Daily Archives: 17 Ιον. 2022

«Η “Παγίδα” με βοήθησε να ξεδιαλύνω την αχλύ που σκεπάζει τον εαυτό μου, να συμφιλιωθώ μαζί του»

Ανδρέας Μήτσου

συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Ο πολύγραφος και πολυβραβευμένος συγγραφέας, Ανδρέας Μήτσου, μιλάει στην Παρέμβαση για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Η Παγίδα – βίωμα και γραφή» (εκδ. Καστανιώτη) κάνοντας μια ανασκόπηση της έως τώρα λογοτεχνικής πορείας του, αναλύοντας πτυχές της σύνθεσής της και σχολιάζοντας διαχρονικά θέματα που αφορούν τη λογοτεχνία.

Η «απόσειση της πραγματικότητας», η μνήμη, η φαντασία, το αλλόκοτο αποτελούν λέξεις-κλειδιά του συγγραφικού σας έργου· καταφέρατε με την «Παγίδα», το τελευταίο σας μυθιστόρημα, να φτάσετε στην «παρηγορητική λήθη του είναι»;

Για έναν συγκεκριμένο χρόνο επέρχεται, αν ποτέ επέρχεται, ετούτη η λήθη, και η συνακόλουθη παρηγορία κρατάει λίγο. Ό,τι πασχίζουμε να φτάσουμε, να προσεγγίσουμε, τον εαυτό, αλλά ταυτόχρονα και να αποφύγουμε, ει δυνατόν, τη συνάντηση μαζί του. Η λογοτεχνία συμπράττει δόλια, σ’ αυτό το αδιέξοδο κρυφτούλι, το παρωδιακό παίγνιο. «Η Παγίδα», με βοήθησε, θέλω να πιστεύω, να διακρίνω το δικό μου ρόλο, να ξεδιαλύνω κάπως την αχλύ που σκεπάζει τον εαυτό μου, να συμφιλιωθώ, όσο γίνεται, μαζί του.

«Ο  φόβος  με  συνοδεύει  αδιάλειπτα»  έχετε  αναφέρει,  ενώ  στην «Παγίδα» σημειώνετε πως ως « Ο φόβος της έκρηξης 1, 2,….» θα έπρεπε να τιτλοφορείται καθένα από τα βιβλία σας· σε τι μεταφράζεται ο φόβος για τον δημιουργό; Ποιον θα ευεργετούσε η «έκρηξη»;

Στην πιθανότητα να διακρίνει απροσδόκητα θαμμένες ενοχές, τις ανομολόγητες αμαρτίες του. Να συνειδητοποιήσει την ατελέσφορη, πλέον, πορεία της ζωής του. Αυτή η ανυπόκριτη συνάντηση του εαυτού, δεν αντέχεται. Παίρνει φωτιά τότε ο άνθρωπος, αναφλέγεται και εκρήγνυται. Οπότε το παιχνίδι αλήθειας-ψεύδους δεν είναι παρά ένα τρεμάμενο περπάτημα πάνω σε ναρκοπέδιο, μια επισφαλής εξισορρόπηση, με το ξαφνικό να καιροφυλακτεί. Ποιόν θα «ευεργετούσε» μια τέτοια έκρηξη; Μόνο τη χαιρέκακη πραγματικότητα, που θα «έπαιρνε το χάκι της», την εκδίκησή της. Άλλωστε, μ’ αυτήν αντιπαλεύει αδιάλειπτα η κάθε καλλιτεχνική ύπαρξη.

«Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό», το πρώτο και τελευταίο σας έργο, με κάποιο πολιτικό υπόβαθρο· μετανιώσατε που και το υπόλοιπο  έργο  σας  δεν  υπήρξε  διαποτισμένο  από  την  πολιτική  συγκυρία, εκφράζοντας πολιτικές πεποιθήσεις;

«Ο άνθρωπος είναι το ύφος του», παραφράζω τον Μπουφόν. Το ύφος, από μόνο του, συνιστά πολιτική έκφραση. Αντιθέτως, η απροκάλυπτη δήλωση πολιτικών ιδεών και απόψεων σ’ ένα έργο, εγκρύπτει σκοπιμότητα, ενέχει εξωλογοτεχνικές προθέσεις, διάθεση ποδηγέτησης του αναγνώστη, απευθύνεται μάλιστα συνειδητά σε όσους έχουν ήδη εγκαθιδρυμένες θέσεις και βεβαιότητες και αυτές κολακεύει ο πολιτικός συγγραφέας. Αντιθέτως, η τέχνη είναι που δημιουργεί, που συγκροτεί και διαμορφώνει, την όποια ταυτότητα, με όρους πάντα αισθητικούς. Ο καλλιτέχνης δεν καθοδηγεί, ούτε του έχει εκχωρηθεί κανένα τέτοιο δικαίω- μα. Αυτός αναπαριστά, απλώς, όσο πιο γνήσια και ταπεινά μπορεί, την περιπέτειά του και ακολουθείται μόνον από όσους τον συμπονούν, από εκείνους που συγκινούνται και συμπάσχουν στην «έκθεσή» του, από όσους δύνανται να συμπλέουν μαζί του, κατοικούν στο δικό του αισθητικό τόπο. Η εξομολόγηση της περιπέτειάς του συνιστά, αφ’ εαυτής, πολιτική πράξη, η οποία είναι ανατρεπτική-πολιτική, καθώς και η ίδια η φύση της τέχνης, που υποσκάπτει τις βεβαιότητες και αναδεικνύει νέες αλήθειες, έναν καινούργιο κόσμο για τον καθένα. Η πολιτική στάση του συγγραφέα δεν πρέπει να συσχετίζεται με το έργο του.

«Ο μοχθηρός δάσκαλος» θέλοντας να σας αποκόψει από τις «κακές συναναστροφές» προέτρεψε τον πατέρα σας να κάψει βιβλία που διαβάζατε ως παιδί και με κόπο είχατε συλλέξει· νιώθετε ότι τώρα τον έχετε διαψεύσει περίτρανα;

Δεν ξέρω τι να σας απαντήσω. Πού βρίσκεται, δηλαδή, η πραγματική ζωή και πως αυτή βιώνεται καλύτερα. Την άγνοιά μου καταθέτω με το συγκεκριμένο διήγημα. Δεν επιθυμούσε, ο καθηγητής εκείνος, «ο μοχθηρός δάσκαλος», να πεινάσω και να αιθεροβατώ, πίστευε πως με προστάτευε από το κακό, καίγοντας τα λογοτεχνικά βιβλία. Με ήθελε παρόντα στην «υπαρκτή», στην κοινή πραγματικότητα, στοχεύοντας στην επιβίωσή μου. Όμως, κρίμα κι άδικο δεν είναι, να θέτουμε ως απόλυτο στόχο μιας ζωής, την επιβίωση, τη φθηνή, τη χύμα ζωή; Να ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τη δεδομένη πραγματικότητα; «Περίτρανα», σίγουρα πάντως, δεν τον έχω διαψεύσει. Λύπη νιώθω για εκείνον, μα και για μένα τον ίδιο, που όσο νομίζω πως αναγελώ την πραγματικότητα και την υποσκάπτω, τόσο αυτή παραμένει αλώβητη και με αναγελά και μου βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα.

