Monthly Archives: Ιουλίου 2022

Τα πρώτα όνειρα

Κλεονίκη Δρούγκα

Μεσοχείμωνα τα βάζεις με τον άνεμο

τον αψηφάς

φουσκώνεις τα μάγουλα

υπερτερείς σε θράσος και θυμό

τρέχει αίμα απ΄ τα πόδια σου

κάτω, όμως, δεν το βάζεις

βγάζεις φωτιές

τρίζουν τα δόντια σου ηρωικά

o Αίολος συνεχίζει με βεβαιότητα

κοστίζουν όλα αυτά

δεν εξημερώνεται ο άνεμος με σπίθες

πιάνεσαι στα δίχτυα του δισταγμού

γυρίζεις το κεφάλι πίσω σε μια ηλικία εφηβική

ωραίες συζητήσεις αυτές που δεν έγιναν

βλέπεις τα όνειρά σου να καπνίζουν

καθόλου δε σε νοιάζει πια το τρόπαιο

θέλεις να κάνεις τις συναντήσεις που δεν έκανες

ήσουν ερωτευμένος μ΄ ένα όμορφο κορίτσι

στο δρόμο σου συναντάς τον άνθρωπο που αναζητούσες.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Όνομα τρυπωμένο με σιωπές

Aksinia Mihaylova

«με την άκρη της γλώσσας μου θήλαζα τα λάθη»

Zeynep Koylu

I

Χλιμίντρισμα αλόγου

ξεσχίζει το σκέπασμα του ύπνου

σιάχνει  ξανά τα οράματα

και τη στέρφα φλαμουριά ανατριχιάζει.

Ο μάστορας, άνδρας δίχως πρόσωπο,

πέτρες ξεφορτώνει

και  πλιθιά   

μπροστά στην πόρτα.

Η μάντρα κι ο φούρνος  επιστρέφουν

στα μέρη τα παλιά

κι εγώ πεντάχρονο κοριτσάκι,

ολόγυρα απ’ τον φράχτη τρέχω και κλαίω,

ενώ το γουρουνάκι  μασουλάει

την πάνινη κούκλα μου,

τη μοναδική,

σαν  όλους τους έρωτες τους μοναδικούς

που ο χρόνος  κατασπαράζει,

σαν να θέλει να δοκιμάσει

την αντοχή της καρδιάς.

Κανείς δε μ’ ακούει.

Οι αράχνες γαμήλια πέπλα πλέκουν

πάνω στης γέρικης αχλαδιάς τ’ άνθη.

Ο μάστορας  ατάραχος

πέτρες πελεκάει για το νέο σπίτι,

όπου δεν πρόκειται ποτέ να μπει.

Αν τον είχα φωνάξει,

παππού, αν τον είχα πει,

θα είχε ακούσει  άραγε το αίμα;

ΙΙ

Έτσι  λοιπόν και δεν πρόφερα φωναχτά

τ’ όνομά του,

που μάθαινα από φωτογραφία,

καρφωμένη πάνω στη γρεντιά στο ταβάνι.

Οι σιωπές του πατέρα,

τα πουλιά της κατηγόριας

στα μάτια της μητέρας

λόγω αμαρτίας ξένης και της σκουριάς,

που κατέστρεψε τον σπόρο του αίματος των απογόνων.

Ο ύπνος ξεχασμένες λέξεις ξαναφέρνει,

τα μάντρας της νύχτας μου μαθαίνει,

που η ζωή αποσιωπά.

Τ’ όνομά του φοβισμένο γατάκι  είναι,

που κρύβεται  κάτω απ’ της  γλώσσας μου το κρεβάτι.

Με τον νου το συλλαβίζω

με το πείσμα ανθρώπου,

που δεν θέλει να ξυπνήσει,

πριν τ’ όνειρο της ζωής του

ξαναγράψει.

μτφρ.  Μαρία Δούμπα

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Ο φάρος

Λίλια Τσιούβα

Το σούρουπο η Άλισον κατέβαινε στον φάρο. Ο ήλιος έβαφε κόκκινα τα νερά κι εκείνη καθόταν στο παγκάκι. Ήταν η ώρα που τα ζευγαράκια έκαναν τη βόλτα ή έπιναν το ποτό τους, οι νοικοκυρές έβγαιναν στα μπαλκόνια και τα παιδιά ξεφώνιζαν στο πάρκο.

Το ψηλό κατακόρυφο οικοδόμημα αναβόσβηνε ρυθμικά σαν ψυχή που μπαινοβγαίνει σε σώμα. Ο μονότονος ρυθμός του τής προκαλούσε ανησυχία. Έπαιρνε πολλές και βαθιές ανάσες για να χαρεί το τοπίο. Την άνοιξη, όταν όλα μπουμπούκιαζαν, χάζευε τους ψαράδες. Περιποιούνταν τις βάρκες τους σαν ερωμένες. Το φθινόπωρο πάλι, τις ανέβαζαν στη στεριά. Τις σκέπαζαν με μουσαμάδες και τις φύλαγαν σαν τα μάτια τους.

Ο καιρός ήταν  γλυκός, Ιούνιος μήνας. Ένα αγιόκλημα άπλωνε τη μυρωδιά του. Τα νερά είχαν τραβηχτεί και τα κεράκια στα τραπεζάκια των παραλιακών μαγαζιών είχαν ανάψει. Μέσα στη μουσμουλιά ένα τριζόνι. Από μακριά ο ήχος του λούνα παρκ.

