Στα μέρη αυτά περπάτησε ο πατέρας – Ο υδατώδης χυμός των ρητινοφόρων δέντρων

Αντώνης Κάλφας

Στα μέρη αυτά περπάτησε ο πατέρας

να φέγγει η όψη του σαν το νεράκι στο ισκιωμένο πλατανόρεμα

Γιάννης Ρίτσος

στον Γιώργο Α. Κ.—ελάχιστος έπαινος

Σκληρή, κεκαυμένη ύλη ο τόπος. Υγρή βλάστηση, χαμόδεντρα και πλήθος ανυπάκουων πουλιών έτειναν να πιστέψουμε πως κάτι γίνεται εδώ, θαύματος ισότιμο και πως τα επαρκή φρεάτια επινοούν για χάρη μας βότανα μαγικά, χορταστικές περιπολίες στα μυστικά περάσματα του λίμνης Πολυφύτου και στις ροδακινιές του Βελβεντού· άνθρωποι εργατικοί πίνουνε το ευεργετικό κρασί κι αφήνουνε τη δυστυχία σε πώματα μπουκαλιών ή στις φλέβες της πέτρας. Στα μέρη αυτά, λοιπόν, ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους και τα λιγοστά σπίτια περπάτησε ο πατέρας. Σπάνια γη, αδέκαρη, όπως και το οικογενειακό ιστορικό. Το καλοκαίρι ο παππούς Αντώνιος έβγαινε για ξύλα, μάζευε σε δύο τελάρα τα σταφύλια και τα πουλούσε στην αγορά των Σερβίων δύο δραχμές. Η επιδέξια γκάιντα στις γιορτές και τα πανηγύρια συμπλήρωνε το γλίσχρο εισόδημα. Βελούδινη εποχή επειδή όπου κι αν εκοίταζες μύριζε καλοσύνη και στενοχώρια. Στο σπίτι οκτώ παιδιά πυρπολημένα από τον ήλιο του μεσημεριού έλιαζαν τις ντομάτες, έκοβαν ξύλα, φούρνιζαν ή τάιζαν τις λησμονημένες κότες, τ’ αγόρια έπιαναν τα γκέμια του μουλαριού κι έστηναν παγίδες στα βουνά για να ξεχάσουνε την καταχνιά. Αυτά συνέβαιναν στον φυματικό και ελώδη μεσοπόλεμο. Αργότερα, στη γάγγραινα της κατοχής, γέμισαν ψείρες τα κορίτσια, αλλά η δόξα του καινούργιου κόσμου συνάρπαζε τους αθλητές γιδοβοσκούς—σύνδεσμος Χασίων-Πιερίων και Ολύμπου ο μεγαλύτερος Γεώργιος. Στον εμφύλιο—μετά την εξάμηνη φυλάκιση—γύρισαν πίσω στο χωριό, χωρίς ελπίδα πια, μ’ ένα ωστόσο τεράστιο πάθος για ζωή. Σκορπίσανε κυνηγημένοι στην πεδιάδα της Κατερίνης, ήξεραν από μικροί τα περάσματα, τον νερόμυλο του Φώτα και την εμποροπανήγυρη της πόλης— ρίζωσαν επιτέλους όπως-όπως. Ο πατέρας παντρεύτηκε το ’53 λιγνή κόρη μικρασιατών προσφύγων. Το ’64 σήκωσε περιχαρής στην απαγορευμένη κεντρική πλατεία τον Ηλία Ηλιού. Το σπίτι που μεγάλως ορέγονταν ολοκληρώθηκε με χίλια ζόρια το ’82.

Τη θάλασσα οι δικοί μας δεν την πολυσυμπάθησαν. Την είχαν ακουστά από πνιγμούς συγχωριανών.

Ο υδατώδης χυμός των ρητινοφόρων δέντρων

Στον τόπο αυτόν άρμεγαν τις αίγες και τ’ άλλα ζώα βύζαιναν ύπαιθρο, τα παιδιά σκάλιζαν το χώμα ή έπαιζαν στις σαρκοφάγους ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή.

Στα ταφικά μνημεία μαρμάρινες σιωπές με τον γεωργικό χιτώνα και τις εγχάρακτες βουκολικές απεικονίσεις να λάμπουν στο ειδύλλιο της χαμένης ομορφιάς κοντά στη Χράνη, στην Μίλητο, στην Κύζικο, στις όχθες του Δούναβη.

Σκηνές μεσημεριών δεν εμφανίζονται, υπονοούνται ωστόσο από τα τόσα οπωροφόρα και τα εργαλεία της εποχής—θεριστικά δρεπάνια και τσεκούρια, φυτευτήρια και δικέλλια—ένα εργαστήριο καλών αισθημάτων ο τόπος με τους ανθρώπους να ιδροκοπούν στο μυριστικό χώμα.

Στον αέρα ο υδατώδης χυμός των ρητινοφόρων δέντρων, καπνιά και κρασί ζυμωμένο με πίσσα και όσο άντεχαν δύο βόδια να οργώσουν μια ολόκληρη μέρα ένα πλέθρο. Ελάσματα και σιδερένιες λαβές στο κρυμμένο χώμα—σώζεται ακόμα το σιδερένιο καρφί στο σκαλιστήρι.

Καραβόπανα και ξύλινα κομμάτια από ναυάγια πολλά στην περιοχή (δίπλα ας πούμε από το ιερό της μητέρας των θεών) συνομιλούσαν με το σύμπαν της Μικράς Ασίας ενώ οι καμπίσιοι σκάλιζαν με την αξίνα τους αγρούς, άλεθαν το σιτάρι κι ύστερα φούρνιζαν το ζηλευτό ψωμί γλυκαίνοντας τον πεπλατυσμένο ορίζοντα.

Στα δάπεδα των σπιτιών ίχνη φωτιάς που πάει να πει πως η πολυτελής ζωή τους ξεκίνησε νωρίς μέχρι να φτάσει αργά αργά στο φως μιας περίλαμπρης ανασκαφής που ακόμα συνεχίζεται αφού ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις θεότητες των εργαλείων και τα ρινίσματα.

Εδώ ο τόπος μιλά με την ιστορία—το αμπελοτόμο δρεπάνι στις θέρμες του Δίου βρίσκεται και στις πλούσιες επαύλεις της Πομπηίας, στην εύφορη γη της Ρουμανίας χαράσσοντας με αυτό τα δέντρα για να μπολιάζονται με μοσχεύματα—φίνα δουλειά κι ας έχουμε ρωμαϊκή κατοχή

Κάρες και Θράκες πολεμιστές, αμφίστομοι σταυρωτοί πελέκεις για να κατασκευάζουνε οι ξυλουργοί γεφύρια στην Τεργέστη, στην μακρινή Ουγγαρία και στο μαλακό χώμα του Κίτρους έκοβαν δέντρα αποφλοιώνοντας τους κορμούς (το καινοτόμο αλέτρι του Δίου κείτεται ακόμα στη Βουλγαρία και στη Σευθέπολη)

Ακέραιες εποχές μέσα στα στρώματα του γκρίζου χώματος μαζί με κεραμίδια, κάρβουνο και κονίαμα κι ας έχουν υποστεί κι αυτά—όπως κι εμείς εξάλλου— οξείδωση, σκασίματα, σπασίματα, σκωρίες και αρθριτικά.

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Tο ημερολόγιο μιας Οδύσσειας

Gilles ORTLIEB

μτφρ. Αναστασία Βατάλη


Την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 1942, στο Κάιρο με τη σύζυγό του Μαρώ όπου οι διπλωματικές του υποχρεώσεις τον ανάγκασαν να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση στην εξορία, ο Γιώργος Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Δέκα η ώρα το βράδυ, μετά το φαΐ. Έξω οι θόρυβοι που μας έχουν σπάσει τα νεύρα. Τραμ, καμπάνες, τριξίματα φρένων, τρόμπες, γραμμόφωνα, φωνές Αραπάδων, πέταλα αλόγων, σιδερικά».

