Στα μέρη αυτά περπάτησε ο πατέρας – Ο υδατώδης χυμός των ρητινοφόρων δέντρων

Αντώνης Κάλφας

Στα μέρη αυτά περπάτησε ο πατέρας

να φέγγει η όψη του σαν το νεράκι στο ισκιωμένο πλατανόρεμα

Γιάννης Ρίτσος

στον Γιώργο Α. Κ.—ελάχιστος έπαινος

Σκληρή, κεκαυμένη ύλη ο τόπος. Υγρή βλάστηση, χαμόδεντρα και πλήθος ανυπάκουων πουλιών έτειναν να πιστέψουμε πως κάτι γίνεται εδώ, θαύματος ισότιμο και πως τα επαρκή φρεάτια επινοούν για χάρη μας βότανα μαγικά, χορταστικές περιπολίες στα μυστικά περάσματα του λίμνης Πολυφύτου και στις ροδακινιές του Βελβεντού· άνθρωποι εργατικοί πίνουνε το ευεργετικό κρασί κι αφήνουνε τη δυστυχία σε πώματα μπουκαλιών ή στις φλέβες της πέτρας. Στα μέρη αυτά, λοιπόν, ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους και τα λιγοστά σπίτια περπάτησε ο πατέρας. Σπάνια γη, αδέκαρη, όπως και το οικογενειακό ιστορικό. Το καλοκαίρι ο παππούς Αντώνιος έβγαινε για ξύλα, μάζευε σε δύο τελάρα τα σταφύλια και τα πουλούσε στην αγορά των Σερβίων δύο δραχμές. Η επιδέξια γκάιντα στις γιορτές και τα πανηγύρια συμπλήρωνε το γλίσχρο εισόδημα. Βελούδινη εποχή επειδή όπου κι αν εκοίταζες μύριζε καλοσύνη και στενοχώρια. Στο σπίτι οκτώ παιδιά πυρπολημένα από τον ήλιο του μεσημεριού έλιαζαν τις ντομάτες, έκοβαν ξύλα, φούρνιζαν ή τάιζαν τις λησμονημένες κότες, τ’ αγόρια έπιαναν τα γκέμια του μουλαριού κι έστηναν παγίδες στα βουνά για να ξεχάσουνε την καταχνιά. Αυτά συνέβαιναν στον φυματικό και ελώδη μεσοπόλεμο. Αργότερα, στη γάγγραινα της κατοχής, γέμισαν ψείρες τα κορίτσια, αλλά η δόξα του καινούργιου κόσμου συνάρπαζε τους αθλητές γιδοβοσκούς—σύνδεσμος Χασίων-Πιερίων και Ολύμπου ο μεγαλύτερος Γεώργιος. Στον εμφύλιο—μετά την εξάμηνη φυλάκιση—γύρισαν πίσω στο χωριό, χωρίς ελπίδα πια, μ’ ένα ωστόσο τεράστιο πάθος για ζωή. Σκορπίσανε κυνηγημένοι στην πεδιάδα της Κατερίνης, ήξεραν από μικροί τα περάσματα, τον νερόμυλο του Φώτα και την εμποροπανήγυρη της πόλης— ρίζωσαν επιτέλους όπως-όπως. Ο πατέρας παντρεύτηκε το ’53 λιγνή κόρη μικρασιατών προσφύγων. Το ’64 σήκωσε περιχαρής στην απαγορευμένη κεντρική πλατεία τον Ηλία Ηλιού. Το σπίτι που μεγάλως ορέγονταν ολοκληρώθηκε με χίλια ζόρια το ’82.

Τη θάλασσα οι δικοί μας δεν την πολυσυμπάθησαν. Την είχαν ακουστά από πνιγμούς συγχωριανών.

Ο υδατώδης χυμός των ρητινοφόρων δέντρων

Στον τόπο αυτόν άρμεγαν τις αίγες και τ’ άλλα ζώα βύζαιναν ύπαιθρο, τα παιδιά σκάλιζαν το χώμα ή έπαιζαν στις σαρκοφάγους ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή.

Στα ταφικά μνημεία μαρμάρινες σιωπές με τον γεωργικό χιτώνα και τις εγχάρακτες βουκολικές απεικονίσεις να λάμπουν στο ειδύλλιο της χαμένης ομορφιάς κοντά στη Χράνη, στην Μίλητο, στην Κύζικο, στις όχθες του Δούναβη.

Σκηνές μεσημεριών δεν εμφανίζονται, υπονοούνται ωστόσο από τα τόσα οπωροφόρα και τα εργαλεία της εποχής—θεριστικά δρεπάνια και τσεκούρια, φυτευτήρια και δικέλλια—ένα εργαστήριο καλών αισθημάτων ο τόπος με τους ανθρώπους να ιδροκοπούν στο μυριστικό χώμα.

Στον αέρα ο υδατώδης χυμός των ρητινοφόρων δέντρων, καπνιά και κρασί ζυμωμένο με πίσσα και όσο άντεχαν δύο βόδια να οργώσουν μια ολόκληρη μέρα ένα πλέθρο. Ελάσματα και σιδερένιες λαβές στο κρυμμένο χώμα—σώζεται ακόμα το σιδερένιο καρφί στο σκαλιστήρι.

Καραβόπανα και ξύλινα κομμάτια από ναυάγια πολλά στην περιοχή (δίπλα ας πούμε από το ιερό της μητέρας των θεών) συνομιλούσαν με το σύμπαν της Μικράς Ασίας ενώ οι καμπίσιοι σκάλιζαν με την αξίνα τους αγρούς, άλεθαν το σιτάρι κι ύστερα φούρνιζαν το ζηλευτό ψωμί γλυκαίνοντας τον πεπλατυσμένο ορίζοντα.

Στα δάπεδα των σπιτιών ίχνη φωτιάς που πάει να πει πως η πολυτελής ζωή τους ξεκίνησε νωρίς μέχρι να φτάσει αργά αργά στο φως μιας περίλαμπρης ανασκαφής που ακόμα συνεχίζεται αφού ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις θεότητες των εργαλείων και τα ρινίσματα.

Εδώ ο τόπος μιλά με την ιστορία—το αμπελοτόμο δρεπάνι στις θέρμες του Δίου βρίσκεται και στις πλούσιες επαύλεις της Πομπηίας, στην εύφορη γη της Ρουμανίας χαράσσοντας με αυτό τα δέντρα για να μπολιάζονται με μοσχεύματα—φίνα δουλειά κι ας έχουμε ρωμαϊκή κατοχή

Κάρες και Θράκες πολεμιστές, αμφίστομοι σταυρωτοί πελέκεις για να κατασκευάζουνε οι ξυλουργοί γεφύρια στην Τεργέστη, στην μακρινή Ουγγαρία και στο μαλακό χώμα του Κίτρους έκοβαν δέντρα αποφλοιώνοντας τους κορμούς (το καινοτόμο αλέτρι του Δίου κείτεται ακόμα στη Βουλγαρία και στη Σευθέπολη)

Ακέραιες εποχές μέσα στα στρώματα του γκρίζου χώματος μαζί με κεραμίδια, κάρβουνο και κονίαμα κι ας έχουν υποστεί κι αυτά—όπως κι εμείς εξάλλου— οξείδωση, σκασίματα, σπασίματα, σκωρίες και αρθριτικά.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022