Το παγκάκι άρχισε να λούζεται στο φως του φεγγαριού. Τ’ αστέρια σαν μικρές χορεύτριες στον τεράστιο θόλο. Ο φάρος αναβόσβηνε. Πανηγύρι ήχων και ανθρώπων. Η νύχτα έραβε το μαύρο της φόρεμα στη γιγάντια ραπτομηχανή του ουρανού.

Το κρώξιμο της πάπιας τη θορύβησε. Ο πέτρινος δράκοντας απόψε είχε έναν πυρσό στο στόμα και εξακόντιζε με βέλη το φως του. Τo πυρακτωμένο του κεφάλι που στριφογύριζε, σχημάτιζε διαδοχικά φωτεινές και σκοτεινές λουρίδες στα νερά της θάλασσας και τα έκανε διάφανα. Η Άλισον είδε για πρώτη φορά ψάρια ξεκοιλιασμένα, μια χελώνα νεκρή στον βυθό, ένα κρεβάτι, δυο ρόδες αυτοκινήτου. Για μια στιγμή της φάνηκε πως αντίκρισε μία νεαρή μπαλαρίνα. Τα μαλλιά της γαλάζια κύματα. Το σώμα της ψαριού, με λέπια και ουρά. Έδειχνε πεθαμένη.

Ένιωσε να την καίει η θέρμη της φωτιάς που ξερνούσε ο δράκοντας. Είδε τις πέτρες να κοκκινίζουν και τα βράχια να βρυχώνται. Η παρέα των νεαρών παιδιών πέρασε σαν σίφουνας. Πέταξε τις σακούλες και χάθηκε στο σκοτάδι. Το μικρό νυχτολούλουδο μαράθηκε απότομα. Το κοτσύφι μέσα στο δέντρο άρχισε να κλαίει. Ο φάρος που αναβόσβηνε ρυθμικά, αντί για φως απόψε έσταζε αίμα.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Αιχμηρά βράχια

Γεωργία Δεμπερδεμίδου

Σε εκείνο  το δωμάτιο  έχω

χαθεί, μες στην σιωπή

Γδέρνω το δέρμα μου

με νύχια και με δόντια

παλεύω με το κενό

γεννώ λέξεις

Ένας ποταμός σκέψεων

κατρακυλάει απότομα

αιχμηρά βράχια, μέσα μου

ματώνω

Όλο το βράδυ

ψαλίδιζα  γάζες

επούλωνα πληγές

Το ξημέρωμα με βρήκε

πάνω στους στοχασμούς

το σώμα μου καιγόταν

κι όμως τα μάτια μου

δαντελένια

Άνοιξα με αγωνία

τα παραθυρόφυλλα

νομίζοντας πως εύκολa

φεύγει ο καπνός

Μια νεκρώσιμη ακολουθία

μου υπενθύμισε

πώς είχα πεθάνει

για άλλη μια φορά

Στην τελική

δεν μπορώ να πω ψέματα

ούτε στον εαυτό μου

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Η υποχρεωτική επιστροφή της Περσεφόνης

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Ήταν μακρύς ο δρόμος. Σκοτεινός με στροφές, γκρεμούς ένα γύρω, νυχτοπούλια που κρώζανε και ανεπαίσθητους θορύβους που ακούγονταν ύποπτα τρομαχτικοί.

Στενό το μονοπάτι, με άξαφνες πέτρες, στις οποίες σκόνταφτε και συχνά με το ζόρι  γλύτωνε την πτώση στο  βαραθρώδες έρεβος, που απλωνόταν ασαφές σε έναν ομοιόμορφο σκοτεινό όγκο, παράπλευρα από το μικρό κομματάκι χώματος του δρόμου.

Δεν υπήρχε τίποτα, παρά μόνο αυτό το σκοτεινό σοκάκι. Ούτε να στρίψει δεν μπορούσε, γιατί ήταν τόσο μικρό, που ακόμα και να δοκίμαζε να αναστραφεί, για να επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο, μπορεί και να γινόταν το μοιραίο. Άρα μόνο μπροστά μπορούσε να πάει, υποχρεωτική πορεία, γιατί αν σταματούσε τι θα έκανε και για πόσο στη μέση του πουθενά;

Η ισχυρή θέλησή της την είχε οδηγήσει να πάρει αυτό το αβέβαιο ρίσκο. Και κάθε που τρόμαζε και της ερχόταν να βάλει τα κλάματα, μια ακαταμάχητη νοσταλγία για τον ονειρικό Πάνω Κόσμο ερχόταν ορμητική από μέσα της και ατσάλωνε τη θέλησή της.

Βήμα μπρος. Άραγε θα υποχωρούσε το σαθρό χώμα. Όλα εδώ ήταν ετοιμόρροπα, έτοιμα να καταρρεύσουν, κουρασμένα από λόγια, ιδέες και ουτοπίες αιωνιότητας. Παράδεισοι και Κολάσεις παντού.

Αλλά αυτή δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά. Ήθελε να επιστρέψει στην αρχική της αγνότητα και αγάπη. Στο φως και στην αγκαλιά της μάνας, που τόσο νοσταλγούσε. Μα η επιτελεστική καθημερινότητα είχε φέρει το σαρωτικό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου.

