Σύνοψη και υπέρβαση με τον αφηγηματικό τρόπο της μεταμυθοπλασίας

Μάκης Καραγιάννης

Ένα πρωτότυπο εγχείρημα, το οποίο συμπεριλαμβάνει σε ένα σώμα παλαιότερα διηγήματα και μυθιστορήματα μαζί με έναν γενικότερο αναστοχασμό για την τέχνη, αποτελεί η «Παγίδα», το τελευταίο βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου.

Οι δύο κόσμοι της γραφής και του συγγραφέα, τα λογοτεχνικά κείμενά του και η ζωή με τα πραγματικά βιώματα που αποτέλεσαν την πρώτη τους ύλη, τα οποία μέχρι τώρα αντιμετωπίζονταν ως ξένα πεδία μεταξύ τους, συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο σύμπαν. Τα κείμενα και η ερμηνεία τους, το παιχνίδι της γραφής, η βάσανος του συγγραφέα φωτίζονται αντικριστά και συνυπάρχουν σε ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα μεταμυθοπλασίας, όπου η λογοτεχνία αναζητά τα όριά της και αναζητά καινούργιο τρόπο να μιλήσει.

Στην ελληνική λογοτεχνία υπάρχουν αρκετά μυθιστορήματα με στοιχεία μεταμοντερνισμού -όπως η αυτοαναφορικότητα, η αμφισβήτηση του γνωστικού υποκειμένου, η αντίληψη ότι η αφήγηση είναι μια κατασκευή, το παιχνίδι των μορφών και η μίξη των ειδών, η κατάργηση της διάκρισης υψηλού και χαμηλού, οι αντικατοπτρισμοί και οι προσομοιώσεις-, τα οποία συνυπάρχουν με άλλα χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να δίνουν τη σφραγίδα τους στο έργο. Ωστόσο, είναι λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες κάποια έργα εντάσσονται προγραμματικά και ολοκληρωμένα στη μεταμοντέρνα συνθήκη, όπως το «Εμφύλιο σώμα» του Κ. Βούλγαρη, «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» όπως δηλώνεται στον υπότιτλο, ή τα έργα του Δημήτρη Καλοκύρη για να αναφέρω ενδεικτικά.

Στην «Παγίδα» παρακολουθούμε μαζί με την αναδιήγηση, το ανασκάλεμα των παλιών ιστοριών και την αναζήτηση της εξέλιξής τους στην πραγματική ζωή. Ο συγγραφέας ομολογεί την προσωπική του εμπλοκή σε κάθε μια ψάχνοντας τις καταστάσεις που αποτέλεσαν την αφορμή τους. Μεταφηγείται τις παλιές ιστορίες αναχωνεύοντας το υλικό τους με τη μνήμη των γεγονότων, δόλιες ερμηνείες και την αλήθεια της φαντασίας δίνοντάς τους νέα υπόσταση και την καινούρια μορφή της μεταμυθοπλασίας. Γίνεται εν τέλει και ο ίδιος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, ο μεγάλος αφηγητής και ο πραγματικός πρωταγωνιστής.

Μέσα από την αυτοανάλυση ομολογείται η προσωπική συγγραφική ηθική να επιλέγει, δηλαδή, την πλευρά του θύτη και όχι του θύματος. Να χρησιμοποιεί χαρακτήρες που υπερβαίνουν το μέτρο, κατέχονται από το πάθος, τον ακραίο υποκειμενισμό και αξιώνουν να κυριαρχήσει η προσωπική τους αλήθεια.

Ωστόσο, η αυτοσυνειδησία του έργου τέχνης, όχι με την απλή αυτοαναφορικότητα η οποία ήταν στοιχείο και του μοντερνισμού, αλλά η μετά αφήγηση σε όλη την έκταση του κειμένου, που αντιστρέφει την επιφάνεια και επιδεικνύει τη φόδρα ή τις ραφές της και ομολογεί κατασκευή της είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Η συγγραφική εμπλοκή δεν περιορίζεται μόνο στην ανάδειξη της κατασκευασιμότητας του κειμένου, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει τα κίνητρά της. Αναζητά την αιτία που η λογοτεχνία, σα θηλιά στο λαιμό, σέρνει εφ’ όρου ζωής τον συγγραφέα στο μαγκανοπήγαδο της γραφής δημιουργώντας μία άλλη πραγματικότητα και την υποκειμενική του αλήθεια, πέφτει στη δική του παγίδα και γίνεται αιχμάλωτος των ιστοριών του στο διηνεκές. Επιδιώκει, εντέλει, την εξιλέωση του συγγραφέα μέσω της γραφής.