Μερικούς μήνες αργότερα, στα μισά του Απρίλη 1943, σημειώνει με ακόμα πιο τηλεγραφικό τρόπο: «… ατμόσφαιρα καβαλίνας, βρώμας και καταλαλιάς».

Στις 30 του ίδιου μήνα: «Δρόμοι του Καΐρου γεμάτοι μπανανόφλου- δες῾ άλλες από τους Αραπάδες και άλλες απ’ τους πολιτικούς».

Τον Αύγουστο του 1944, τότε που η προοπτική της επιστροφής στην Ελλάδα επιτέλους συγκεκριμενοποιείται, ο Σεφέρης δημοσιεύει στην Αιγυπτιακή πρωτεύουσα, σε μια έκδοση εκτός εμπορίου περιορισμένη σε μερικές δεκάδες αντίτυπα, το εικονογραφημένο χειρόγραφο Ημερολόγιο Καταστρώματος ΙΙ το οποίο περιέχει ένα ποίημα με τίτλο πολύ καβαφικό, Μέρες τ’ Απρίλη ‘43, όπου διαβάζουμε αυτούς τους στίχους:

Τρουμπέτες, τραμ, βορβορυγμοί, τρίξιμο φρένων

χλωροφορμίζουν το μυαλό του όπως μετράς

όσο βαστάς κι έπειτα χάνεσαι

στη νάρκη και στο έλεος του χειρούργου.

Στους δρόμους περπατά με προσοχή, να μη γλιστρήσει

στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες

ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι,(…)

Προχωρεί παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος,

κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα

σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά.

Αυτό είναι απλώς ένα παράδειγμα, ανάμεσα σε άλλα. Διακρίνει όμως κανείς το είδος της γέφυρας που ο ημερολογιογράφος προσέφερε στον ποιητή, ποιες λεπτομέρειες προκαλούσαν την προσοχή του και πώς αυτές οι λεπτομέρειες, τελικά, βρήκαν τη θέση τους σε ένα ποίημα, ψηφίδες ενός μωσαϊκού που τρέφουν τη φαντασία για έναν τόπο και ένα περιβάλλον, το κλίμα μιας εποχής. Φυσικά εδώ έχουμε να κάνουμε με το ημερολόγιο ενός ποιητή, το οποίο όμως δεν αφήνεται ποτέ στο είδος, το μερικές φορές συζητήσιμο, της πρόζας της λεγόμενης ποιητικής, αντιθέτως:  ακόμα  και  αν  πρόκειται  για  αναφορά  στο  περιστασιακό  ή  στο τυχαίο των ημερών, για να παραπονεθεί ή, πιο σπάνια, για να εκφράσει την ικανοποίησή του, οι λεπτομέρειες που αναφέρονται σ’ αυτές τις σελίδες προσπαθούν να παρακάμψουν όλες τις πτυχές του πραγματικού χωρίς να παραμερίσουν εκείνες της πρόζας, που είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να αντλήσει ένα νόημα και, ενδεχομένως, μαθήματα για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει απέναντι σε μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Αυτό το ημερολόγιο, ο Σεφέρης το κρατά ανεπίσημα (ενδιάμεσα βρέθηκαν σημειώσεις πιο παλιές, από την εφηβική του ηλικία) από τις 16 Φεβρουαρίου 1925, όταν τελικά αποβιβάστηκε στο λιμάνι του Πειραιά μετά από μια παραμονή έξι ετών στο εξωτερικό, στο Παρίσι κυρίως, όπου ολοκλήρωσε με βαριά καρδιά τις σπουδές Νομικής που θα του ανοίξουν  σύντομα το δρόμο για την διπλωματική καριέρα..

Ο νεαρός άντρας (γεννήθηκε στην αρχή του αιώνα, το 1900) δεν μπορεί πια να υπεκφεύγει από αυτό που ορίζει ως «η αναπόφευκτη δοκιμασία»: τη συνάντηση με τη χώρα του και το πένθος για την πατρίδα της ψυχής της παιδικής του ηλικίας, τη Σκάλα στα Βουρλά, πλέον στις τουρκικές ακτές και από την οποία η «καταστροφή» της Μικράς Ασίας- που εξεδίωξε όλους τους Έλληνες υπηκόους μέσα σε δραματικές συνθήκες – τον ξέκοψε τελειωτικά μερικά χρόνια νωρίτερα, το 1922.

Ο παλιός μαθητής του Γαλλικού Λυκείου της Σμύρνης που στο μεταξύ εξελίχτηκε σε τέλειο δίγλωσσο (κατόρθωσε, μάλιστα, να γράψει ποιήματα στη γλώσσα μας) είχε τόσο επηρεαστεί από τη γαλλική κουλτούρα- αυτήν που ενσάρκωναν τότε η NRF (Nouvelle Revue Francaise – Νέα Γαλλική Επιθεώρηση) του Jacques Rivière, του Paul Valéry, του Julien Benda, του Remy de Gourmont, του Alain, αλλά και του Jules Laforgue, του Paul-Jean Toulet, του Léon-Paul Fargue και πριν απ’ αυτούς του Rabelais, του Villon ή του Montaigne – που η ελληνική του ταυτότητα, κατά δική του ομολογία, απειλήθηκε.

Η επιστροφή στην Eλλάδα θα του επιτρέψει να εμβαθύνει στον εαυτό του, πράγμα με το οποίο ασχολείται επί μακρόν στο ημερολόγιο, αλλά και στις σκέψεις του για το νόημα και το περιεχόμενο ενός ζωντανού ελληνισμού που τον τοποθετεί στον αντίποδα ενός απολιθωμένου νεοκλασικισμού, ή για τη «δημοτική» γλώσσα που κραδαίνει κατά των υπερασπιστών της καθαρεύουσας, που είναι ταυτόχρονα πρώτη ύλη και κλειδί ομολογίας του μελλοντικού ποιητικού του έργου. Διότι πρόκειται πράγματι για μια επανοικειοποίηση στην οποία τον βλέπουμε να προ- βαίνει με μικρές πινελιές, με διαδοχικές εξετάσεις συνείδησης και με μια σώρευση λεπτομερειών και καταστάσεων που αναφέρει σταδιακά, χωρίς ποτέ να αποβλέπει- άρα παρά τη θέλησή του; – σε μια αποσπασματική αισθητική.

Σ’ όλα τα παραπάνω θα προστεθούν σύντομα οι σκοτούρες της επαγγελματικής ζωής που τον απορροφούσε όλο και περισσότερο, κατόπιν σημάδια όλο και πιο πολλά και ανησυχητικά που μετατρέπουν λίγο – λίγο σε βεβαιότητα την αίσθηση πως η ιστορία αυτό τον καιρό παρασύρεται, επιταχύνεται, μπροστά στην καταστροφή που γνωρίζουμε.

Ο παρών τόμος διακόπτεται το 1944, με τα αιματηρά γεγονότα του Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, όμως ο Σεφέρης θα παραμείνει πιστός στο ημερολόγιό  του  μέχρι  τέλους,  με  τελευταία  χρονολόγηση  11  Μαΐου 1971, μερικούς μήνες προτού υποκύψει στις μετεγχειρητικές επιπλοκές, στις 20 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς.