Ένας λύκος ούρλιαξε λαίμαργα.

«Θα με φάει. Θα μπω στην κοιλιά του κτήνους. Στο μαύρο σκοτάδι του τίποτα». Της ερχόντουσαν αυτές οι παράλογες και ασυνάρτητες σκέψεις. Σαν κάπου να βρισκόντουσαν μέσα της και απελευθερώνονταν με το άγγιγμα του πλήκτρου του φόβου ή κάποιων άλλων ανεξέλεγκτων συναισθημάτων.

Δεν νύχτωσε τη σωστή ώρα. Αυτή η αρπαγή ήταν απότομη διακοπή, χωρίς την ατόνηση της ολοκλήρωσης.

Αλλά τώρα ήρθε η ώρα της επιστροφής. Η αντίστροφη πορεία.

Ο δρόμος ήταν μακρύς. Είχε ιδρώσει και λαχανιάσει. Τα πόδια της έτρεμαν και την εγκατέλειπαν. Έπρεπε να ξαποστάσει. Κάθισε κατάχαμα στη θέση της.

Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές.

Η νύχτα φαινόταν τρομώδης αλλά και πειθαναγκαστικά σαγηνευτική. Είχε μια ατελείωτη γαλήνη. Μια ομοιομορφία που τη διευκόλυνε, μια και δεν χρειαζόταν να διακρίνει κάτι και καμία προσπάθεια να κρίνει αυτό που διέκρινε, αν ήταν καλό ή κακό, όμορφο ή άσχημο, χρήσιμο ή άχρηστο, αν ήθελε να βρίσκεται εκεί ή να εξαφανιστεί από το οπτικό της πεδίο.

Τα μάτια της είχαν κουραστεί. Τα έκλεισε σε μια προσπάθεια να τα ξεκουράσει.

Άραγε θα φτάσει ποτέ ή μήπως όλα ήταν η ουτοπία του ανύπαρκτου;

Ο κανένας

Με λένε Κανένα και είμαι αυτός που τον τρώει πάντα ο Κύκλωπας. Ποτέ κάποιος μύθος δεν γράφτηκε για μένα και ούτε μια υποσημείωση δεν μου φύλαξε η ιστορία.

Έτσι δεν μου δόθηκε ευκαιρία να μιλήσω. Ήμουν πάντα βουβός και σκυφτός. Άλλωστε δε με ενδιέφερε η δόξα. Δεν την επιδίωξα και ούτε τώρα που σας γράφω έχω τέτοιες βλέψεις.

Εξάλλου, όλοι συμφωνούν, ότι άνθρωποι σαν εμένα είναι ανιαροί και ασήμαντοι και κανείς δε θα ενδιαφερόταν για τη ζωή τους.

Κάτι λίγοι που ασχολήθηκαν το ’καναν για να μας κατηγορήσουν ή για να μας οικτίρουν. Λένε ότι καταστρέφουμε τη ζωή μας και άλλα τέτοια. Αλλά δεν τα ξέρουν καλά, γιατί δεν τα ένιωσαν στο πετσί τους. Δεν κλείστηκαν μια μέρα μέσα στο ασανσέρ, να μην υπήρχε ελπίδα δια- φυγής και έτσι να μη φώναζαν.

Το πρωί που σηκώνομαι, βάζω στα γρήγορα δυο μπουκιές στο στόμα, πηγαίνω μέχρι την πόρτα του δωματίου, κοιτάω τα παιδιά που κοιμούνται ήσυχα, μετά ντύνομαι και τρέχω στη δουλειά.

Δουλεύω ασταμάτητα. Μη με ρωτήσετε τι κάνω. Κάνω τα πάντα φτάνει να με πληρώνουν. Αγρότης, έμπορος, πλασιέ, οικοδόμος, μέχρι και πορτιέρης σε μπαρ.

Αλλά ποτέ δε φθείρω τον εαυτό μου. Πρέπει να διατηρούμαι ακέραιος για να μπορώ και αύριο να κάνω τα ίδια, και μεθαύριο πάλι, και πάλι. Η καλύτερη στιγμή είναι όταν πληρώνομαι και πάω τα λεφτά στο σπίτι. Τα δίνω στη γυναίκα, αυτή μου χαμογελά και συνήθως περισσεύουν και κάποια για να αγοράσουμε παιχνίδια στα παιδιά.

Τους τελευταίους αιώνες τα απογεύματα διαβάζω και τα παιδιά, πλένω τα πιάτα και τους κάνω και το αλογάκι, έστω και μόνο τα Σαββατοκύριακα.

Μα μου συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο. Κάτι ανεξέλεγκτο. Φοβάμαι και θα ήθελα τη βοήθειά σας. Για αυτό σας γράφω. Ίσως εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε.

Στον ύπνο μου βλέπω παράξενα πράγματα.

Συχνά κυκλοφορώ χωρίς κεφάλι. Κάποιοι με κόβουν κομματάκια και γελάνε. Μια άλλη φορά ήρθε μια γυναίκα και προσποιήθηκε ότι ήθελε να κάνει έρωτα μαζί μου και έτσι όπως την ποθούσα μου ξερίζωσε το πέος.

Δεν αντέχω άλλο. Οι εφιάλτες έχουν αρχίσει να εξαπλώνονται και στον ξύπνιο μου.

