και όλες τις περιπλοκές ενός μικρού πολιτικού κουβαριού το οποίο όμως, όπως φαίνεται τελικά στο παρόν ημερολόγιο, συχνά δεν διαχωρίζεται. Μια παραχώρησή του ωστόσο του επιτρέπει να μην παρεκκλίνει πάρα πολύ από τον στόχο που είχε βάλει: «Ένας μήνας δεν έγραψα τίποτα εδώ. Τα μόνα που θα μπορούσα να είχα σημειώσει pro memoria θα ήταν πράγματα που αφορούν την καθημερινή πολιτική κουζίνα. Αλλά είδα πως αυτά σ’ ένα τετράδιο σαν και τούτο δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα παρά να μεταφέρουν τις αηδιαστικές ραδιουργίες του προσφυγικού μας στρατοπέδου στις λίγες ανεξάρτητες στιγμές που προσπαθώ, αν μπορώ, να διαφυλάξω…» (30 Ιανουαρίου 1944)

Η ελευθερία που διεκδικεί, είναι το να αντιγράφει με το χέρι, για παράδειγμα, τα ποιήματα του Καβάφη στον οποίο θέλει εδώ και καιρό να αφιερώσει ένα δοκίμιο, να ενσκήψει σε εκείνα με τα οποία ήδη ασχολείται, όπως στον Ανδρέα Κάλβο, τον Διονύσιο Σολωμό ή τον Μακρυγιάννη, τους γνήσιους κήρυκες του ελληνισμού, και κατ’ αρχήν να ανοίξει για τον ίδιο ένα μονοπάτι που να του επιτρέπει να εκφράζεται για λογαριασμό του σε μια γλώσσα προσωποποιημένη, χωρίς ανατροπές ούτε αλληλεπιδράσεις: «Εκείνο που κανένας δεν κατάλαβε ακόμη, εκείνο που γυρεύω είναι η πιο ίσια έκφραση σαν τεντωμένη χορδή.» (13 Οκτωβρίου 1931). Ή επίσης «το μόνο που θέλω είναι να είμαι άνθρωπος χωρίς επίθετο. Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω˙ όλο το ζήτημα είναι πως να απογυμνωθεί κανείς…» ( 8 Μαΐου 1932).

Αν η σημασία αυτών των σελίδων του ημερολογίου για κείνον που τις συνέταξε και τις συγκέντρωσε με τόσο πείσμα προκαλεί κάποια αμφιβολία, η στάση τού ημερολογιογράφου ως προς αυτές προκαλεί ωστόσο μερικά ερωτηματικά για το ειδικό βάρος που τους έδινε στα πεδία της εσωτερικής του ζυγαριάς. To γεγονός ότι βρήκε στο ημερολόγιο ένα αποκούμπι, μια πνευματική άσκηση, ίσως ένα εργαστήριο, ακόμα και μια εκτόνωση ή, αντιθέτως, μια αθέατη περιοχή κατάθεσης πρώτης ύλης για ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του δημιουργίας- χωρίς να αναφέρουμε όλα τα χωρία που μετέφερε από εκεί ή κυριολεκτικά εισήγαγε στο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη– δεν αλλάζει τη διαπίστωση ότι στο λογοτεχνικό, ιστορικό ακόμα και στο γλωσσολογικό πεδίο, η ευρύτητα των ιδεών που πηγάζει – με τις αδιαλλαξίες του – από τη διαύγειά του και την ευθύτητά του αποδεικνύει ότι πρόκειται για ένα μνημείο χωρίς όμοιό του στον αιώνα του και στη χώρα του. Πράγμα που δικαιολογεί άλλωστε, εκ των υστέρων, την απονομή στον συγγραφέα του, τον Οκτώβριο του 1963, του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, για πρώτη φορά σε Έλληνα δημιουργό. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1940 σημειώνει:

«Νύχτα. Κοντεύουν μεσάνυχτα˙ Ξεφύλλισα λίγο το τετράδιο που τελείωσα το απόγευμα. Δεν πήγε και τόσο άσχημα. Δε θέλω να πω πως με ικανοποιεί. Ένα ημερολόγιο σε τι μπορεί να ικανοποιήσει; Είναι εργαλείο, δεν είναι έργο. Ούτε, για όνομα του Θεού, πως με αντιπροσωπεύει, όπως έλεγε ο φίλος. Τα πράγματα που μας αντιπροσωπεύουν είτε είναι όλα τα πράγματα που κάναμε, είτε ίσως, ανεξερεύνητα κι από την ίδια τη σκέψη μας ακόμη, δεν είναι αυτές οι λίγες στιγμές που έτυχε να ξεβάψουν στο χαρτί.»

Δέκα χρόνια αργότερα, το Σάββατο 4 Ιουνίου 1949, ο Σεφέρης θα καταγράψει αυτήν την ομολογία, που διαβάζουμε σήμερα, την κατά κάποιον τρόπο, περιφρονητική: «Δεκαπέντε μέρες τώρα ξανάπιασα το ξεκαθάρισμα και την αντιγραφή του ημερολογίου από το 1925 ως το τέλος του ’47. Τώρα είναι ο μόνος τρόπος για να επιβάλω στον εαυτό μου κάποιαν άσκηση. Έβαλα στο καθαρό καμιά πενηνταριά σελίδες του ’38- 39˙ με κούρασαν περισσότερο παρά αν έγραφα ένα βιβλίο.