Το σύνολο είναι αξιόλογο: εννέα τόμοι συνολικά, εκ των οποίων οι πρώτοι θα εκδοθούν τρία χρόνια μετά το θάνατό του, και που ο τελευταίος κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2019. Γνωρίζουμε ότι ξαναδιάβασε προσεκτικά τις σελίδες των τεσσάρων πρώτων τόμων που περιέχονται σ’ αυτό το βιβλίο και επίσης ότι σκόπευε κάποια στιγμή να δημοσιεύσει τον πέμπτο τόμο, που ήταν έτοιμος για εκτύπωση- εκείνον που θα μεταφραστεί με τον τίτλο Ημερολόγιο 1945-1951 από τον Lorand Gaspar στο Μercure de France  το 1987 -, αν το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 21 Απριλίου 1967 δεν τον είχε οδηγήσει στην απόφαση να ματαιώσει κάθε δημοσίευση για να μη φανεί ότι υποστηρίζει το καθεστώς των συνταγματαρχών. Η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη, ακολουθούμενη από πολυάριθμο πλήθος στους δρόμους της Αθήνας, θα φανεί εξάλλου, εκ των υστέρων, σαν η πρώτη μαζική διαδήλωση εναντίον μιας μισητής δικτατορίας.

Ο Denis Kohler, ο οποίος εργάστηκε ακατάπαυστα για την αναγνώριση του Γιώργου Σεφέρη στη Γαλλία- στον οποίο αφιέρωσε πολλές εργασίες και μετέφρασε τις Δοκιμές καθώς και μια σημαντική επιλογή από Σελίδες Ημερολογίου– διακρίνει πολλά είδη προσωπικών ημερολογίων: εκείνα που πηγάζουν από μια μεθοδική ενδοσκόπηση και που ο Amiel θα ήταν ο πιο προφανής εκπρόσωπος, δίπλα στον Πορτογάλο συγγραφέα Michel Torga για παράδειγμα, στην Anaїs Nin ή και στον Stendhal˙ εκείνα στα οποία οι σημειώσεις μοιάζουν περισσότερο με ένα χρονικό, πολύ λογοτεχνικό, καλών και κακών ημερών, όπως τα ημερολόγια του Paul Leautaud, των αδελφών Goncourt, του Jules Renard˙ και εκείνα που υποστηρίζουν ένα έργο την ώρα της δημιουργίας του, a work in progress, όπως το Ημερολόγιο του Franz Kafka, το επάγγελμα του να ζεις του Cesare Pavese, το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα της Virginia Woolf ή επίσης το Ημερολόγιο του Gide, το οποίο ρίχνει μια επίμονη σκιά στις Μέρες και τους χρησιμεύει κατά πάσα πιθανότητα ως πρότυπο. Μπορεί αυτό το ημερολόγιο να κατέχει αναμφισβήτητα μια θέση μοναδική, ανάμεσα – αν μπορούμε να το πούμε- στο Hμερολόγιο του Witold Gombrovicz, Tα Απομνημονεύματα  του  Victor  Hugo  και  το  Zibaldone  του  Giacomo Leopardi.

«Οι βιογραφίες μας μαθαίνουν προπάντων πως η ιστορία μιας ζωής είναι κάτι ασύλληπτο (Emily Dickinson) – δεν θυμάμαι πια από που το σημείωσα αυτό. Αλλά θα το έβαζα για υπογραφή στα ημερολόγιά μου», γράφει ο Σεφέρης, στις 25 Φεβρουαρίου 1956.

Οι σελίδες αυτού του ημερολογίου όσο χασματώδεις κι αν είναι σε κάποια σημεία, όσο βουβές κι αν είναι εκείνες που άφησε λευκές επίτηδες σε ανάμνηση ενός προσωπικού γεγονότος, μας επιτρέπουν να διαβλέψουμε τον ψυχόκοσμό του σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα πρώτα χρόνια, που η αυτοαναφορικότητα φαίνεται να κυριαρχεί στο θέαμα του κόσμου που τον περιτριγυρίζει και από τον οποίο τρέφεται, λίγο λιγότερο στη διάρκεια των ετών του πολέμου και της εξορίας, που οι περιστάσεις οδηγούν μερικές φορές τον δημιουργό Σεφέρη να σβήνει μπροστά στον κ. Σεφεριάδη (το πραγματικό επώνυμό του), υπεύθυνο της υπηρεσίας του Ξένου Τύπου στο Κρατικό Γραφείο Τύπου και Πληροφόρησης, και που παίζει πάνω από μια φορά ένα ρόλο πρώτης γραμμής στα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται μέρα με τη μέρα, σε πραγματικό χρόνο.

Αυτές οι παράλληλες ζωές, μέσα στο χωνευτήρι ενός χρονικού που έχει – έτσι όπως το εισπράττει κανείς σχεδόν σε κάθε σελίδα – ζωτική σημασία για εκείνον που το γράφει, αποτελούν τελικά μια και μόνο: είναι ο ίδιος άνθρωπος που αναθεματίζει τους συναδέλφους του στο γραφείο και όταν γυρίσει στο σπίτι περνάει τα βράδια του με τον κ. Teste, είναι ο ίδιος που υποφέρει από την εξορία στην ύπαιθρο της Αλβανίας και μεταφράζει το Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό του Ηenri Michaux, ο ίδιος που συναναστρέφεται πριγκίπισσες σε πλούσια σαλόνια και συνομιλεί με λαϊκούς ανθρώπους σε ασφυκτικά γεμάτα βαγόνια τρίτης θέσης, που υποδέχεται στην Αίγυπτο μια αντιπροσωπεία Ελλήνων ανταρτών, ενώ δημοσιεύει την ίδια περίοδο, για λογαριασμό του συγγραφέα, ποιητικές συλλογές που υποσχέθηκε σε εμπιστευτική συνομιλία.

Όμως το ημερολόγιο αυτό δεν έχει μόνο την αξία πολύτιμης μαρτυρίας, στο πρώτο πρόσωπο, για τον ίδιο και τα γεγονότα που ζει, αξίζει επίσης για όλες τις προσωπικότητες, τις μερικές φορές αξιόλογες, που συναντά κανείς σ’ αυτό: τον Γιώργο Κατσίμπαλη, τον «κολοσσό του Μαρουσίου» που εξυμνήθηκε από τον ίδιο τον Henri Miller και τους Durrell, τον Panaїt Istrati, τον Georges Henein, τον Curzio Malaparte, τον André Gide τον οποίο ο Σεφέρης γνώρισε τον Απρίλιο του 1939, τις εξέχουσες προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων όπως τον Νίκο Καζαντζάκη, τον μυθιστοριογράφο Γιώργο Θεοτοκά ή τους ποιητές Άγγελο Σικελιανό και Οδυσσέα  Ελύτη. Και επίσης, ανάμεσα στα αναρίθμητα πορτρέτα προσώπων που συναντά, οι σιλουέτες ενός πλανόδιου πωλητή στους πρόποδες της Ακρόπολης, ενός Ζουλού στην πόλη Durban ή ενός χρυσωρύχου σε έναν σταθμό του Transvaal, πράγματα ανάλογα μ’ αυτά που ο Καβάφης παρατηρούσε στη διάρκεια της ζωής του στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, μια νηοπομπή στον Τάμεση που την περιγράφει σαν πομπή από φελούκες στο Νείλο ή μια αναφορά στο χαμάμι της Ερυθράς θάλασσας πριν διασχίσουν τον ινδικό ωκεανό καθώς και ένα  ταξίδι με υδροπλάνο  στην Αφρικανική Ήπειρο.