Κάποια στιγμή, όπως κουβαλούσα στην πλάτη ένα δέμα, αυτό έβγαλε πλοκάμια σαν χταπόδι, τυλίχτηκε στο λαιμό μου και παραλίγο να με πνίξει.

Αισθάνομαι ότι κάτι με τσιγκλάει να φωνάξω για να μ’ ακούσουν.

Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να ξαναγίνω ο φιλήσυχος μπαμπάς που ήμουν πάντα. Ποτέ δε θα κερδίσω την αταραξία της ευτυχίας. Είμαι ζωντανός.

Τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα: Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά, διηγήματα, Κέδρος 2021.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Περί του εφήμερου του χρόνου

Νίκος Γραίκος

Μικρή σπουδή σε τρία μέρη  για το αιώνιο άλγος

και τη ζωοποιό λήθη του εφήμερου χρόνου

i

Τὸ προσωπεῖον

Νἄταν ἀρχαῖος βασιλιάς;

—Εὐγενεῖς φιλοδοξίες ἀρχαιολόγων—.

Αὐτὸς ποὺ θώρηκα φαεινότερον

πυρὸς αὐγῆς στὸ σῶμα του καταδεχόταν,

ψευδῆ χιτῶνα τώρα περιβάλλεται

ἀπὸ πλεξιγκλὰς καὶ λέντ λαμπτῆρες

—προσοδοφόρο τουριστικὸ ἀξιοθέατο—.

Ποιό νἄταν τὸ βασίλειό του;

Ποιές κρυφὲς ἐπιθυμίες στὴν αἰχμὴ

τοῦ ἔνδοξοῦ του δόρατος σκουριάζουν;

Πόθοι καὶ μῦθοι

τὸ προσωπεῖον σμιλεύουν·

ἀρχαίων γλυπτῶν ἀγάλματα

στὰ κούφια μάτια καθρεφτίζονται·

ῥοὲς κρασιῶν

τὶς καμπύλες τοῦ στόματος κοιλαίνουν·

τραγούδια ἀοιδῶν

τὰ ἔκτυπα αὐτιὰ γλυκαίνουν·

καλλίγραμμες στὰ ἄφαντα χέρια

οἱ παλλακίδες λικνίζονται.

Ὅμως, ἰδού, ’Ε σ ύ.

Ἐ σ ύ, ποὺ στὸ χρυσὸ

τοῦ χρυσαφιοῦ ἀσπρίζεις.

Ποὺ τὴν αἰώνια δόξα τὴν ἄφατη

καὶ φαεινὴ σκαλίζεις

σὲ πανάρχαιες πέτρες καὶ μεταλλεύματα

καὶ σὲ ἔκτυπα προσωπεῖα χειροποιεῖς

εἰκονισμοὺς τοῦ αἰωνίου χρόνου.

Ἐ σ ύ! νοουμένη ἀγνώστως καὶ

ὁρωμένη ἀοράτως,

σὲ χρυσαφένια προσωπεῖα φανερώνεις

τὴν ἄχρηστη δόξα τοῦ ἐφήμερου χρόνου

στὰ μάτια τῶν βροτῶν ποὺ βλέπουν.

Ἐ σ ύ! τὸ προσωπεῖον

τοῦ α ἰ ώ ν ι ο υ  χ ρ ό ν ο υ φορᾶς.

«Ὁ ποιητὴς τὸ φωτεινὸ κενό»

ἐσένα ἀποκαλύπτει,

ἀλίμονο,

σὲ χάρτινες συλλογές σε

πλεξιγκλὰς βιτρίνες καὶ λέντ λαμπτῆρες!

«Παρακαλῶ!» διέρρηξε τὴ σιωπὴ ὁ φύλαξ.

«Συντομεύετε! Τὸ Μουσεῖο κλείνει».

ii

Ἄλγος [ἐκ] νηπίων

Ἀπόγευμα στὴ θάλασσα.

Εἶχε μόλις βρέξει καὶ τὰ νερὰ

κίτρινα, θολά.

Τὸν εἶδα ξαπλωμένο στὴ νοτισμένη ἄμμο.

Εἶχε τὰ μάτια ἀνήσυχα, ἀνοιχτὰ

σὰν ἀπὸ κακὸ ὄνειρο.

Πρέπει νά’ ταν ἀπ΄ ὥρα ἐκεῖ.

Ἴσως κι ἕνα καλοκαίρι νὰ πέρασε.

Αὐτός ὅμως μιλοῦσε

ἀκόμα γιὰ τὴν Ἄνοιξη.

Ἀνασηκώθηκε κι ἀπ΄ τὶς παλάμες του

γλίστρησε ἁπαλά ἡ ἄμμος.

«Ὁ Ἰούνης εἶναι ὁ μήνας ὁ σκληρός» εἶπε.

«Σὰν τ΄ ἀνοιξιάτικα λουλούδια στὶς

πρῶτες ζέστες τοῦ καλοκαιριοῦ

στὸν κίτρινο κυματισμὸ

τῶν σταριῶν, χάνονται…

Ἔλα! Σὲ μιὰ χούφτα ἄμμο

θὰ σοῦ δείξω τὸν φόβο».

«Ποιὸν φόβο;» ρώτησα.

«Τὸν φόβο τῆς σταρένιας

θάλασσας», ἀπάντησε.

