Τικ τοκ

2o Βραβείο

Πανελλήνιος Εφηβικός Διαγωνισμός Λογοτεχνίας

Λύκειο πεζά

Καραγιάννη Βασιλική-Μελιτίνη

Τικ τοκ… Αυτόν τον ήχο άκουγε τα τελευταία 10.567 δευτερόλεπτα, μην δίνοντάς του σημασία. Ούτε σ’ αυτόν, ούτε στον απελπισμένο ήχο που έκανε το στυλό έναντι στο χαρτί, σαν μια μάχη για το ποιος θα βγει νικητής. Όχι, δεν τους άκουγε τόση ώρα αυτούς τους ήχους, τόσο συγκεντρωμένη που ήταν στο γραπτό της, γράφοντας θεωρίες και πολύπλοκες αιτιολογήσεις, λες και η ζωή της εξαρτιόταν απ’ αυτό. Το ρολόι, η πηγή του ήχου, φάνταζε τόσο μακριά. Τώρα, όμως, που είχε αφήσει κάτω το στυλό της, αυτοί οι ήχοι τρύπωναν μέσα στο εξαντλημένο απ’ την κούραση μυαλό της, κάνοντας τις σκέψεις της θολές. Οι λέξεις που η ίδια είχε γράψει λίγο πριν, άρχισαν να εγκαταλείπουν το χαρτί και να λικνίζονται μπροστά στα μάτια της.
Τικ τοκ… Ο ήχος που την πήγαινε πίσω στις αναμνήσεις των τελευταίων εννέα μηνών, στις οποίες πάντα υπήρχε ένα ρολόι. Ένα ρολόι που ήταν υπεύθυνο για την αντίστροφη μέτρηση της τρίτης Λυκείου.
Τικ τοκ… Στην πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς, «την τελευταία πρώτη μέρα», όπως την αποκαλούσαν όλοι. Όταν τα παιδιά της τάξης της είχαν μαζευτεί στην αίθουσα και είχαν κοιταχτεί, ξινίζοντας με τα άτομα που θα είχαν ν’ αντέξουν όλη την χρονιά. Παράπονα ακούγονταν στο το τέλος της σχολικής ημέρας, όταν τα παιδιά έτρεχαν στα καφέ, να προλάβουν ένα τραπέζι μέσα στον όχλο των μαθητών. Ξεχνιόντουσαν όμως; Ένιωθαν τη ζέστη να χαϊδεύει γλυκά το δέρμα τους, εκτιμώντας το καλοκαίρι, που δεν ήταν ακόμα έτοιμο να τους αφήσει.
Τικ τοκ… Στο πρώτο της ξενύχτι. Εκείνο το βράδυ, που είχε κοιτάξει την σωρό με τα βιβλία, τα οποία φαινόντουσαν λες και την χλεύαζαν σιωπηλά και είχε καταλάβει ότι δεν θα γλίτωνε τους μαύρους κύκλους την επόμενη μέρα. Η μητέρα της είχε μπει δειλά δειλά στο δωμάτιο και την είχε παρακαλέσει να πάει να κοιμηθεί, να ξεκουραστεί, αλλά εκείνη είχε παραμείνει σκυμμένη πάνω απ’ το τετράδιο, αγνοώντας το μελανί που είχε ποτίσει το δέρμα των δαχτύλων της.
Τικ τοκ… Στην πρώτη μέρα που είχε συνειδητοποιήσει πόσο μοναχική ήταν… Πως είχε χαθεί από τις παλιές παρέες. Το πως δεν είχε πλέον την όρεξη να προσποιηθεί στο τηλέφωνο και είχε σταματήσει να καλεί τους φίλους της, βρίσκοντας φθηνές δικαιολογίες για να τους αποφύγει. «Ούτως ή άλλως, δεν θα καταλάβαιναν», έλεγε στον εαυτό της. Κανείς δεν μπορούσε να μπει στο μυαλό της.
Τικ τοκ… Στον πρώτο της κακό βαθμό. Όταν είχε κοιτάξει το τσαλακωμένο χαρτί γεμάτο με κόκκινες σημειώσεις και μουτζούρες, οι οποίες έπεφταν πάνω στην καρδιά της σαν πέτρες λιθοβολισμού. Είχε διαβάσει τόσο καιρό γι’ αυτήν την εξέταση. Κι όλα ήταν για το τίποτα. Το ίδιο βραδύ, είχε κλειστεί στο δωμάτιο της, προλαβαίνοντας ίσα ίσα να κλείσει την πόρτα, πριν τα δάκρυα αρχίσουν να πέφτουν σαν καταρράκτες απ’ τα μάτια της, νοτίζοντας το χαλί κάτω απ’ τα πόδια της όσο αυτή έπεφτε, μέχρι να χτυπήσουν τα γόνατά της στο πάτωμα. Μέχρι να καταρρεύσει δίπλα στο κρεβάτι της και μέχρι να κλείσει το στόμα της σφιχτά με το χέρι της για να μην την ακούσει κανένας στο σπίτι.
