Περί του εφήμερου του χρόνου

Νίκος Γραίκος

Μικρή σπουδή σε τρία μέρη  για το αιώνιο άλγος

και τη ζωοποιό λήθη του εφήμερου χρόνου

i

Τὸ προσωπεῖον

Νἄταν ἀρχαῖος βασιλιάς;

—Εὐγενεῖς φιλοδοξίες ἀρχαιολόγων—.

Αὐτὸς ποὺ θώρηκα φαεινότερον

πυρὸς αὐγῆς στὸ σῶμα του καταδεχόταν,

ψευδῆ χιτῶνα τώρα περιβάλλεται

ἀπὸ πλεξιγκλὰς καὶ λέντ λαμπτῆρες

—προσοδοφόρο τουριστικὸ ἀξιοθέατο—.

Ποιό νἄταν τὸ βασίλειό του;

Ποιές κρυφὲς ἐπιθυμίες στὴν αἰχμὴ

τοῦ ἔνδοξοῦ του δόρατος σκουριάζουν;

Πόθοι καὶ μῦθοι

τὸ προσωπεῖον σμιλεύουν·

ἀρχαίων γλυπτῶν ἀγάλματα

στὰ κούφια μάτια καθρεφτίζονται·

ῥοὲς κρασιῶν

τὶς καμπύλες τοῦ στόματος κοιλαίνουν·

τραγούδια ἀοιδῶν

τὰ ἔκτυπα αὐτιὰ γλυκαίνουν·

καλλίγραμμες στὰ ἄφαντα χέρια

οἱ παλλακίδες λικνίζονται.

Ὅμως, ἰδού, ’Ε σ ύ.

Ἐ σ ύ, ποὺ στὸ χρυσὸ

τοῦ χρυσαφιοῦ ἀσπρίζεις.

Ποὺ τὴν αἰώνια δόξα τὴν ἄφατη

καὶ φαεινὴ σκαλίζεις

σὲ πανάρχαιες πέτρες καὶ μεταλλεύματα

καὶ σὲ ἔκτυπα προσωπεῖα χειροποιεῖς

εἰκονισμοὺς τοῦ αἰωνίου χρόνου.

Ἐ σ ύ! νοουμένη ἀγνώστως καὶ

ὁρωμένη ἀοράτως,

σὲ χρυσαφένια προσωπεῖα φανερώνεις

τὴν ἄχρηστη δόξα τοῦ ἐφήμερου χρόνου

στὰ μάτια τῶν βροτῶν ποὺ βλέπουν.

Ἐ σ ύ! τὸ προσωπεῖον

τοῦ α ἰ ώ ν ι ο υ  χ ρ ό ν ο υ φορᾶς.

«Ὁ ποιητὴς τὸ φωτεινὸ κενό»

ἐσένα ἀποκαλύπτει,

ἀλίμονο,

σὲ χάρτινες συλλογές σε

πλεξιγκλὰς βιτρίνες καὶ λέντ λαμπτῆρες!

«Παρακαλῶ!» διέρρηξε τὴ σιωπὴ ὁ φύλαξ.

«Συντομεύετε! Τὸ Μουσεῖο κλείνει».

ii

Ἄλγος [ἐκ] νηπίων

Ἀπόγευμα στὴ θάλασσα.

Εἶχε μόλις βρέξει καὶ τὰ νερὰ

κίτρινα, θολά.

Τὸν εἶδα ξαπλωμένο στὴ νοτισμένη ἄμμο.

Εἶχε τὰ μάτια ἀνήσυχα, ἀνοιχτὰ

σὰν ἀπὸ κακὸ ὄνειρο.

Πρέπει νά’ ταν ἀπ΄ ὥρα ἐκεῖ.

Ἴσως κι ἕνα καλοκαίρι νὰ πέρασε.

Αὐτός ὅμως μιλοῦσε

ἀκόμα γιὰ τὴν Ἄνοιξη.

Ἀνασηκώθηκε κι ἀπ΄ τὶς παλάμες του

γλίστρησε ἁπαλά ἡ ἄμμος.

«Ὁ Ἰούνης εἶναι ὁ μήνας ὁ σκληρός» εἶπε.

«Σὰν τ΄ ἀνοιξιάτικα λουλούδια στὶς

πρῶτες ζέστες τοῦ καλοκαιριοῦ

στὸν κίτρινο κυματισμὸ

τῶν σταριῶν, χάνονται…

Ἔλα! Σὲ μιὰ χούφτα ἄμμο

θὰ σοῦ δείξω τὸν φόβο».

«Ποιὸν φόβο;» ρώτησα.

«Τὸν φόβο τῆς σταρένιας

θάλασσας», ἀπάντησε.

«Τὸν φόβο τῆς σταρένιας θάλασσας;» ρώτησα.

«Ναι! τὸν φόβο τῆς σταρένιας θάλασσας

ποὺ δὲν θὰ θερίσω,

ἐννοῶ…

τὸν ἄωρο θάνατο τοῦ Ἰούνη

ὅταν τὰ παιδιὰ φεύγουν,

“ὥσπερ γὰρ ναῦς τις, ἴχνος οὐκ ἔχουσα…”

πλέοντας στὴ λήθη τοῦ χρόνου…».