H παρατηρητικότητά του αποτυπωμένη στο χαρτί που τον κάνει να περιγράφει έναν αγώνα μποξ ή ένα Ιταλικό χωριουδάκι το ίδιο λεπτομερώς με μια φλούδα ακαζού ή την τομή ενός αγκαθιού από αχινό, οδηγεί τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι έχει να κάνει, περιστασιακά, με έναν λεξικογράφο, μουσικολόγο, βοτανολόγο, γενεαλόγο, διευθυντή επιθεώρησης, επιγραφιολόγο ίσως, και συνεχίζω. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον ημερολογιογράφο να αφεθεί σε αφηγηματικές φαντασιώσεις ή φάρσες σχεδόν σαν εκείνες του Gide που αποτελούν επίσης μια λειψανοθήκη από μυθιστορηματικές απόπειρες σ’ αυτό το ημερολόγιο, δίπλα σε διηγήσεις ονείρων, αντιγραφή επιστολών που απευθύνονται σε δικούς του και αναρίθμητες ποιητικές ασκήσεις σαν τον μουσικό που δουλεύει τις κλίμακές του: «Η μόνη κλίση που έχω είναι να θέλω να φτιάξω ποιήματα, υπομονετικά, πεισματάρικα, δουλεύοντας μήνες και χρόνους, σαν Κινέζος ή μανιακός χειροτέχνης…(1η Μαρτίου 1927).

Αυτή η κλίση, και ο πολλαπλασιασμός των σημειώσεων που έχουν σχέση με τα διπλωματικά του καθήκοντα, θα οδηγήσουν τον Σεφέρη, από τα τέλη του 1935, να κρατά ένα παράλληλο ημερολόγιο (Πολιτικό ημερολόγιο, σε δυο τόμους, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα μετά το θάνατό του), στο οποίο θα καταγράφει τις λεπτομέρειες των συναντήσεών του και των υποχρεώσεων της υπηρεσίας, εκείνες των ανεπανόρθωτα διαλυμένων ανθρώπινων σχέσεων, το πολύ φορτωμένο πρόγραμμα, και όλες τις περιπλοκές ενός μικρού πολιτικού κουβαριού το οποίο όμως, όπως φαίνεται τελικά στο παρόν ημερολόγιο, συχνά δεν διαχωρίζεται. Μια παραχώρησή του ωστόσο του επιτρέπει να μην παρεκκλίνει πάρα πολύ από τον στόχο που είχε βάλει: «Ένας μήνας δεν έγραψα τίποτα εδώ. Τα μόνα που θα μπορούσα να είχα σημειώσει pro memoria θα ήταν πράγματα που αφορούν την καθημερινή πολιτική κουζίνα. Αλλά είδα πως αυτά σ’ ένα τετράδιο σαν και τούτο δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα παρά να μεταφέρουν τις αηδιαστικές ραδιουργίες του προσφυγικού μας στρατοπέδου στις λίγες ανεξάρτητες στιγμές που προσπαθώ, αν μπορώ, να διαφυλάξω…» (30 Ιανουαρίου 1944)

Η ελευθερία που διεκδικεί, είναι το να αντιγράφει με το χέρι, για παράδειγμα, τα ποιήματα του Καβάφη στον οποίο θέλει εδώ και καιρό να αφιερώσει ένα δοκίμιο, να ενσκήψει σε εκείνα με τα οποία ήδη ασχολείται, όπως στον Ανδρέα Κάλβο, τον Διονύσιο Σολωμό ή τον Μακρυγιάννη, τους γνήσιους κήρυκες του ελληνισμού, και κατ’ αρχήν να ανοίξει για τον ίδιο ένα μονοπάτι που να του επιτρέπει να εκφράζεται για λογαριασμό του σε μια γλώσσα προσωποποιημένη, χωρίς ανατροπές ούτε αλληλεπιδράσεις: «Εκείνο που κανένας δεν κατάλαβε ακόμη, εκείνο που γυρεύω είναι η πιο ίσια έκφραση σαν τεντωμένη χορδή.» (13 Οκτωβρίου 1931). Ή επίσης «το μόνο που θέλω είναι να είμαι άνθρωπος χωρίς επίθετο. Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω˙ όλο το ζήτημα είναι πως να απογυμνωθεί κανείς…» ( 8 Μαΐου 1932).

Αν η σημασία αυτών των σελίδων του ημερολογίου για κείνον που τις συνέταξε και τις συγκέντρωσε με τόσο πείσμα προκαλεί κάποια αμφιβολία, η στάση τού ημερολογιογράφου ως προς αυτές προκαλεί ωστόσο μερικά ερωτηματικά για το ειδικό βάρος που τους έδινε στα πεδία της εσωτερικής του ζυγαριάς. To γεγονός ότι βρήκε στο ημερολόγιο ένα αποκούμπι, μια πνευματική άσκηση, ίσως ένα εργαστήριο, ακόμα και μια εκτόνωση ή, αντιθέτως, μια αθέατη περιοχή κατάθεσης πρώτης ύλης για ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του δημιουργίας- χωρίς να αναφέρουμε όλα τα χωρία που μετέφερε από εκεί ή κυριολεκτικά εισήγαγε στο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη– δεν αλλάζει τη διαπίστωση ότι στο λογοτεχνικό, ιστορικό ακόμα και στο γλωσσολογικό πεδίο, η ευρύτητα των ιδεών που πηγάζει – με τις αδιαλλαξίες του – από τη διαύγειά του και την ευθύτητά του αποδεικνύει ότι πρόκειται για ένα μνημείο χωρίς όμοιό του στον αιώνα του και στη χώρα του. Πράγμα που δικαιολογεί άλλωστε, εκ των υστέρων, την απονομή στον συγγραφέα του, τον Οκτώβριο του 1963, του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, για πρώτη φορά σε Έλληνα δημιουργό. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1940 σημειώνει:

«Νύχτα. Κοντεύουν μεσάνυχτα˙ Ξεφύλλισα λίγο το τετράδιο που τελείωσα το απόγευμα. Δεν πήγε και τόσο άσχημα. Δε θέλω να πω πως με ικανοποιεί. Ένα ημερολόγιο σε τι μπορεί να ικανοποιήσει; Είναι εργαλείο, δεν είναι έργο. Ούτε, για όνομα του Θεού, πως με αντιπροσωπεύει, όπως έλεγε ο φίλος. Τα πράγματα που μας αντιπροσωπεύουν είτε είναι όλα τα πράγματα που κάναμε, είτε ίσως, ανεξερεύνητα κι από την ίδια τη σκέψη μας ακόμη, δεν είναι αυτές οι λίγες στιγμές που έτυχε να ξεβάψουν στο χαρτί.»

Δέκα χρόνια αργότερα, το Σάββατο 4 Ιουνίου 1949, ο Σεφέρης θα καταγράψει αυτήν την ομολογία, που διαβάζουμε σήμερα, την κατά κάποιον τρόπο, περιφρονητική: «Δεκαπέντε μέρες τώρα ξανάπιασα το ξεκαθάρισμα και την αντιγραφή του ημερολογίου από το 1925 ως το τέλος του ’47. Τώρα είναι ο μόνος τρόπος για να επιβάλω στον εαυτό μου κάποιαν άσκηση. Έβαλα στο καθαρό καμιά πενηνταριά σελίδες του ’38- 39˙ με κούρασαν περισσότερο παρά αν έγραφα ένα βιβλίο.

Δουλειά «δεύτερης ή τρίτης ζώνης». Όμως και στα περασμένα, σε πολύ πιο ζωντανούς καιρούς, μου έτυχε συχνά να σκεφτώ πως έπρεπε κάποτε ν’ αποφασίσω να την κάνω ή να τα κάψω αυτά τα σημειωματάρια. Τώρα που αντιγράφω και, μπορώ να προσθέσω, ξαναδιαβάζω για πρώτη φορά, συνέχεια από την αρχή, τις γραμμές αυτές που έγραψα όπως το ’φεραν οι περιστάσεις, σημειώνω ότι δεν πρόκειται για εξομολογήσεις, μήτε για προσπάθεια να υπογραμμίσω τα πιο αξιόλογα. Μπορεί το ημερολόγιο να έχει κάποια συμμετοχή σ’ αυτά, όπως κι ο εαυτός μου συμμετέχει σε ό, τι ζω. Αλλά δεν έχει ούτε καν την έφεση προς την πληρότητα. Είναι, το πολύ, τα ίχνη που αφήνει κανείς καθώς διαβαίνει.» «Τα πατήματα στο χιόνι», για να θυμηθώ τη μουσική εκείνη του Claude- Αchille Debussy˙ ίχνη από λίγες στιγμές που δεν είναι πάντα οι πιο σημαντικές, αλλά οι πιο εύκαιρες˙  εκείνες που έλαχαν».