Τικ τοκ… Στην περίοδο λίγο πριν της γιορτές των Χριστουγέννων, όταν όλοι οι μαθητές δεν μπορούσαν να κρατήσουν όρθιο το κεφάλι τους στη διάρκεια των μαθημάτων και τα μάτια τους έκλειναν νυσταλέα. Παρόλα αυτά, όλοι είχαν σηκωθεί απ’ τα θρανία τους για να κρεμάσουν ο καθένας απ’ ένα στολίδι στο μικρό δεντράκι της τάξης. Εκείνη θυμάται τον εαυτό της να κρεμάει μια χρυσή μπάλα και να γυρνάει στους συμμαθητές της. Είχε βρει περισσοτέρους απ’ όσους περίμενε να την παρακολουθούν με χαμόγελο στα χείλη τους. Τους το είχε ανταποδώσει.
Τικ τοκ… Στο πρώτο σαββατόβραδο που είχε βγει με τους συμμαθητές της για φαγητό. Συγκεκριμένα, σ’ εκείνη την ώρα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όπου η μουσική είχε δυναμώσει και όλοι τους τραγουδούσαν παράφωνα μαζί της. Τριγύρω τους, τα πάντα ήταν λίγο πιο ελεύθερα, λίγο πιο θολά. Η γλυκιά μυρωδιά του κρασιού είχε καλύψει τις άσχημες στιγμές.
Τικ Τοκ… Στις Απόκριες, όταν όλοι είχαν εμφανιστεί στο σχολείο με τα καθημερινά τους ρούχα και οι πάντες τους ρωτούσαν τι είχαν ντυθεί. «Ηλεκτρολόγος, ηθοποιός, Βιολόγος, Δικηγόρος…» Μία μία, τα όνειρά τους είχαν μαζευτεί σ’ αυτές τις μικρές λεξούλες. Σ’ αυτές τις λέξεις, οι οποίες ήταν τόσο απρόσωπες για κάποιους, αλλά για εκείνους σήμαιναν τα πάντα. Ή ακόμα και φράσεις όπως «Δεν είμαι σίγουρη ακόμα», «δεν έχω πάρει κάποια απόφαση», οι οποίες έκρυβαν από πίσω τους τις αχτίδες της ελπίδας.
Τικ τοκ… Στην ημέρα που είχε αφήσει πίσω τους ενδοιασμούς της και είχε φιλήσει εκείνο το αγόρι που την έκανε να χαμογελά, όταν η καρδιά της ένιωθε βαριά. Δεν είχε, πλέον, νόημα να κρύβεται πίσω απ’ την δικαιολογία ότι θα την πήγαινε πίσω ένας έρωτας. Δεν είχε νόημα να προσποιείται πως εκείνος δεν έκανε την ζωή της καλύτερη.
Τικ τοκ… Στην εβδομάδα που είχε γκρεμίσει τους τοίχους που είχε υψώσει γύρω της και είχε αγκαλιάσει τους γονείς της, είχε πάρει τηλέφωνο τους φίλους της και είχε βγει έξω στη βροχή, αφήνοντας τις δροσερές στάλες να της θυμίσουν πως υπήρχε ομορφιά εκεί έξω. Πως δεν ήταν αδυναμία να παραδεχτεί τα συναισθήματά της. Δεν ήταν αδυναμία να αφήσει αυτούς που την αγαπούσαν να τη βοηθήσουν. Στην ημέρα που το βάρος είχε αρχίσει να χαλαρώνει.
Τικ τοκ… Στις τελευταίες εβδομάδες, που κανένας δεν έβγαινε απ’ το σπίτι του, παρά μόνο για να πάει στο φροντιστήριο. Στις τελευταίες μέρες, που η παρέα της ήταν στοίβες βιβλία και στην εικόνα των φίλων της στο κινητό, οι οποίοι της κρατούσαν συντροφιά στο ολιγόλεπτο διάλειμμα απ’ το διάβασμα.
«Το έχεις. Καιρός να το πιστέψεις!» Τικ τοκ.. Δάκρυα. Τικ τοκ.. Αγκαλιές. Τικ τοκ… Ελπίδα
Τικ Τοκ, τικ Τοκ, τικ Τοκ, τικ Τοκ, τικ Τοκ.
«Τέλος της εξέτασης».
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της. Κοίταξε τα υπόλοιπα παιδιά, με βλέμματα χαμένα, αποπροσανατολισμένα. Με κουρασμένα βλέμματα, που σιγά σιγά συνειδητοποιούσαν τι είχε συμβεί. Βλέμματα που δειλά δειλά έλαμψαν. Χαρούμενα βλέμματα, που μετατράπηκαν σε γέλια και σε κλάματα. Κλάματα από χαρά, όχι λύπη.
Τικ τοκ… Όλα είχαν τελειώσει.
Τικ τοκ… Η ζωή είχε μόλις ξεκινήσει.

Advertisement