Δουλειά «δεύτερης ή τρίτης ζώνης». Όμως και στα περασμένα, σε πολύ πιο ζωντανούς καιρούς, μου έτυχε συχνά να σκεφτώ πως έπρεπε κάποτε ν’ αποφασίσω να την κάνω ή να τα κάψω αυτά τα σημειωματάρια. Τώρα που αντιγράφω και, μπορώ να προσθέσω, ξαναδιαβάζω για πρώτη φορά, συνέχεια από την αρχή, τις γραμμές αυτές που έγραψα όπως το ’φεραν οι περιστάσεις, σημειώνω ότι δεν πρόκειται για εξομολογήσεις, μήτε για προσπάθεια να υπογραμμίσω τα πιο αξιόλογα. Μπορεί το ημερολόγιο να έχει κάποια συμμετοχή σ’ αυτά, όπως κι ο εαυτός μου συμμετέχει σε ό, τι ζω. Αλλά δεν έχει ούτε καν την έφεση προς την πληρότητα. Είναι, το πολύ, τα ίχνη που αφήνει κανείς καθώς διαβαίνει.» «Τα πατήματα στο χιόνι», για να θυμηθώ τη μουσική εκείνη του Claude- Αchille Debussy˙ ίχνη από λίγες στιγμές που δεν είναι πάντα οι πιο σημαντικές, αλλά οι πιο εύκαιρες˙  εκείνες που έλαχαν».

Ένα εργαλείο, ίχνη, βήματα στο χιόνι, «ρούχα φθαρμένα» – όπως αυτή η σελίδα του ημερολογίου της 15ης Μαρτίου 1950, αν και είναι περιττό- το επιβεβαιώνει: «Με τα βιβλία που είχε την καλοσύνη να μου φροντίσει ο Ζ, στο Παρίσι, έλαβα το ημερολόγιο του Stendhal. Αρχίζει έτσι: «Μιλάνο, 28 Ζερμινάλ του έτους ΙΧ. – Επιχειρώ να γράψω την ιστορία της ζωής μου μέρα τη μέρα. Δεν ξέρω αν θα έχω τη δύναμη να πραγματοποιήσω αυτό το σχέδιο, που το είχα ξεκινήσει ήδη στο Παρίσι. Να κιόλας ένα λάθος στα γαλλικά˙ θα υπάρξουν πολλά λόγω της αρχής μου να μην ενοχλούμαι και να μην σβήνω ποτέ. (εγώ το υπογραμμίζω.)»

Τη συλλογίζομαι αυτή την περικοπή τούτη την εβδομάδα. Πάει καιρός που άρχισα την ταχτοποίηση των προσωπικών μου σημειώσεων, από τα 1925. Σποραδικά πρόπερσι, εντατικά ως το τέλος του ’49, έγραφα πολύ πιο ακατάστατα, κι εγώ «sans me gêner et sans effacer». Όμως δεν είχα σκοπό «να γράψω την ιστορία της ζωής μου μέρα με τη μέρα». Μέρα με τη μέρα ζούμε τη ζωή μας˙ δεν τη γράφουμε – το γράψιμο, ό, τι και να κάνεις, είναι μόνο ένα μέρος της ζωής.»

Το 1933, με τη συνήθη διαύγειά του και, στην προκειμένη περίπτωση, προφητική ο Γεώργιος Σεφέρης αναρωτιόταν στο ημερολόγιό του: «Τι θα γίνει πάλι τώρα με το ταπεινό μου υποκείμενο, δεν ξέρω. Αθήνα; Δαμασκός; Νινανί; Ατλαντίς; Σειρήνες; Κύκλωπες; Λωτοφάγοι; Ο κόσμος είναι απέραντος…»

Kαι ενώ οι μακρές περιπλανήσεις του ή ο περίπλους του, αργούσαν να τελειώσουν – όπως θα επιβεβαιωθεί από το δεύτερο και τελευταίο βιβλίο που θα περιέχει τους τελευταίους τόμους της πρωτότυπης έκδοσης των Ημερών, σε ένα μέλλον, ας ελπίσουμε, όχι πολύ μακρινό – καλύτερα τώρα να αφήσουμε αυτόν τον ταξιδιώτη του περασμένου αιώνα να περιγράψει μόνος του την προσωρινή επιστροφή του στην Ιθάκη, την Κυριακή 22 Οκτωβρίου 1944:

«Όταν μπαίνει κανείς στην Ελλάδα, το αίσθημα όχι πως προχωρείς, αλλά πως ανεβαίνεις σκαλοπάτια, πως περνάς ένα κατώφλι. Άλλος κόσμος, σε άλλο επίπεδο. Σήμερα πρωί η ανατολική ουρά της Ύδρας, ο Πόρος, έπειτα το Όρος της Αίγινας ένα αγκάθι πίσω απ’ τον κάβο, κι έπειτα, με τα γυαλιά, η Ακρόπολη. Ήμουν, νομίζω, ο πρώτος που την ξεχώρισα. Όλοι, ξένοι και δικοί μας, στρατιώτες και βαθμοφόροι, όλο το πλήρωμα, απ’ τη μιαν άκρη του καραβιού ως την άλλη, είχανε σταματήσει σε μιαν απόλυτη σιγή, όπως όταν ο αρχιμουσικός χτυπήσει το ραβδί του στο αναλόγιο, σε μιαν αίθουσα συναυλίας.

Σήμερα κλείνω ακριβώς τριάμισι χρόνια από τότε που έφυγα από τον Πειραιά στις 22 τ’ Απρίλη 1941.

Η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου..»

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022