Η υποχρεωτική επιστροφή της Περσεφόνης

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Ήταν μακρύς ο δρόμος. Σκοτεινός με στροφές, γκρεμούς ένα γύρω, νυχτοπούλια που κρώζανε και ανεπαίσθητους θορύβους που ακούγονταν ύποπτα τρομαχτικοί.

Στενό το μονοπάτι, με άξαφνες πέτρες, στις οποίες σκόνταφτε και συχνά με το ζόρι  γλύτωνε την πτώση στο  βαραθρώδες έρεβος, που απλωνόταν ασαφές σε έναν ομοιόμορφο σκοτεινό όγκο, παράπλευρα από το μικρό κομματάκι χώματος του δρόμου.

Δεν υπήρχε τίποτα, παρά μόνο αυτό το σκοτεινό σοκάκι. Ούτε να στρίψει δεν μπορούσε, γιατί ήταν τόσο μικρό, που ακόμα και να δοκίμαζε να αναστραφεί, για να επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο, μπορεί και να γινόταν το μοιραίο. Άρα μόνο μπροστά μπορούσε να πάει, υποχρεωτική πορεία, γιατί αν σταματούσε τι θα έκανε και για πόσο στη μέση του πουθενά;

Η ισχυρή θέλησή της την είχε οδηγήσει να πάρει αυτό το αβέβαιο ρίσκο. Και κάθε που τρόμαζε και της ερχόταν να βάλει τα κλάματα, μια ακαταμάχητη νοσταλγία για τον ονειρικό Πάνω Κόσμο ερχόταν ορμητική από μέσα της και ατσάλωνε τη θέλησή της.

Βήμα μπρος. Άραγε θα υποχωρούσε το σαθρό χώμα. Όλα εδώ ήταν ετοιμόρροπα, έτοιμα να καταρρεύσουν, κουρασμένα από λόγια, ιδέες και ουτοπίες αιωνιότητας. Παράδεισοι και Κολάσεις παντού.

Αλλά αυτή δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά. Ήθελε να επιστρέψει στην αρχική της αγνότητα και αγάπη. Στο φως και στην αγκαλιά της μάνας, που τόσο νοσταλγούσε. Μα η επιτελεστική καθημερινότητα είχε φέρει το σαρωτικό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου.

Ένας λύκος ούρλιαξε λαίμαργα.

«Θα με φάει. Θα μπω στην κοιλιά του κτήνους. Στο μαύρο σκοτάδι του τίποτα». Της ερχόντουσαν αυτές οι παράλογες και ασυνάρτητες σκέψεις. Σαν κάπου να βρισκόντουσαν μέσα της και απελευθερώνονταν με το άγγιγμα του πλήκτρου του φόβου ή κάποιων άλλων ανεξέλεγκτων συναισθημάτων.

Δεν νύχτωσε τη σωστή ώρα. Αυτή η αρπαγή ήταν απότομη διακοπή, χωρίς την ατόνηση της ολοκλήρωσης.

Αλλά τώρα ήρθε η ώρα της επιστροφής. Η αντίστροφη πορεία.

Ο δρόμος ήταν μακρύς. Είχε ιδρώσει και λαχανιάσει. Τα πόδια της έτρεμαν και την εγκατέλειπαν. Έπρεπε να ξαποστάσει. Κάθισε κατάχαμα στη θέση της.

Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές.

Η νύχτα φαινόταν τρομώδης αλλά και πειθαναγκαστικά σαγηνευτική. Είχε μια ατελείωτη γαλήνη. Μια ομοιομορφία που τη διευκόλυνε, μια και δεν χρειαζόταν να διακρίνει κάτι και καμία προσπάθεια να κρίνει αυτό που διέκρινε, αν ήταν καλό ή κακό, όμορφο ή άσχημο, χρήσιμο ή άχρηστο, αν ήθελε να βρίσκεται εκεί ή να εξαφανιστεί από το οπτικό της πεδίο.

Τα μάτια της είχαν κουραστεί. Τα έκλεισε σε μια προσπάθεια να τα ξεκουράσει.

