Daily Archives: 22 Ιον. 2022

Πικρός καφές

Χρήστος Χαρτοματσίδης

«Έτσι πίναμε τον καφέ στην φυλακή!» γρύλιζε με την βραχνή φωνή του ο Αράπης, ο Αιμίλιος δηλαδή. Έβαζε μια κουταλιά της σούπας νες καφέ σε βαζάκι από κομπόστα. Το βίδωνε κι ανακινούσε. Μετά έκοβε επιδεικτικά το φίλτρο του τσιγάρου. Τράβαγε με μεράκι για να ξεφυσήσει με πολύ ντέρτι και καημό:  «Ε, ρε πουτάνα κοινωνία!»

Τον χάζευαν με δέος. Ήταν ο μοναδικός στην παρέα με καταγωγή από την Ελλάδα, από τον Πειραιά! Και με ιστορικό φυλακής!!! Βέβαια, είχε εκτίσει όλο κι όλο μόνο μια βδομάδα. Δεν είχε παρουσιαστή στον στρατό και τον θεωρούσαν λιποτάχτη. Δικάστηκε και μέχρι να πληρώσει το πρόστιμο τον κράτησαν στις στρατιωτικές φυλακές. Για τις λιγοστές αυτές μέρες κατάφερε να κάνει στο μπράτσο του εντυπωσιακό τατουάζ – γυμνή γυναίκα με ανοιχτά τα πόδια. Από το αιδοίο της έβγαινε φίδι με διχαλωτή γλώσσα. «Όλα τα δεινά από το μουνί προέρχονται!» έλεγε διδακτικά ο Αράπης και κουνούσε το κεφάλι. Τραγουδούσε στο εστιατόριο «Πανόραμα», στο βουνό Βίτοσα, πάνω από τη Σόφια. Η πρόσβαση στο κέντρο ήταν δύσκολη μόνο με ταξί ή αμάξι, γι’ αυτό είχε γίνει «κρυφό καταφύγιο» των πλουσίων της εποχής – της κομματικής νομενκλατούρας δηλαδή. Ο Αιμίλιος πάντα κομψά ντυμένος, με ρούχα από την Ελλάδα ήταν η πρώτη φίρμα του μαγαζιού. Αν και με γαμψή μύτη και σακούλες κάτω από τα μάτια, κέρδιζε τις καρδιές των γυναικών. Μελαμψός, γι’ αυτό κι Αράπης, ήταν συνήθως σκυθρωπός – μάλλον μαχμουρλής. Με τη μεσογειακή εμφάνισή του ξεχώριζε από μακριά. Με βλέμμα να στραφταλίζει και κρεμαστό μουστάκι μίλαγε με χοντρή ελληνική προφορά, που όλα τα ch και sh τα απέδιδε σαν «τσ» και «σς».

«Αράπη θα μου δείξεις το τατουάζ σου!» τον προκαλούσε ναζιάρικα η Σίλβα, η σερβιτόρα.

«Εσένα κάτι άλλο θα σου δείξω!» γελούσε πονηρά ο Αστέριος.

«Ου να χαθείς, βρωμιάρη!» θύμωνε τάχα η Σιλβα και τον βάραγε δυνατά.

«Μου ‘σπασες τον ώμο μωρή!» άπλωνε την χερούκλα του για να της πιάσει τον κώλο, μα η σερβιτόρα χαχανίζοντας ξεγλιστρούσε.

Εκείνη την βραδιά η κοπέλα δεν είχε κέφια.

«Τι έχει πάθει το μωρό μου!».

«Άσε με!» του απάντησε μουτρωμένη.

Απτόητος ο Αράπης της έπιασε το χέρι. Την τράβηξε κοντά του και την έβαλε να καθίσει στα γόνατά του.

«Θα μας δει ο σύντροφος διευθυντής!»

«Βρε δεν ‘πα να γαμηθεί ο σύντροφος!»

«Σσς! Θα μας ακούσει!»

«Για πες τι σε βασανίζει;», μα η Σίλβα πεισματικά δεν απαντούσε.