Σημαντική παράμετρο της μεταμυθοπλασίας αποτελεί και η έμφαση στην αναγνωστική διαδικασία ως παραγωγό νοήματος. Και μπορεί μεν να χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την μεταμοντέρνα λογοτεχνία, αφού οι ρεαλιστικές αφηγηματικές συμβάσεις την παρέκαμψαν, ωστόσο ηχούν ακόμα στη αναγνωστική μας συνείδηση οι επικλήσεις και οι διάλογοι του Ροΐδη στην «Πάπισσα Ιωάννα», από το πρώτο ημίχρονο του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Κούντερα : «Ταύτα σοι είπον, αναγνώστα, ίνα σε πείσω περί της ορθοδοξίας μου· ήδη δε επανέρχομαι εις τους ήρωάς μου».

Στην «Παγίδα» παρατηρούμε την ανάδειξη του αναγνώστη ως πρόσωπο που αξιώνει ρόλο στην ερμηνεία και την ανάδειξη του νοήματος. Ο Μήτσου, μάλιστα, προσπερνά απαξιωτικά τον βιαστικό και άρπαγα καταναλωτή αναγνώστη που έχει ως στόχο το κέρδος για το χρόνο που έχασε και αναδεικνύει τον προσδοκώμενο αναγνώστη που παραδίνεται σαν ερωτευμένος στην ιστορία, επιβιβάζεται στο ταξίδι της με τον συγγραφέα και την κυβερνούν μαζί στη θάλασσα του μυθοπλαστικού κόσμου. Ο μυημένος αναγνώστης θα παραλάβει τη σκυτάλη από τον συγγραφέα, θα κάνει δική του την ιστορία, θα διακρίνει διαφορετικές ερμηνείες, εκδοχές και προοπτικές ως ιδεατός και ιδανικός συνομιλητής και συμπαραγωγός του νοήματος.

Παρατηρούμε, επίσης, ότι η αφήγηση ανοίγεται πέραν της μυθοπλασίας και στον πραγματικό κόσμο, ενσωματώνοντας την κατά καιρούς κριτική υποδοχή των βιβλίων του γιατί νοιάζεται και να ανησυχεί για την τύχη τους στα ξένα χέρια. Έτσι, η «Παγίδα» αναδεικνύεται τελικά σε μια σύνοψη του συνολικού έργου του Ανδρέα Μήτσου και ταυτόχρονα μια αισθητική υπέρβαση των έως τώρα επιλογών του που καταργεί τα φράγματα και μεταστοιχειώνει σε ποίηση το υλικό της τέχνης και της ζωής.

Η ετικέτα του μεταμοντέρνου, όπως και κάθε αισθητικό ρεύμα, δεν χορηγεί αυτομάτως πιστοποιητικά ποιότητας. Η «Παγίδα» είναι σημαντική γιατί κατορθώνει, δοκιμάζοντας τολμηρές ελευθερίες σε ένα παιχνίδι των μορφών, να διατηρεί την αναγνωστική και διανοητική απόλαυση. Κι αυτό είναι, ίσως, που τη δικαιώνει.

Στο μυθιστόρημά του η αφήγηση της αφήγησης αναζητά την επίγνωσή της, ο αναστοχασμός διαρρηγνύει τα όριά της. Κι ίσως όλα αυτά δεν είναι παρά η ομολογία της γραφής για την αδυναμία της να κυκλώσει αποτελεσματικά και εφ’ άπαξ τον πραγματικό κόσμο των βιωμάτων, να τον εκλογικεύσει, να τον αποδώσει κρυστάλλινα στο χαρτί, αρκούμενη μόνο στο φευγαλέο του είδωλο και σε τρυφερές εκδοχές. «Θα μπορούσαμε», όπως γράφει ο Andrew Crumey, «να δούμε τη γλώσσα σαν μια παγίδα που στήνουμε με την ελπίδα να συλλάβουμε κάτι που, ωστόσο, πάντα θα μας ξεφεύγει».

Ποιος κρύβεται, όμως, πίσω από το αθώο συγγραφικό «εγώ» που εμφανίζεται στο κείμενο του βιβλίου; Είναι ο συγγραφέας όπως δηλώνεται στο εξώφυλλο, με τον οποίο έχει προφανή και πάμπολλα χαρακτηριστικά ή πάλι μια συγγραφική persona κατασκευασμένη με τα υλικά του; Ένας συγγραφέας που μιμείται τον συγγραφέα και χρησιμοποιεί τις ίδιες δολοπλοκίες και τεχνάσματα για την παραποίηση της αλήθειας; Ίσως αυτή να είναι η τελευταία «παγίδα» του Ανδρέα Μήτσου.

Μανόλης Ξεξακης Το βαλς των σκιών

(Το Θέατρο της οικουμένης τ.Β) εκδ. Ιανός Γιώργος Βέης  Για την ποιητική γραφή δοκιμίων σύνοψις

ύψιλον/ βιβλία

Αγγελική Σιδηρά Ποιήματα 1983-2021 (επιλογή) εκδ. Κέδρος

Δημήτρης Νόλλας  Ματούλα Μυλλέρου Πάροικος και παρεπίδημος νουβέλα εκδ. Ικαρος