Ένα εργαλείο, ίχνη, βήματα στο χιόνι, «ρούχα φθαρμένα» – όπως αυτή η σελίδα του ημερολογίου της 15ης Μαρτίου 1950, αν και είναι περιττό- το επιβεβαιώνει: «Με τα βιβλία που είχε την καλοσύνη να μου φροντίσει ο Ζ, στο Παρίσι, έλαβα το ημερολόγιο του Stendhal. Αρχίζει έτσι: «Μιλάνο, 28 Ζερμινάλ του έτους ΙΧ. – Επιχειρώ να γράψω την ιστορία της ζωής μου μέρα τη μέρα. Δεν ξέρω αν θα έχω τη δύναμη να πραγματοποιήσω αυτό το σχέδιο, που το είχα ξεκινήσει ήδη στο Παρίσι. Να κιόλας ένα λάθος στα γαλλικά˙ θα υπάρξουν πολλά λόγω της αρχής μου να μην ενοχλούμαι και να μην σβήνω ποτέ. (εγώ το υπογραμμίζω.)»

Τη συλλογίζομαι αυτή την περικοπή τούτη την εβδομάδα. Πάει καιρός που άρχισα την ταχτοποίηση των προσωπικών μου σημειώσεων, από τα 1925. Σποραδικά πρόπερσι, εντατικά ως το τέλος του ’49, έγραφα πολύ πιο ακατάστατα, κι εγώ «sans me gêner et sans effacer». Όμως δεν είχα σκοπό «να γράψω την ιστορία της ζωής μου μέρα με τη μέρα». Μέρα με τη μέρα ζούμε τη ζωή μας˙ δεν τη γράφουμε – το γράψιμο, ό, τι και να κάνεις, είναι μόνο ένα μέρος της ζωής.»

Το 1933, με τη συνήθη διαύγειά του και, στην προκειμένη περίπτωση, προφητική ο Γεώργιος Σεφέρης αναρωτιόταν στο ημερολόγιό του: «Τι θα γίνει πάλι τώρα με το ταπεινό μου υποκείμενο, δεν ξέρω. Αθήνα; Δαμασκός; Νινανί; Ατλαντίς; Σειρήνες; Κύκλωπες; Λωτοφάγοι; Ο κόσμος είναι απέραντος…»

Kαι ενώ οι μακρές περιπλανήσεις του ή ο περίπλους του, αργούσαν να τελειώσουν – όπως θα επιβεβαιωθεί από το δεύτερο και τελευταίο βιβλίο που θα περιέχει τους τελευταίους τόμους της πρωτότυπης έκδοσης των Ημερών, σε ένα μέλλον, ας ελπίσουμε, όχι πολύ μακρινό – καλύτερα τώρα να αφήσουμε αυτόν τον ταξιδιώτη του περασμένου αιώνα να περιγράψει μόνος του την προσωρινή επιστροφή του στην Ιθάκη, την Κυριακή 22 Οκτωβρίου 1944:

«Όταν μπαίνει κανείς στην Ελλάδα, το αίσθημα όχι πως προχωρείς, αλλά πως ανεβαίνεις σκαλοπάτια, πως περνάς ένα κατώφλι. Άλλος κόσμος, σε άλλο επίπεδο. Σήμερα πρωί η ανατολική ουρά της Ύδρας, ο Πόρος, έπειτα το Όρος της Αίγινας ένα αγκάθι πίσω απ’ τον κάβο, κι έπειτα, με τα γυαλιά, η Ακρόπολη. Ήμουν, νομίζω, ο πρώτος που την ξεχώρισα. Όλοι, ξένοι και δικοί μας, στρατιώτες και βαθμοφόροι, όλο το πλήρωμα, απ’ τη μιαν άκρη του καραβιού ως την άλλη, είχανε σταματήσει σε μιαν απόλυτη σιγή, όπως όταν ο αρχιμουσικός χτυπήσει το ραβδί του στο αναλόγιο, σε μιαν αίθουσα συναυλίας.

Σήμερα κλείνω ακριβώς τριάμισι χρόνια από τότε που έφυγα από τον Πειραιά στις 22 τ’ Απρίλη 1941.

Η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου..»

Παρέμβαση, περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Αναχρονισμοί

Κώστας Ντιος

Εκ των πραγμάτων αναλαμβάνω το μάλλον σοβαρό κίνδυνο να ομολογήσω πως δεν είμαι σκλάβος της μόδας, πράγμα που προϋποθέτει την πολυτέλεια της κεντρικής μοναξιάς του εργαστηρίου, μια πολυτέλεια που επέτρεπε άλλοτε στο Βικέντιο να κόβει όποτε ήθελε το αφτί του και η οποία στους καιρούς μας μοιάζει ανεπίκαιρη, κι ακόμη πως συχνά πυκνά κάνω άνω κάτω τα σκονισμένα αρχεία μου, μια διαδικασία που μου επιτρέπει να θυμηθώ πως όταν σε κάποιο μακρινό χειμώνα έτυχε να γεννηθώ σε κάποιο χαμένο στη γεωγραφία χωριό, τα σκηνικά που επενδύανε την παιδική μου ηλικία έμοιαζαν με ρωπογραφίες του Αδριανού βαν Οστάντε στη Βαλκανική τους εκδοχή, ο άγιος έβγαινε για βόλτα στο εξωκλήσι όπως έλεγαν όσοι ισχυρίζονταν ότι τον είδαν κι ο τσαγκάρης του χωριού, όταν η τσίκνα από την ψησταριά της πλατείας απλωνόταν σαν τελευταίο χάρισμα της μέρας πάνω απ’ τις σιωπές των ανθρώπων, αφηγούνταν στη ράθυμη ομήγυρη των αργόσχολων συγχωριανών του με κάποιες ενδιάμεσες ρητορικές παύσεις που υποτίθεται πως θα κορύφωναν το αφηγηματικό ενδιαφέρον – με πενιχρό εν τούτοις αποτέλεσμα αφού η επανάληψη της αφήγησης είχε στεγνώσει τα λόγια του από αναμνήσεις – τα κατορθώματά του στο κυνήγι το οποίο του επιφύλαξε σε κάποια πέτρινα χρόνια την εναλλαγή των ρόλων του θηράματος και του κυνηγού, κι όταν μ’ αυτά κι άλλα παρόμοια έφτασε το καλοκαίρι του ‘75 κι ο πατέρας μου αφηγείται, όχι χωρίς κάποια υφέρπουσα νοσταλγία τη φοιτητική του ζωή σε κάποια  σχολή καλών τεχνών, σκέφτομαι μιας και η πραγματικότητα αρέσκεται σε συμμετρικές συμπαιγνίες κι ανεπαίσθητους αναχρονισμούς  να σπουδάσω ζωγραφική.