«Τὸν φόβο τῆς σταρένιας θάλασσας;» ρώτησα.

«Ναι! τὸν φόβο τῆς σταρένιας θάλασσας

ποὺ δὲν θὰ θερίσω,

ἐννοῶ…

τὸν ἄωρο θάνατο τοῦ Ἰούνη

ὅταν τὰ παιδιὰ φεύγουν,

“ὥσπερ γὰρ ναῦς τις, ἴχνος οὐκ ἔχουσα…”

πλέοντας στὴ λήθη τοῦ χρόνου…».

Ἄρχισα κάπως νὰ καταλαβαίνω.

Δάσκαλος θἀ πρέπει νά΄ ταν.

Ἀπ΄ τοὺς ἄλλους, ὅμως,

ποὺ τὸ καλοκαίρι λυποῦνται.

Ἀπάντησα κάπως ἀπότομα:

«Μά, ποιὸς τὰ δικαιώματα τοῦ θερισμοῦ ἔχει;

Ποιὸς τὰ κατέχει;

Πρέπει νὰ τὸ καταλάβεις.

Ἐσύ, τίποτα δὲν ἔχεις…

Κοιμάσαι στὶς ἀκρογιαλιὲς

μ΄ ἕνα σακάκι μόνο.

Κομπάζεις, ὅμως, συνεχῶς μιλώντας.

Ὅμως γιὰ δὲς τὰ πληγώματα ἀπὸ τὶς ρητορεῖες σου.

Τὶς δημοσιοϋπαλληλικὲς σου βεβαιότητες, δές.

Τὰ χρόνια ποὺ ἔφυγαν ἀκαλλιέργητα.

Κι ἐκείνους τοὺς Ἰούνηδες, ποὺ δὲν αἰσθανόσουν; Ἀξίζεις τοὺς φόβος σου».

Σώπασε.

«Ἔχεις δίκιο» εἶπε.

«Ὡστόσο, νὰ ξέρεις…

Ἐγὼ γνωρίζω τὸν φόβο.

Σὲ τοῦτα τ΄ ἄδεια χέρια

ἀπ΄ ὅπου ἡ ἄμμος γλιστράει

τὸν ἔκλεισα τὸν φόβο τοῦ χρόνου

ποὺ ξεχνάει.

Τὸν φόβο νὰ δίνεσαι

—χωρὶς δημοσιοϋπαλληλικὲς βεβαιότητες—

ἔκλεισα σφιχτὰ

καὶ γεμάτος χαρὰ πλοιοδρόμησα

στὴν κίτρινη θάλασσα τῶν αἰσθημάτων

καὶ χάθηκα σὰν πλοῖο

δίχως ἴχνη.

Ὅσο γιὰ τὶς ρητορεῖες…

Τὸν Ἰούνη ἔμαθα ὅτι τὰ βιβλία λένε ψέματα·

…ἐάν τὸ καλοσκεφτεῖς.

Ἀφήνουν τὸ λουλούδι καὶ πιάνουν τὸ κοτσάνι.

Μήπως γι΄ αὐτό κι ὁ Χριστὸς δὲν ἀρνήθηκε νὰ γράψει;

Ὅμως ἐγὼ τὸν ξέρω τὸν φόβο νὰ φτάνεις  στὸ λουλούδι δίχως τὴ σιγουριὰ τοῦ κλαριοῦ. Ἔμαθα στὴ σταρένια θάλασσα νὰ βυθίζομαι χωρὶς ἀσκήσεις ἀλφαβήτας.

Γι΄ αὐτό εὐγνωμονῶ ποὺ μοῦ δόθηκε ἡ χάρη·

ἡ χάρη, τὸ χρῶμα τοῦ σταριοῦ  στὰ μάτια τῶν παιδιῶν νὰ βλέπω».

Γύρισα καὶ κοίταξα καθὼς ἔφευγε χωρὶς ἴχνη ἀφήνοντας   στὴν νοτισμένη ἄμμο.

Εἶχε μόλις βρέξει καὶ τὰ νερὰ κίτρινα, θολά

σὰν τὴ σταρένια θάλασσα.

Homage στον Π.Β. Πάσχο, στον T.S. Eliot και στον A.S. Exupéry

ΙΙI

Τὸ ψάρι τῆς γυάλας

[…] Even memory is not necessary for love.There is a land of the living and a land of the dead and the bridge is love, the only survival, the only meaning

Τὸ ψάρι τῆς γυάλας αἰωρεῖται·

γυαλένια ὕλη ἀστροφώτιστη

πλεούμενο σὲ ἀθόρυβα νερὰ

χωρὶς μνήμη καὶ μέλλον,

σιωπηλὰ διαλύεται

στὸ ὑγρὸ —ἄλλο—

σῶμα.

Ἡ διάλυση τῆς ὕλης πυκνώνει

τὴν ἀγάπη.

Και τὸ ἄλγος τοῦ χρόνου πού μᾶς δόθηκε;

Ὅταν τὸ σῶμα φοβᾶται νὰ ξεχάσει

καὶ φοβᾶται ποὺ ξεχνιέται;

Τὸ ψάρι τῆς γυάλας πλέει καὶ αἰωρεῖται.

Βυθίζεται στὸ ἄλλο σῶμα τοῦ δοσμένου χρόνου·

μνήμη χωρὶς λύπη, μέλλον χωρὶς φθόνο.