Άραγε θα φτάσει ποτέ ή μήπως όλα ήταν η ουτοπία του ανύπαρκτου;

Ο κανένας

Με λένε Κανένα και είμαι αυτός που τον τρώει πάντα ο Κύκλωπας. Ποτέ κάποιος μύθος δεν γράφτηκε για μένα και ούτε μια υποσημείωση δεν μου φύλαξε η ιστορία.

Έτσι δεν μου δόθηκε ευκαιρία να μιλήσω. Ήμουν πάντα βουβός και σκυφτός. Άλλωστε δε με ενδιέφερε η δόξα. Δεν την επιδίωξα και ούτε τώρα που σας γράφω έχω τέτοιες βλέψεις.

Εξάλλου, όλοι συμφωνούν, ότι άνθρωποι σαν εμένα είναι ανιαροί και ασήμαντοι και κανείς δε θα ενδιαφερόταν για τη ζωή τους.

Κάτι λίγοι που ασχολήθηκαν το ’καναν για να μας κατηγορήσουν ή για να μας οικτίρουν. Λένε ότι καταστρέφουμε τη ζωή μας και άλλα τέτοια. Αλλά δεν τα ξέρουν καλά, γιατί δεν τα ένιωσαν στο πετσί τους. Δεν κλείστηκαν μια μέρα μέσα στο ασανσέρ, να μην υπήρχε ελπίδα δια- φυγής και έτσι να μη φώναζαν.

Το πρωί που σηκώνομαι, βάζω στα γρήγορα δυο μπουκιές στο στόμα, πηγαίνω μέχρι την πόρτα του δωματίου, κοιτάω τα παιδιά που κοιμούνται ήσυχα, μετά ντύνομαι και τρέχω στη δουλειά.

Δουλεύω ασταμάτητα. Μη με ρωτήσετε τι κάνω. Κάνω τα πάντα φτάνει να με πληρώνουν. Αγρότης, έμπορος, πλασιέ, οικοδόμος, μέχρι και πορτιέρης σε μπαρ.

Αλλά ποτέ δε φθείρω τον εαυτό μου. Πρέπει να διατηρούμαι ακέραιος για να μπορώ και αύριο να κάνω τα ίδια, και μεθαύριο πάλι, και πάλι. Η καλύτερη στιγμή είναι όταν πληρώνομαι και πάω τα λεφτά στο σπίτι. Τα δίνω στη γυναίκα, αυτή μου χαμογελά και συνήθως περισσεύουν και κάποια για να αγοράσουμε παιχνίδια στα παιδιά.

Τους τελευταίους αιώνες τα απογεύματα διαβάζω και τα παιδιά, πλένω τα πιάτα και τους κάνω και το αλογάκι, έστω και μόνο τα Σαββατοκύριακα.

Μα μου συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο. Κάτι ανεξέλεγκτο. Φοβάμαι και θα ήθελα τη βοήθειά σας. Για αυτό σας γράφω. Ίσως εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε.

Στον ύπνο μου βλέπω παράξενα πράγματα.

Συχνά κυκλοφορώ χωρίς κεφάλι. Κάποιοι με κόβουν κομματάκια και γελάνε. Μια άλλη φορά ήρθε μια γυναίκα και προσποιήθηκε ότι ήθελε να κάνει έρωτα μαζί μου και έτσι όπως την ποθούσα μου ξερίζωσε το πέος.

Δεν αντέχω άλλο. Οι εφιάλτες έχουν αρχίσει να εξαπλώνονται και στον ξύπνιο μου.

Κάποια στιγμή, όπως κουβαλούσα στην πλάτη ένα δέμα, αυτό έβγαλε πλοκάμια σαν χταπόδι, τυλίχτηκε στο λαιμό μου και παραλίγο να με πνίξει.

Αισθάνομαι ότι κάτι με τσιγκλάει να φωνάξω για να μ’ ακούσουν.

Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να ξαναγίνω ο φιλήσυχος μπαμπάς που ήμουν πάντα. Ποτέ δε θα κερδίσω την αταραξία της ευτυχίας. Είμαι ζωντανός.

Τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα: Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά, διηγήματα, Κέδρος 2021.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022