«Ο πατέρας μου ο οποίος κατασκεύαζε με μεγάλη μαστοριά βιόλες, λαγούτα κι άρπες, άρχισε να μου μαθαίνει απ’ την παιδική μου ηλικία να παίζω φλάουτο και να τραγουδώ. Είχα μια ιδιαίτερη αντιπάθεια στη μουσική κι έτσι έπαιζα φλάουτο μόνο από υπακοή. Στα δεκαπέντε μου παρά τη θέληση του πατέρα μου μπήκα στο μαγαζί του χρυσοχόου Αντόνιο ντι Σάντρο, σπουδαίου τεχνίτη, τιμιότατου, μεγαλόψυχου κι αρχοντικού σε όλες τις δουλειές του. Ο πατέρας μου επέμενε να γίνω μουσικός όμως δεν μπορούσε να με αποτρέψει από ‘κείνο που μ’ έσπρωχνε η φύση. Αλιευμένος απ’ τον αμείλικτο χρόνο περιέφερα το βίο μου σε άγονες εν γένει επαρχίες ασκώντας προς γενική χλεύη διάφορα καλλιτεχνικά πάρεργα στην προσπάθειά μου να εξασφαλίσω τη δυνατότητα να ασκώ την τέχνη μου. Υπήρξα αγιογράφος σε απόμακρα εξωκλήσια, διακοσμητής σπιτιών, μουσικός – δεν ξεχνούσα να ευχαριστώ τον πατέρα μου παίζοντας κάπου κάπου φλάουτο ή κορνέτα και να τον κάνω να δακρύζει και να αναστενάζει βαθιά ακούγοντάς με – και στρατιώτης. Πότε ευγενής καλλιτέχνης και πότε άγριος κακοποιός, το ίδιο πάθος διέπνεε όλα όσα έκανα. Σκότωσα δικαίως με ένα δίκοπο μαχαίρι της Πιστόγιας τον αρκεβουζιέρη που δολοφόνησε τον αδερφό μου Τσεκίνο, ενώ όταν η τέχνη μου στο σχέδιο κι οι σπουδές μου στη μουσική πνίγηκαν στον κρότο των κανονιών, υπερασπιζόμενος τη Ρώμη, με μια μόνο κανονιά σκότωσα πάνω από τριάντα άντρες και γονατιστός ζήτησα απ’ τον Πάπα να βγάλει από πάνω μου την κατάρα γι’ αυτό το φονικό και για όσα ακόμη θα έκανα στην υπηρεσία της Αποστολικής εκκλησίας. Με τη βοήθεια ενός Σικελού παπά άσκησα την τέχνη της νεκρομαντείας. Ντυμένος όπως οι μάγοι και χαράζοντας κύκλους πάνω στο χώμα, ενώ εμφανίζονταν λεγεώνες διαβόλων μέσα στο Κολοσσαίο, καλούσα τους πρίγκιπες των λεγεώνων στα εβραϊκά, ελληνικά και λατινικά προστάζοντάς τους στο όνομα του άναρχου, ζώντος και αιώνιου Θεού. Δούλεψα σα χρυσοχόος και γλύπτης στην υπηρεσία του βασιλιά Φραγκίσκου της Γαλλίας ο οποίος μου υπενθύμιζε με ηγεμονική αυστηρότητα ότι μονάχα χάρη στις ευκαιρίες που βάζουν οι βασιλιάδες στο δρόμο τους, άνθρωποι με ταλέντο σαν το δικό μου μπορούν να δείξουν το μεγαλείο τους. Υπήρξα συγγραφέας στο βαθμό που είναι όσοι με λόγια άλλων διηγούνται δικές τους ιστορίες και κατασκευαστής νομισμάτων. Όταν έγιναν στη Φλωρεντία τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός μου «Περσέας», ο κόσμος ξέσπασε σε μια μεγάλη κραυγή θαυμασμού και δε σταμάτησε να καρφιτσώνει στο έργο επαινετικά σονέτα σε ελληνικούς και λατινικούς στίχους. Βίωσα το φαινόμενο να γίνονται οι άνθρωποι ασαφείς αναμνήσεις και συλλογιζόμενος όλος πικρία και τη δική μου μοίρα προσπάθησα να απαλλαγώ όσο μπορούσα από ψευδαισθήσεις και μεγάλες ιδέες. Μπροστά στην πύλη Μπισάγκρα του Τολέδου, κάτω απ’ τον ακανόνιστο ίσκιο των τειχών του, συνάντησα ένα μαυροντυμένο ξερακιανό γέροντα που κρατούσε παραμάσχαλα ένα πακέτο σχεδίων. Τον ρώτησα τι γνώριζε για την πολιτεία που ήταν μπροστά μας. «Όχι πολλά πράγματα», μου απάντησε. «Περάσανε άλλωστε πάνω από τετρακόσια χρόνια απ’ την ξεχασμένη στιγμή που τη ζωγράφισα κάτω από ένα σκοτεινό ουρανό καταιγίδας που τον έσχιζαν αστραπές».

Ο κόσμος στροβιλίζεται στην ‘’Κοβεντάρων’’ έξω απ’ το οίκημα που στεγάζει τη μουσική μπάντα ‘’Πανδώρα’’. Κατρακυλώ ανάμεσα στο πλήθος την ώρα που ακούγονται σποραδικοί ήχοι μουσικών οργάνων. Εκείνη τη στιγμή η Σάσκια ψιθυρίζει στο αφτί του καλλιτέχνη: «Μου λείπει η οικεία ανοικειότητα σου, η έλξη που δεν τόλμησε να ονομαστεί έρωτας, το νοιάξιμο που δεν έγινε αγάπη. Ποτέ κανείς…» συνεχίζει, αλλά τα λόγια της χάνονται μέσα στην αιφνίδια, δαιμονιώδη ομοβροντία των τυμπάνων που δίνουν το ρυθμό στη μπάντα, η οποία σα μουσικό ρολόι μετράει τους μήνες και τα χρόνια καταγράφοντας την αθόρυβη επέλαση του χρόνου και η οποία ξεκινάει για την δίκην ‘‘Nυχτερινής περιπολίας’’ περιπλάνησή της στην πόλη, παιανίζοντας επινίκια άσματα υπό την αεικίνητη μπαγκέτα του του θρυλικού της μαέστρου Πάρι Καραχάλιου, την ώρα που ο λοχαγός Φρανς Μπάνινκ Κοκ, άρχων του Πούρμεραντ και του Ιλπενταμ, όμορφα τακτοποιημένος εδώ και αιώνες μέσα στο αριστουργηματικό κάδρο του συμπολίτη του Ρέμπραντ – γιού του Χάρμεν απ’ το Ρήνο – με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία που αφήνει τη βαριά σκιά της πάνω στο χρυσοκέντητο ρούχο του υπολοχαγού Βαν Ρούτεμπουργκ και η οποία δείχνει σχεδόν παντού αλλά και πουθενά συγκεκριμένα, κάτω απ’ το βλέμμα του σημαιοφόρου Κορνέλιζεν που την προσοχή του αποσπά για λίγο ο υπολοχαγός ο οποίος κουνάει ελαφρά το κεφάλι του μονολογώντας: «μυστήριο, η ζωή μας ολόκληρη είναι ένα μυστήριο», δίνει τη διφορούμενη αλλά και ασυνήθιστη για λοχαγό εντολή στην ομάδα της πολιτοφυλακής του Άμστερνταμ που μέχρι στιγμής είναι ένα ασύντακτο χαοτικό τσούρμο: «Ξεκινάμε και βλέπουμε».