Ὕλη ἀστροφώτιστη καὶ ἀθόρυβη

στὴ μόνη βεβαιότητα, δίνεται·

στὸ αἰώνιο τώρα,

τώρα, τώρα,

τῆς ἀγάπης.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Επτά φορές

Έλενα Καραγιάννη

1

Κρυμμένα  τα χείλη σου δίχως μάτια σε αναζητώ

Η μέρα αδειάζει το θολό της πρόσωπο που φθείρεται

στην επιχρωματισμένη φαντασίωση

Βυθισμένη στην αυτοάνοση πραγματικότητα η σκέψη παραληρεί.

Στο διπλανό παγκάκι δύσκολα τα νοήματα

σκαλισμένα ιδεογράμματα

δίχως λογική

Οχυρωμένη πίσω από λέξεις και σιωπές ταξιδεύω…

Ύπουλη η αναμονή σε καιρό άπνοιας

2

Οι σκοτεινοί κώδικες εγγίζονται στην επιστροφή του χρόνου

Πληγωμένη από άνθρωπο και σάρκα πιστεύω εις έναν Θεό

Οι θύρες του Σύμπαντος κόσμου

Σφαλίζουν

Οι Σμαραγδένιες λυχνίες των απωθημένων λιμοκτονούν

Μόνο ο ένας μέσα στον άλλον νηστικά

πρέπει να σφαδάζει και το Άλικο αίμα των πόθων  

στο πυρ το εξώτερον να μεταλαβαίνει τους διαβόλους

3

Τα μάτια έκλεινα και σε αποχαιρετούσα

κάτω από ζεστά σκεπάσματα κι αβρότητες

Το υφάδι της νύχτας

σκιερό περιλαίμιο

αναξέει πληγές

Απόκρημνη η σιωπή

στη μετέωρη θάλασσα

φλέγεται

Απλώνει  πλοκάμια  σε μια εύφλεκτη μνήμη

που ασθενεί

Στη μεγάλη ματαίωση εγώ νήστεψα φως και συγχώρησα

αφήνοντας σε να θρηνείς.

4

Συμφορά η ελεημοσύνη το ολόλευκο πέπλο που υφαίνεται

στα μισάνοιχτα σου χείλη

Λευκό σεντόνι παρηγορίας η πανοπλία ψυχρού αισθήματος

που στη βαθειά γαλήνη του ερωτοπαθούς ψύχους

βίαια προσήλθε;

Σπάω τις αλυσίδες στα ημίγυμνα μου πάθη και ολισθαίνω

στη γκρίζα ασέλγεια

5

Η σκέψη κάμπτεται στον αδιάλλακτο πόθο

Τα λόγια αφετηρίες που ευφραίνουν τα στόματα

Στις φλέβες ρέει η διεστραμμένη πληρότητα φορώντας

την ακάνθινη στεφάνη της

Η αθανασία της στιγμής προσφέρεται πύρινη

πάνω στη γλώσσα της μνήμης

6

Ρόδισε η αυγή κι ένα χαμόγελο σου έκλεβα

Ρόδο μου κλειστό

Στο μοίρασμα φαίνονται οι ψυχές και στην ανύψωση

του έρωτα η θυσία

Μέσα στα κιτρόφυλλα μοσχοβολούσες

την Άνοιξη  ξάνοιγες να μου  φέρεις και στο γλυκό τιτίβισμα

στο αυτί

άκοπο έφτανε το αγέρι

Καλή βροχή μου ήσουνα

Όταν ξεσήκωνα την νιότη σου απάνω στο τρυφερό  χορτάρι

7

Πλάι στη θάλασσα μου είπες κι ήρθα

μη γνωρίζοντας των γλάρων την πρόθεση… 

Ο βυθός σκοτεινός της διπλωμένης θάλασσας

κρύβει θησαυρό και αίνιγμα

Οι ανατολές μπροστά στο χαράμι της μέρας ξοδεύονται

δίνοντας πνοή στην δύουσα  υπόσταση μου

Τάξε μου κουπιά και ούριο άνεμο να ρθω να στεριώσω τα κοράλλια

Καρφωμένα στην ψυχή τα μαϊστράλια ανεμίζουνε

τις γαληνές σημαίες

του καθάριου…

Λύσε τους κόμπους κι

αγάπα με δύο φορές

Στις τρεις

να πεθάνω.

Γιώργος Κεντρωτής

Ποδήλατα και ποδηλάτες, Περί μεταφράσεων ο λόγος

εκδ. GUTENBERG

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Χιόνι στο βιβλιοπωλείο

Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου

Είναι 6.15 το πρωί. Αρνείσαι να ανοίξεις τη συνείδηση ακόμη, αλλά πρέπει. Χιονίζει έξω και το καλοριφέρ καίει τα ευρώ σαν κάρβουνο σε καζάνι βαποριού του Καββαδία. Βλέπεις τα πρωτοσέλιδα στο κινητό, τσεκάρεις μηνύματα. Άντε βάλε και δυο τρία λάηκ. Πρωινό, ταχινόμελο με λίγα ποιήματα του Γκανά, ενώ στο βάθος η τηλεόραση παίζει πόλεμο. Ντύνεσαι γερά, δυτικομακεδονίτικα και…