Ἄρχισα κάπως νὰ καταλαβαίνω.

Δάσκαλος θἀ πρέπει νά΄ ταν.

Ἀπ΄ τοὺς ἄλλους, ὅμως,

ποὺ τὸ καλοκαίρι λυποῦνται.

Ἀπάντησα κάπως ἀπότομα:

«Μά, ποιὸς τὰ δικαιώματα τοῦ θερισμοῦ ἔχει;

Ποιὸς τὰ κατέχει;

Πρέπει νὰ τὸ καταλάβεις.

Ἐσύ, τίποτα δὲν ἔχεις…

Κοιμάσαι στὶς ἀκρογιαλιὲς

μ΄ ἕνα σακάκι μόνο.

Κομπάζεις, ὅμως, συνεχῶς μιλώντας.

Ὅμως γιὰ δὲς τὰ πληγώματα ἀπὸ τὶς ρητορεῖες σου.

Τὶς δημοσιοϋπαλληλικὲς σου βεβαιότητες, δές.

Τὰ χρόνια ποὺ ἔφυγαν ἀκαλλιέργητα.

Κι ἐκείνους τοὺς Ἰούνηδες, ποὺ δὲν αἰσθανόσουν; Ἀξίζεις τοὺς φόβος σου».

Σώπασε.

«Ἔχεις δίκιο» εἶπε.

«Ὡστόσο, νὰ ξέρεις…

Ἐγὼ γνωρίζω τὸν φόβο.

Σὲ τοῦτα τ΄ ἄδεια χέρια

ἀπ΄ ὅπου ἡ ἄμμος γλιστράει

τὸν ἔκλεισα τὸν φόβο τοῦ χρόνου

ποὺ ξεχνάει.

Τὸν φόβο νὰ δίνεσαι

—χωρὶς δημοσιοϋπαλληλικὲς βεβαιότητες—

ἔκλεισα σφιχτὰ

καὶ γεμάτος χαρὰ πλοιοδρόμησα

στὴν κίτρινη θάλασσα τῶν αἰσθημάτων

καὶ χάθηκα σὰν πλοῖο

δίχως ἴχνη.

Ὅσο γιὰ τὶς ρητορεῖες…

Τὸν Ἰούνη ἔμαθα ὅτι τὰ βιβλία λένε ψέματα·

…ἐάν τὸ καλοσκεφτεῖς.

Ἀφήνουν τὸ λουλούδι καὶ πιάνουν τὸ κοτσάνι.

Μήπως γι΄ αὐτό κι ὁ Χριστὸς δὲν ἀρνήθηκε νὰ γράψει;

Ὅμως ἐγὼ τὸν ξέρω τὸν φόβο νὰ φτάνεις  στὸ λουλούδι δίχως τὴ σιγουριὰ τοῦ κλαριοῦ. Ἔμαθα στὴ σταρένια θάλασσα νὰ βυθίζομαι χωρὶς ἀσκήσεις ἀλφαβήτας.

Γι΄ αὐτό εὐγνωμονῶ ποὺ μοῦ δόθηκε ἡ χάρη·

ἡ χάρη, τὸ χρῶμα τοῦ σταριοῦ  στὰ μάτια τῶν παιδιῶν νὰ βλέπω».

Γύρισα καὶ κοίταξα καθὼς ἔφευγε χωρὶς ἴχνη ἀφήνοντας   στὴν νοτισμένη ἄμμο.

Εἶχε μόλις βρέξει καὶ τὰ νερὰ κίτρινα, θολά

σὰν τὴ σταρένια θάλασσα.

Homage στον Π.Β. Πάσχο, στον T.S. Eliot και στον A.S. Exupéry

ΙΙI

Τὸ ψάρι τῆς γυάλας

[…] Even memory is not necessary for love.There is a land of the living and a land of the dead and the bridge is love, the only survival, the only meaning

Τὸ ψάρι τῆς γυάλας αἰωρεῖται·

γυαλένια ὕλη ἀστροφώτιστη

πλεούμενο σὲ ἀθόρυβα νερὰ

χωρὶς μνήμη καὶ μέλλον,

σιωπηλὰ διαλύεται

στὸ ὑγρὸ —ἄλλο—

σῶμα.

Ἡ διάλυση τῆς ὕλης πυκνώνει

τὴν ἀγάπη.

Και τὸ ἄλγος τοῦ χρόνου πού μᾶς δόθηκε;

Ὅταν τὸ σῶμα φοβᾶται νὰ ξεχάσει

καὶ φοβᾶται ποὺ ξεχνιέται;

Τὸ ψάρι τῆς γυάλας πλέει καὶ αἰωρεῖται.

Βυθίζεται στὸ ἄλλο σῶμα τοῦ δοσμένου χρόνου·

μνήμη χωρὶς λύπη, μέλλον χωρὶς φθόνο.

Ὕλη ἀστροφώτιστη καὶ ἀθόρυβη

στὴ μόνη βεβαιότητα, δίνεται·

στὸ αἰώνιο τώρα,

τώρα, τώρα,

τῆς ἀγάπης.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022