Ακούει τη φιλαρμονική καθισμένος στο μπαλκόνι του διαμερίσματος που βλέπει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Έχει υποθηκεύσει τις μέρες του στο όνειρο με μια επιμονή που μοιάζει περισσότερο με εμμονή, αφού το να μορφοποιήσεις τη συγκεχυμένη ύλη του ονείρου είναι το δυσκολότερο πράγμα με το οποίο μπορεί να καταπιαστεί κάποιος. Εγκλωβισμένος στην απάνθρωπη τέχνη του την οποία θεωρεί πλέον κακοδαιμονία, με μια περιφρονητική αμηχανία που μοιάζει με παραίτηση, αντιλαμβάνεται ότι γερνάει. Μοιάζει να έχει εγκλιματιστεί στην αποτυχία των εγχειρημάτων του και συγχέεται βαθμιαία με τη μορφή της μοίρας του που εν μέρει είναι και οι περιστάσεις. Ο χρόνος που του δόθηκε, σαν το παλιό δέρμα του φιδιού ξεκολλάει ανεπαισθήτως από πάνω του και μένει λάφυρο σε κάποιο αμπέλι στο ‘’Δερβένι’’, ενώ τη φαινομενική του ηρεμία την κηλιδώνει η ανία. Εκ πεποιθήσεως ζει μόνος. Νεότερος διολίσθησε στον πειρασμό σύνταξης παραληρηματικών επιστολών, διανθισμένων με τα ανάλογα για κάθε περίσταση ‘’post scrip- tum’’ – πλην όμως ουδέποτε αποσταλέντων – με τις οποίες υπομειδιούσε πικρά όταν έπεφτε ο κουρνιαχτός των καταστάσεων που οι άνθρωποι ονομάζουν σχέσεις. Ο τσαγκάρης μνημονεύει πίσω στο χρόνο ποτάμια, βουνά, περάσματα, συμβάντα και πρόσωπα. Ανοίγει μια παλιά βαλίτσα και μετράει αποδείξεις, δικαστήρια, θανατικές καταδίκες και υπογραφές που τον έχουν μετατρέψει σε σακατεμένη σκιά του εαυτού του: «Όπως όλοι οι φυλακισμένοι έχω βιώσει την αβεβαιότητα, την απόγνωση και τον υπαρξιακό πανικό. Κοίτα, έχω μια καμπούρα στην πλάτη. Την απόχτησα απ’ τα επαίσχυντα βασανιστήρια της φυλακής, όμως δεν υπήρξα ποτέ λιπόψυχος και ποτέ δεν υπέγραψα τις δηλώσεις μετάνοιας που μου φέρναν κάθε λίγο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή μου». Στην άκρη ενός σχοινιού που πετάει προς τα χάη, βλέπει τον Σταθάκη το συμμαθητή του στο γυμνάσιο να αιωρείται στη γωνιά μιας αποθήκης με γεωργικά σύνεργα. Κατ’ εξοχήν αφελής κι αυτοκαταστροφικός, συνήθως δυσάρεστα αιφνιδιασμένος αφού η πραγματικότητα ουδέποτε συνέπιπτε με τις προβλέψεις του, πάσχοντας όπως οι περισσότεροι από σχεδόν πλήρη έλλειψη αίσθησης επικινδυνότητας πραγμάτων κι ανθρώπων, υποψιάζεται ότι η ελευθερία που διεκδίκησε διακαώς στη έκτη δεκαετία της ζωής του θα ενοικεί εφεξής τους εφιάλτες του, αφού ξεκίνησε από μια ακατάλληλη παράκαμψη που τον έφερε ξανά στο σημείο εκκίνησης, προσθέτοντας στην κούραση του ταξιδιού τη φρίκη του να πρέπει να συνειδητοποιεί εμπράκτως το γεγονός ότι φυλακή κι ελευθερία είναι δυο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος σε αέναη περιστροφή κι ακόμη ότι η μοίρα των μοναχών είναι αυτή των λύκων. Όταν – περί λύχνων αφάς – η σιωπή κάθεται βάναυσα πάνω στους ήχους των ανθρώπων, ο Χρήστος Αρβανιτίδης απαγγέλλει από στήθους αποσπάσματα της ‘’Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών’’ του Danilo kis, στο καφενείο του χωριού που οι ντόπιοι αποκαλούν κωλομάγαζο.

Κάποιο βράδυ το Μάρτη του ’89, το χιόνι τρίζει κάτω απ’ τα πόδια μου ενώ σε κάποια σημεία του δρόμου ο καλυμμένος απ’ το χιόνι πάγος κάνει δύσκολο το βάδισμά μου. Τρείς ώρες μετά τα μεσάνυχτα, έχοντας απολαύσει κρασί δεκαπέντε χρόνων δραπέτευσα από ένα αθέατο παράθυρο του σπιτιού της. Κρεμάστηκα για λίγο απ’ το περβάζι του παραθύρου κι ύστερα αφήνοντας τα χέρια προσγειώθηκα απαλά πάνω στο παχύ στρώμα του χιονιού. Βγαίνοντας στον κεντρικό δρόμο, μια σκιά χάθηκε τρέχοντας προς τη νύχτα. Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη του πανωφοριού  όπου έκρυβα ένα μικρό μαχαίρι.

«Τον Απρίλη του 1539 ένα βράδυ γιορτής, αποφάσισα να δραπετεύσω απ’ το κάστρο Σαντ – Αντζελο όπου με είχαν φυλακίσει άδικα κατηγορώντας με ότι έκλεψα πετράδια από τις μίτρες, τις τιάρες και τα δαχτυλίδια του Πάπα Κλήμη και όπου είχα για φύλακα ένα τρελό φρούραρχο που πίστευε ότι είναι νυχτερίδα. Με μεγάλο κόπο έβγαλα τα καρφιά απ’ τους μεντεσέδες της πόρτας. Φορούσα άσπρη καζάκα, άσπρο παντελόνι κι’ ένα ζευγάρι μπότες όπου είχα κρύψει το εγχειρίδιό μου. Κρατώντας τη μία άκρη του σχοινιού που είχα φτιάξει από τα σεντόνια μου κι’ αφού προσευχήθηκα στο Θεό να υπερασπίσει την αγαθή μου υπόθεση, αφέθηκα μαλακά κι’ έφτασα κάτω. Δεν ήταν διόλου εύκολο. Είχα γδάρει τις παλάμες μου που είχαν καταματώσει. Στάθηκα να ξαποστάσω λίγο και μέσα στη απελπισία μου έπλυνα τα χέρια μου απ’ τα αίματα με τα ούρα μου. Σαν ανακουφίστηκα αρκετά τράβηξα για το δεύτερο τοίχο. Έδεσα το σχοινί κι’ αφέθηκα να πέσω πάλι. Τα χέρια μου δε μπόρεσαν να κρατήσουν το βάρος μου κι έπεσα χτυπώντας στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Έμεινα αναίσθητος για πάνω από μια ώρα απ’ ότι μπορώ να κρίνω. Όταν ο παγωμένος αέρας με συνέφερε λίγο πριν το χάραμα, διαπίστωσα ότι το δεξί μου πόδι είχε σπάσει τρεις ίντσες πάνω από το γόνατο. Έκοψα ένα κομμάτι απ’ το λινό που μου περίσσευε, έδεσα το πόδι μου όπως όπως και σύρθηκα με τα τέσσερα προς την πύλη του κάστρου. Έβγαλα την πέτρα που κρατούσε κλειστή την πόρτα, την έσπρωξα λίγο και σύρθηκα κάτω από το άνοιγμά της».

«Η Ιστορία γράφεται απ’ τους νικητές. Τους θρύλους τους πλάθει ο λαός. Οι συγγραφείς επινοούν. Μόνο ο θάνατος δε μπορεί να αμφισβητηθεί».