Βγαίνεις στο λευκό του τοπίου σου. Στην αρχή ενθουσιάζεσαι (μικρό παιδί όταν ήμουνα…) αλλά μετά σκέφτεσαι πως θα πρέπει μπροστά στο μαγαζί να ξεχιονίσεις. Αγοράζεις έναν σκέτο καφέ, θερμοφόρα στο χέρι σου. Σου αρέσει πως ατμίζει με τα χιόνια στο βάθος της καθημερινότητας. Καλημερίζεις το χαμόγελο που συναντάς. Βγάζεις τα κλειδιά…

Το μαγαζί θυμίζει παράπηγμα στον Σμόλικα του 1952. Παγώνουν ράφια, βιβλία, οι κορνιζαρισμένοι ποιητές στην λογοτεχνική τους αθανασία. Μακάριοι εσείς, γίνατε δεν γίνατε ακαδημαϊκοί. Καθαρίζεις την βιτρίνα με εκείνα τα ασημένια παιγνιδιάρικα «Βιβλιοπωλείον Συλλαβές». Ρουφάς ένα δυο γουλιές καφέ, το κλιματιστικό αγκομαχά, και παίρνεις το λεπίδι να ανοίξεις τα χθεσινά δέματα. Οκτώ καινούργια μυθιστορήματα, επτά παιδικά, άλλα τόσα αυτοβελτίωσης. Well being, καταπώς το λένε στο μάρκετινγκ. Δυο ποιητικές συλλογές κι ένα καινούργιο λεξικό λατινικών. Βάζεις τα τιμολόγια στην θέση τους. Ξεφυλλίζεις το λεξικό μασουλώντας καραμέλα τριαντάφυλλο. Ανοίγει η πόρτα…

Μαζί με τον παγωμένο αέρα, η μαμά και η κόρη ζητούν κάτι του Ιουλίου Βερν. Σου φτιάχνουν την διάθεση και τους τυλίγεις σε πρασινωπό χαρτί «Τα 500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ». Δυο μολύβια (γράφουν πάνω «Μουσείο Μωραϊτίδη») δώρο. Σφυρίζεις παλιό τραγούδι του Καλδάρα για να γιορτάσεις αυτό που σου ζήτησαν.

– Δεν έχω τιμολόγια, ούτε μπλοκ αποδείξεων. Μόνο τα βιβλία που βλέπετε. Και τα περιοδικά στο πατάρι. (Που να εξηγείς τώρα τις λόξες σου, αυτά που σε έκαναν εκλεκτό πελάτη της ΔΟΥ για ρυθμίσεις και δια- κανονισμούς και άλλα τερπνά). Ο κύριος πρώην πελάτης φεύγει απογοητευμένος, που να τρέχει τώρα μέσα στο κρύο.

Βαριέσαι να τακτοποιήσεις τα λογιστικά ή να κανονίσεις τις επιστροφές.  Προτιμάς  να  ανοίξεις  τον  Δρανδάκη  και  να  διαβάσεις  για  τους φάρους. Πίσω από το γραφειάκι, οι είκοσι οχτώ τόμοι κάνουν παρέλαση στις αναμνήσεις χαμένων ποιοτήτων. Καθηγητής Αγγλικής μπαίνει φου- ριόζος, και χιονοσκεπής, ζητώντας μια ποιητική ανθολογία της Penguin. Την έχεις (δύο κομμάτια κιόλας) και κουβεντιάζετε αργοσυντόμως για τον Φίλιπ Λάρκιν. Το χιόνι έξω το έριξε στον ύπνο, αφού έβαλε ένα γόνα. Κάνεις τις παραγγελίες σου (τέσσερις σε μια εβδομάδα! πάλι στην Ελβετία θα τα στείλεις) κι αφού κλείσεις το τηλέφωνο, αφοσιώνεσαι στο ράδιο, όπου ο Τελόνιους Μονκ αυτοσχεδιάζει με την ύπαρξή μας. Ευτυχώς δηλαδή, να κρατήσει κάπως η ευτυχία τις λεπτότητες της μέσα στα ολίγα τετραγωνικά που βιοπορίζεσαι, τάχα μου, πολιτισμό.

Το μεσημέρι πετάγεσαι στο ταβερνάκι του Ηλία. Ρετσίνα ολίγη, πλην κάλλιστη, και γεμιστά. Παραγγέλνεις κι ένα γλυκό για την μπέλλα βίτα της στιγμής. Καφέ θα φτιάξεις στο μαγαζί, έχεις τα μπρίκια και τα χρειαζούμενα δίπλα σε μια σειρά του Μorley (για αυστηρή προσωπική χρήση ή για ώρα ανάγκης).

Παίρνεις και δυο εφημερίδες από το περίπτερο, το χαρτί δεν έχει αντικαταστάτη και μην ακούς τι λένε.

– Δεν το γνωρίζω. Όχι, ξύστρες Πέπα δεν διαθέτουμε. Να, είστε καλά κι εσείς. (Ξαναγυρίζεις στον τόμο σου, όπου ο Σεφέριος το γλεντάει:

«Ήτανε μιά γριά από τη Λιβύη

Που διάβαζε του Πλούταρχου τσοι Βίοι

Σαν ετέλειωνε έναν τόμο

Τον επέταγε στο δρόμο-

Τούτη η σχολαστικιά από τη Λιβύη»).