«Τρέχει κάτι μωρό μου;» ο Αιμίλιος της χάιδεψε τα μαλλιά με την τραχιά παλάμη του. Το πιγούνι της σερβιτόρας άρχισε να τρεμοπαίζει. Βούρκωσε. Σηκώθηκε απότομα προσπαθώντας να ξεφύγει. «Δεν σε αφήνω αν δεν μου πεις τι τρέχει!»

«Εδώ κι έναν μήνα έχω καθυστέρηση… Χθες έκανα τεστ στον βάτραχο…» (Και πρέπει να εξηγήσουμε για τους ανίδεους αναγνώστες πως στη δεκαετία του ‘70 μοναδική μέθοδος διάγνωσης εγκυμοσύνης ήταν το τεστ βατράχου. Σε αρσενικό βάτραχο κάνανε ένεση με ούρα της γυναίκας κι αν αυτή ήταν έγκυος, οι ορμόνες τον διέγειραν και προσπαθούσε να αγκαλιάσει μια θηλυκή βατραχίνα.)

«Δηλαδή είσαι γκαστρωμένη;» ο Αιμίλιος πια μειδιούσε.

«Είμαι έγκυος! Σε ενδιαφέρουσα! Όχι γκαστρωμένη!» τόνισε η σερβιτόρα και προσπάθησε να απομακρυνθεί με αξιοπρέπεια.

«Όχι! Δε σ’ αφήνω!» πείσμωσε τώρα ο Αράπης. «Αν είσαι έγκυος, το καθήκον μου σαν άντρας είναι να σε αποκαταστήσω!» της είπε με στόμφο.

«Βρε, με κοροϊδεύεις! Αφού είσαι παντρεμένος και η γυναίκα σου είναι κι αυτή έγκυος!»

«Τότε θα πρέπει να την χωρίσω για να πάρω εσένα!»

«Κάθομαι και σε ακούω! Αλήτη!» Η μικροκαμωμένη Σίλβα άρχισε να βαράει με δύναμη τον τραγουδιστή ενώ αυτός έσκαγε στα γέλια! «Τι γελάς, ρε! Τι γελάς! Επειδή η γυναίκα σου είναι κόρη υπουργού! Σαν να μην την ξέραμε τι τσόκαρο ήταν. Όλους τους είχε πηδήξει!»

«Πρόσεξε πως μιλάς για την μητέρα του παιδιού μου!»

«Ακόμα δεν το γέννησε το παιδί σου! Κι ό,τι θέλω θα λέω! Κανείς δεν θα με σταματήσει!»

«Μπορεί να βρεθείς κάπου… μακριά»

«Α, είσαι και ρουφιάνος, δηλαδή! Εμ τι περίμενα! Οι σωστοί την κοπανάνε για την Δύση, εσύ μας κουβαλήθηκες εδώ! Να σε σπουδάσει ο πατέρας σου, το κομματόσκυλο!»

Ήταν αλήθεια. Ο Αράπης είχε βρεθεί στη Βουλγαρία λίγο πριν το πραξικόπημα της Χούντας. Ο πατέρας του ήταν από την Καθοδήγηση των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Παλιό στέλεχος της Αντίστασης, με τον Εμφύλιο είχε βγει στο βουνό. Ο Αιμίλιος με την μητέρα του είχαν περάσει δυσκολίες και διωγμούς. Εκεί, στον Πειραιά, ο μικρός Αράπης είχε μάθει τα πρώτα του γράμματα και τις μαγκιές. Φυσικά μπροστά του δεν άνοιγε καμία προοπτική για σπουδές. Ο πατέρας του, όμως τους έφερε στη Βουλγαρία. Χωρίς να ξέρει καλά, καλά τη γλώσσα, κατάφερε να τον γράψει στη Νομική!!! Μα, ο νεαρός δεν είχε και καμία διάθεση για διαβάσματα. Προτιμούσε να λέει ελληνικά τραγούδια στο «Πανόραμα». Με την εξωτική εμφάνιση του και ταπεραμέντο, είχε ξετρελάνει τις συμφοιτήτριές του. Πρώτη και καλύτερη η Μάγια – κόρη υπουργού…

Εκείνο το βράδυ η σερβιτόρα έφυγε κλαμένη. Πίσω της ηχούσε το γέλιο του Αράπη:

«Εγώ πάντως σου πρότεινα να σε παντρευτώ!»

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022