Υπογραμμίζετε με κάθε ευκαιρία τη σημασία του αναγνώστη, όπως το ότι εκείνος και η ποιότητά του ορίζουν ένα καλό βιβλίο, ανασκευάζοντας τον παθητικό του ρόλο. Ποια είναι τελικά το γνωρίσματα του «επαρκούς» και «συνετού» αναγνώστη;

Ο επαρκής αναγνώστης ορίζεται και αναγνωρίζεται από τον καθένα ξεχωριστά, ανάλογα με το ποιόν του. Γι’ αυτό βλέπετε αμέτρητους συγγραφείς και αναρίθμητα βιβλία. Αλλά και οι ίδιοι οι συγγραφείς αλλάζουν συχνά τα κριτήριά τους, όπως και οι αναγνώστες. Προσδοκώμενος, επομένως, αναγνώστης, ο κοντινός μας, όποιος μπορεί να μας αγαπήσει κάποια, συγκεκριμένη, στιγμή. Ίδια όπως και στον έρωτα. Πρόκειται για μια αργή διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης και αποδοχής. Εκείνος που θα μας αγαπήσει καθίσταται για μας ο επαρκής αναγνώστης μας. Ούτε έχει κοινά γνωρίσματα και ευδιάκριτες για τους άλλους ιδιότητες. Απλά ανήκει στο δικό μας κόσμο.

Από το 1980 παρατηρείται μία στροφή προς την πεζογραφία με συνακόλουθηση την υποχώρηση στην ποιητική παραγωγή, μάλιστα το κοινό και η δυναμική του εκτίναξε την «μπεστελερίστικη γραφή», κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες· πιστεύετε πως η ποιότητα και η ταυτότητα της λογοτεχνικής μας παραγωγής κινδυνεύει από αυτού του είδους την παραλογοτεχνία;

Πράγματι, φαίνεται να κυριαρχεί μια ευτέλεια. Όμως πάντα το ίδιο ίσχυε. Μην ακούτε τους γέρους που γκρινιάζουν, τη δική τους νιότη νοσταλγούν, γι’ αυτό και την εξιδανικεύουν. Αποφεύγω, ωστόσο, να μιλήσω για παραλογοτεχνία. «Είμαστε», ως γνωστόν, «η ερμηνεία μας». Η σημερινή λογοτεχνική παραγωγή, καθρεφτίζει το σημερινό κόσμο, την επικρατούσα πολιτιστική πραγματικότητα, την κυρίαρχη αισθητική. Εικόνα της είναι η παραγόμενη λογοτεχνία. Ούτε έχουμε εμείς άλλον τρόπο να επιβάλλουμε τη δική μας αισθητική, παρά μόνον εκθέτοντάς την, χωρίς καμία βεβαιότητα κιόλας, ότι αυτή είναι «ανώτερη». Η διαλεκτική, η δυναμική των πραγμάτων θα αναδείξει και θα καταβυθίσει. Ας την ονομάσω κοινωνική νομοτέλεια, αν όχι δικαιοσύνη. Και η λεγόμενη ακόμη παραλογοτεχνία, η ελαφρά λογοτεχνία, ενέχει, εγκρύπτει ίσως, με την αφέλειά της, τις σοβαρές πτυχές τής πραγματικότητας. Από την δύσκαμπτη πάντως σοβαροφάνεια, εγώ προτιμώ την ελαφρότητα.

Καταθέτω μια εμπειρία, ένα βίωμά μου, με τον δικό μου ρεαλιστικό τρόπο, όπου η γίδα είναι μια πραγματική γίδα και η χελώνα, χελώνα. Δεν της προσάπτω άλλες, επίπλαστες, ιδιότητες και κοινά συμβολικά φορτία. Με τη διαφορά πάντα, πως η δική μου γίδα, δεν είναι η γίδα των άλλων. Ορίζω, δηλαδή, τα πράγματα σε σχέση με την προσωπική μου θέαση, όχι με την κοινή θεώρησή τους. Αυτή η φαινομενολογική θέση διαποτίζει, θα ’λεγα, κάθε βιβλίο μου, γι’ αυτό και επενδύω σ’ άλλα στοιχεία. Στο ρυθμό, κατ’ εξοχήν, της κάθε αφήγησής μου. Όσο για το «κόκκινο φιδάκι», όποτε ανασκάπτω μια ιστορία, αυτό ξεπηδά, έτοιμο να με δαγκώσει, να με δηλητηριάσει.