Θέλεις κάτι να γράψεις, αλλά η ταμειακή χρειάζεται αλλαγή στο λογισμικό (πες μια κατοστάρα) και πρέπει να την μεταφέρεις, μετά πάσης δόξης και τιμής, στην κλινική της. Το ξανάρχισε έξω, μπάλες άσπρες λικνίζονται πεφτικώς. Θα χρειαστείς πέδιλα του σκι για να γυρίσεις σπίτι. Ή κάτι πραγματικά ζεστό, το Αιγαίο του Λορεντζάτου, ίσως.

Άρχισες να νυστάζεις εισπρακτικώς, αλλά νωρίς να κλείσεις. Περιμένεις και μια τριανδρία κεφιού με κρασί από το χωριό του. Οπότε θα το εσπερίσουμε καταλλήλως. Λογοτεχνικώς, βεβαίως- βεβαίως.

Πούλησες κι ένα πολύ, μα πολύ δημοφιλές τουβλάκι (936 σελίδες). Τι να κάμεις ο έρμος, ότι θέλει ο λαός και μακάρι να θέλει δηλαδή. Θυμάσαι, όταν είχες πρωταρχίσει, τι ποιητικές μανιφακτούρες, τις παρουσιάσεις σπάνιων πουλιών, τι εκδόσεις με τυπογραφικά μπακλαβα- δάκια! Σε έκταση και ποικιλία αντιστρόφως ανάλογη με αυτήν που άνοιγε η πόρτα του βιβλιοπωλείου. Οπότε…

Έβαλες όλες τις μάρκες. Και με γλυκάνισο και χωρίς. Υψηλή (λες;) λογοτεχνία και τηλεοπτικές σειρές σε μορφή βιβλίου. Για τα καλά έχεις γωνιά καλή. Και λες την κουβέντα σου εκεί που υπάρχει ελπίδα. Να πιάσει ο σπόρος. Τα μεράκια στο πάνω μέρος, αλλά βροντάει παραπονιάρικα και η ταμειακή από κοντά. Άιντε, έγινες κι εσύ ρεαλιστής στα γεράματα.

Ήταν ένας βιβλιοπώλης μες στο χιόνι

που ήξερε από ποίηση αφιόνι·

του άρεσε κι ο Σεφέρης,

μα έπρεπε να πληρώσει όσα ξέρεις-

ο βιβλιοπώλης μες στο χιόνι.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Είσαι  πιότερο από Άνοιξη

Μaximilian A. Dauthendey

Η ηδύπνοη πασχαλιά

ανακάθεται στο δέντρο της

το χρόνο μόνο μια φορά

Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει.

τα βυζιά σου αειφόρα μου ανθίζουν –

είσαι πιότερο από άνοιξη

Σαν τα βλαστάρια καστανιάς

λαμπύριζαν οι πόθοι μου

Όλους στον ήλιο τους προσέλκυσες

Καθόμαστε σ’ ένα φυλλώδες στέγαστρο

και μειδιούμε ο ένας στον άλλον

στα χαρίεντα απόσκια

Σάμπως δεντρό που απροσδόκητα

το έπληξε η αστραπή

μ’ είχε χαράξει η λαχτάρα

Τώρα μαζί μου κατοικούν οι μέλισσες

Τα μάτια μου απ’ το μέλι σου

είναι ξέχειλα

Γερμανός  ποιητής  και ζωγράφος

(25.07.1867, † 29.08.1918)

μτφρ. Παρασκευή Ζόγγου

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Φυγείν αδύνατον;

Γιάννης Πανούσης

Ο Έρωτας

της πρώτης ματιάς

του ανοιχτόκαρδου χαμόγελου

του παθιασμένου φιλιού

του τρυφερού χαδιού

του ρομαντικού δειλινού αγκαλιά με τα κοινά όνειρα

Αυτός ο Έρωτας

που συχνά τελειώνει απροσδόκητα

που προδίδεται ανενδοίαστα

που χάνεται απροειδοποίητα

Αυτός ο Έρωτας

που πολλές φορές εξατμίζεται κι εξαερώνεται

μη αφήνοντας κανένα ίχνος

σαν να μην υπήρχε ποτέ

η πρώτη συναισθηματική του ύλη,

είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης συν-ύπαρξης.

Αυτός ο Έρωτας

λένε πως αντικαθίσταται σε μία στιγμή

από την Αγάπη

του καθαρού πουκάμισου

του ανάλατου φαγητού

της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης

της ανέφελης καθημερινότητας

από την Αγάπη

του λογιστικού σεβασμού της διαφορετικής άποψης

των ίσων δικαιωμάτων

και  των σταθερών αποστάσεων

του ξεχωριστού δωματίου

και της προσωπικής δικαίωσης

της δίκαιης διαθήκης,

απ’ όλα όσα υψώνουν τείχη ευγενούς αδιαφορίας

και υποκρυπτόμενης αχαριστίας

‘Έρωτας στα χρόνια της χολέρας των ασίγαστων παθών

Αγάπη στα χρόνια της φοβέρας των σβησμένων πόθων

Στον καθένα ό,τι ζητάει κι επιλέγει

ίσως κι ό,τι [του]αξίζει

Ο καθείς με το συν-αισθηματικό του κισμέτ

με πολύ μοναξιά και δίχως πάθος.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022