Αναφερόμενος στο πώς λειτουργείτε, παρομοιάσατε τον εαυτό σας με σβούρα που κινείται διαρκώς. Έχετε ήδη ξεκινήσει το επόμενό σας μυθιστόρημα; Η συστηματική ενασχόληση με την κριτική της λογοτεχνίας, είναι κάτι που θα άρμοζε στην ιδιοσυγκρασία σας;

«Ποιος θεός σε καταράστηκε», επαναλάμβανε η μάνα μου, όταν μ’ έβλεπε να γράφω όλη την ώρα. Καλύτερα σίγουρα θα ’τανε να δεχόμουνα αδιαμαρτύρητα τη ζωή, να τη ζούσα «έτσι, όπως ερχόντανε» και όχι να επιχειρώ να της διαφύγω, γεννώντας διαρκώς λυπημένες ιστορίες. Όμως είναι πια αργά ν’ αλλάξω, πολύ αργά για να σηκώσω τώρα λευκή σημαία και να παραδοθώ. Κατέληξα, βλέπετε, να πιστεύω για τον εαυτό μου πως «φυλάω Θερμοπύλες». Ας τις υπερασπιστώ, λοιπόν, μέχρι τέλους, αυτές τις δικές μου Θερμοπύλες, έστω κι αν γνωρίζω πως είμαι ένας γελοίος Λεωνίδας, ένας, έστω, Δον Κιχώτης, –για να το μειώσω κάπως, και να το συσκοτίσω– και πως «οι Μήδοι», εν τέλει, «θα περάσουνε».

Τώρα, για την κριτική της λογοτεχνίας. Ποιος δικαιούται, άραγε, να κρίνει κάποιον, ακόμα κι αν άμεσα εμπλέκεται; Από πού αντλεί κανείς αυτό το δικαίωμα; Είναι δυνατόν, παρ΄ όλα αυτά, ένας κριτικός να παράξει καλλιτεχνικό-δημιουργικό έργο, εφόσον πείθει για την αγάπη του προς τη λογοτεχνία. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο συγγραφέας οφείλει να αποζητά τη δημόσια κριτική. Μακάρι να είναι τυχερός να συναντήσει μια τέτοια καλλιτεχνική συνείδηση, που θα τον κρίνει, τον κριτικό που γίνε- ται μαζί του ποιητής.

Υπάρχει μια άποψη πως δεν υπάρχει κριτική στην Ελλάδα, καθώς επικρατούν «πελατειακές σχέσεις» και στον εκδοτικό κόσμο. Συμφωνείτε;

Εύλογο κι αναμενόμενο, ισχύει για κάθε χώρα, σε κάθε κοινωνία, σε συνάρτηση βέβαια με την πολιτιστική της ταυτότητα. Παντού υπάρχουν οι κλίκες και οι παρέες, και οι προσωπικές σχέσεις. Πολλοί από όσους προβάλλονται, ανήκουν σ’ αυτή τη συνομοταξία. Μόνοι μας, όμως, δια- λέγουμε ό,τι αγαπάμε. Γυναίκα, βιβλίο, συγγραφέα, ανάλογα με το προσωπικό μας γούστο. Είναι δική μας ευθύνη. Το γούστο μας είναι που χρειάζεται διαρκώς εκλέπτυνση. Εάν, πάντως, κάποιος που θαυμάζουμε μας το καταδείξει, το ωραίο, καλό θα μας κάνει και θα πρέπει να του χρωστάμε χάρη. Γιατί υπάρχουν και στη χώρα μας ακόμα, ευτυχώς, ευάριθμοι, είναι η αλήθεια –και πολύτιμοι γι’ αυτόν το λόγο– κριτικοί, σε μια εποχή που ο καθένας αυτοχρίζεται κριτικός της λογοτεχνίας και απονέμει ανενδοίαστα τις ευλογίες στους οικείους του. Αυτή η κατάντια, ονομάζεται μάλιστα δικαίωμα και ελευθερία έκφρασης. Η κριτική είναι, οπωσδήποτε, κατ’ εμέ, αναγκαίος όρος της γραφής. Ο σοβαρός κριτικός προτείνει, επισημαίνει αδυναμίες, όπως και επαινεί, θαυμάζει, εάν έχει τέτοια αυτάρκεια, εάν μετέχει δημιουργικά, ως συνεργός, σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, εάν είναι κι ο ίδιος καλλιτέχνης. Τότε πείθει. Ωστόσο, εν τέλει, την «ήρα από το σιτάρι» μόνοι μας οφείλουμε να την ξεχωρίσου- με, το καλό από το ευτελές έργο.

Στη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας σας στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι, έχετε βραβευθεί ουκ ολίγες φορές. Τι σημαίνει η αναγνώριση αυτή για τον δημιουργό και πώς πρέπει να εκλαμβάνεται από το αναγνωστικό κοινό, σε συνάρτηση με την αξία του έργου του συγγραφέα;

Ο κάθε έπαινος, είναι καλός, φέρνει χαρά, κακά τα ψέματα. Βέβαια, η αξία του συναρτάται από το ποιόν εκείνου ο οποίος επιβραβεύει. Το αναγνωστικό κοινό μ’ αυτό το πρίσμα θα ’πρεπε να κρίνει. Οι αφορισμοί και οι βαρύγδουπες δηλώσεις αποκήρυξης των βραβείων, είναι κατ’ εμέ, υποκριτικές ή έχουν άλλες στοχεύσεις. Εκμετάλλευση, δηλαδή εκ των υστέρων, αυτού που καταγγέλλουν. Οτιδήποτε δεν μας ενδιαφέρει, το αγνοούμε, δεν του δίνουμε σημασία. Όποιος δεν θέλει να αξιολογείται δημόσια, δεν εκδίδεται. Εξάλλου, το βιβλίο δεν ανήκει, αφού έχει πλέον εκδοθεί, στον συγγραφέα του, οπότε και αυτός δεν δικαιούται να το κηδεμονεύει. Ακολουθεί πορεία ανεξάρτητη του δημιουργού του και σαν επαναστατημένος έφηβος αποποιείται την πατρική δεσποτεία. Σε κάθε περίπτωση, πρόσωπα συγκεκριμένα απονέμουν τα βραβεία και σε βιβλία συγκεκριμένα, όχι στον συγγραφέα. Ο αναγνώστης, αυτούς οφείλει να αξιολογεί κατά περίπτωση, αυτοί εκτίθενται με τις επιλογές τους. Ο ιδεοκρατικός λόγος, οι αφορισμοί και η φασαρία, δεν συνάδουν με την ουσία της τέχνης. Η σιωπή είναι που πρέπει να την χαρακτηρίζει. Η καλύτερη, πάντως, διάκριση για έναν συγγραφέα, είναι να επαινεθεί το βιβλίο του από πρόσωπα που ο ίδιος αγαπά.

Την ιδεολογία και την πολιτική ταυτότητα, την δηλώνει το ίδιο το έργο, με το ύφος και την αισθητική του, όχι οι δηλώσεις των συγγραφέων του. Ούτε είναι δυνατόν να την ιδιοποιηθεί, να την καπηλευθεί, καμιά εξουσία. Κανένα κράτος δεν έχει τέτοια ισχύ. Το έργο τέχνης, ως γνωστόν, «δε λέει, είναι». Ανατρεπτικό πάντα και αληθινό. Ο εφήμερος αντίκτυπος δεν το επηρεάζει. Την αξία του την πιστοποιεί μόνον ο αναγνώστης του. Αυτός δίνει το πιο έγκυρο βραβείο, την αγάπη του.