«Το καλοκαίρι του 1610 αναχώρησα για τη Ρώμη μετά από μακροχρόνια εξορία. Επιβιβάστηκα σε μια φελούκα παίρνοντας μαζί μου ορισμένους πίνακες που τους προόριζα για τον καρδινάλιο Σιπιόνε Μποργκέζε. Η φελούκα έπιασε στο Πάλο, ένα μικρό λιμάνι στις εκβολές του Τίβερι όπου υπήρχε ένα μικρό κάστρο. Ο διοικητής του κάστρου με έθεσε υπό κράτηση προκειμένου να ελέγξει την εγκυρότητα των πιστοποιητικών μου. Το πλοίο που δε μπορούσε να περιμένει έβαλε πλώρη για το Πόρτο Ερκολε. Βγήκα απ’ τη φυλακή καταβάλλοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ξεκίνησα σε αναζήτηση του πλοίου επιδιώκοντας απελπισμένα να σώσω τα υπάρχοντά μου και ιδιαίτερα τους πίνακές μου. Η διαδρομή ανάμεσα στο Πάλο και το Πόρτο Ερκολε ήταν μια δύσκολη διαδρομή στην οποία υπήρχαν ελάχιστα ψαροχώρια κι ελώδεις περιοχές που την κατέκλυζαν τα κουνούπια κι αφθονούσαν οι παράνομοι κι οι ληστές. Ταξίδευα πότε δια θαλάσσης και πότε δια ξηράς συχνά με τα πόδια. Αδυνατώντας να ξαναβρώ τη φελούκα, απελπισμένος κι έχοντας πυρετό σύρθηκα σε κάποιο σημείο της ακτής. Ο ήλιος φλόγιζε την παραλία και η άμμος ζεματούσε κάτω απ’ το σώμα μου. Οι διαψεύσεις ακολουθούσαν το αμφίβολης αξίας ράθυμο παρελθόν μου σε σημείο που η ζωή μου να μοιάζει με συνονθύλευμα διαψεύσεων. Η ανολοκλήρωτη τέχνη μου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ακόμη έκφραση της ανολοκλήρωτης ζωής μου ενώ η απεικόνιση στα έργα μου της οικτρής πτώσης των ανθρώπων, ένας τερατώδης αντικατοπτρισμός της μοίρας μου. Σε λίγο θα ήμουν τροφή των γλάρων και των σκυλιών της παραλίας. Μη έχοντας την παραμικρή πλέον ελπίδα, δεν ένοιωθα τον παραμικρό φόβο. Όπως χυνόταν η άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου έτσι χυνόταν και η ύπαρξή μου ανάμεσα στα δάχτυλα ενός αινιγματικού κι ανεξιχνίαστου Θεού».

«Ο Μικέλε ανέβηκε λαθραία στη φελούκα έχοντας στα χέρια του την Παπική συγγνώμη για το φόνο του Ρανούτσιο Τομασσόνι που είχε δια- πράξει στη Ρώμη. Έγινε αντιληπτός στα μισά της διαδρομής και του κράτησαν τις αποσκευές σαν ενέχυρο για το υπόλοιπο ταξίδι. Αυτός επιτέθηκε σε ένα ναύτη και τον μαχαίρωσε στην κοιλιά. Οι υπόλοιποι τον πλήγωσαν σοβαρά με τα σπαθιά τους. Για μια ανόητη, απλήρωτη επιβίβαση στο πλοίο, στις 18 Ιουλίου του 1610 οι ναύτες πετάξανε το σώμα του στην ακτή του Πόρτο Ερκολε. Πληγωμένος θανάσιμα σύρθηκε για εφτακόσια μέτρα προσπαθώντας να ζητήσει από κάπου βοήθεια. Τελικά, πέθανε μόνος κι αβοήθητος από Θεό κι ανθρώπους, δυστυχής όπως είχε ζήσει».

Σε άγρυπνες συνομωσίες οι ψάλτες μουρμουρίζουν στο Ιερό. Ο έρωτας, αποστειρωμένη εικόνα, τεμαχίζει τις μέρες ενός αρχαιοκάπηλου λαού που παζαρεύει τη μνήμη των νεκρών του. Στο δάπεδο της κλινικής χυμένος ο πανικός της Ζαφειρίας. Βουλιάζουν οι μέρες στο αλκοόλ, οι ώρες χάρτινες, ο ορίζοντας χαμηλός. Το γλυκοχάραμα ο αέρας φέρνει στ’ αφτιά  μου  των  πεθαμένων  το  εγιαμόλα,  εκεί  στην  παραλία  της Σαλονίκης,  εκείνο  τον  Απρίλη του  2002.

«Το όνομά μου είναι Μπενβενούτο και είμαι γιός του μαέστρο Τζιοβάννι, γιού το Αντρέα, γιού του Κριστόφανο Τσελλίνι. Μητέρα μου ήταν η μαντόνα Ελιζαμπέτα θυγατέρα του Στέφανο Γκρανάτσι. Και οι δυο γονείς μου ήταν Φλωρεντίνοι πολίτες. Τον Οκτώβρη του 1562 ο δούκας Κόζιμο ο Μέδικος, προστάτης μου, έφυγε για ταξίδι με όλη του την αυλή για την Πίζα μέσα από τους βάλτους της Σιένας. Ο καρδινάλιος Ιωάννης, το δεξί χέρι του δούκα ένα όμορφο και καλόκαρδο παλικάρι, πρώτος αρρώστησε απ’ το φαρμακερό αέρα της Μαρέμμα. Σε λίγες μέρες τον χτύπησε μολυσματικός πυρετός κι ύστερα πέθανε. Άφησα να περάσουν κάμποσες μέρες ώσπου να στεγνώσουν – καθώς σκέφτηκα – τα δάκρυά τους. Και τότε ξεκίνησα για την Πίζα».

Παρέμβαση, Περιοδικό λόγου & τέχνης, Τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

ΠΡΩΙΜΟΙ ΠΡΩΗΝ ΤΗΣ ΑΦΗΣ

Κώστας Θ. Ριζάκης

τριβόλων ρόλοι

της Ασημίνας Λαμπράκου

σφυρίζει φφσσστ η σκύλα τού βοσκού μπρουμύτιζε η συνήθεια και η χαραυγή γεννάει χαράν σπέρνει τίγκ’ άστοχος μωβ τρόμους (μ’ ακόμ’ ανάποδα κερνάς πανδήμους διηγήσεις; διερωτώμαι μην δουλειάς ασπάσθης την δουλεία) κι άσ’ τό κεμέρι σου ανοιχτόν άσ’ το ναν σ’το ξαφρίσουν όταν κι ο θάνατος χυμάει φασκέλωσεν νεμίσματα το χάσιμο πες σίγουρον κ’ η εδώ μετείσπραξις βοά ‒ εχ κάτι ψιλών ψιχάλιζα δυο νϊαγάρες τσίρλους (μπρος τής σκιάς μπιτ πρόβατον τσομπάνιζες σκυλίσια)

διαφορά θερμότητος

της Χριστίνας Καραντώνη

κι ας φόβος σπέρνεις το φιλί μετέχει φουλ κ’ η αγάπη; ή μην ξιπάζετ’ εξαρχής ‒ ρολά   μην κατεβάζει ότι το δύο σταματά ενώ βογγούν δυο ρόλοι μήπως η αιτία πλέκει απλά αλλά ζεστά ολόμαλλα τ’ ανάπηρα μπρατσάκια κάτι απλωτές ανώδυνες στο θαλασσί λιγάκι καμιά επιτήδεια πρόκληση ακόμη εάν γκραν-κάσα η και σαφώς βαρύγδουπος μορφέως δεν, αφής υφέρπει·

έτσι στο χάρτινον ντου χορταριού σοφίλιαζαν μο- νόν ντουέτο κι ο ήλιος μεν σπάζει δεξιά ζερβής τών πάγων ‒ καίω

υποστατικόν

σέμπρος κλαρώνω την αυγήν διηνεκώς   φευγάτην φυσάς πλάι λίβας τροφαντός κυλιέσαι στα σημεία κι όπως το σώμα αν σε πονεί μπαμ η ανοχή με σφάζει τόσην η εδώθε διάρκεια· ποιου πετεινού δεν άρκεσαν κακαρωτές καμάρι χύματι κοτετσιού οι φωνές πίνεται ο καταρράχτης;

άμα φασκιώνεις ώραν τα μωρά πανί γογγύζεις πανικός γκρενά λύνονται οι μπόρες

φωτ. Χριστίνα Καραντώνη

Παρέμβαση – περιοδικό λόγου & τέχνης, τεύχος 207-208, άνοιξη 2022

Eνδόδημα και αποικιακά

«Κολυμπούσε σ’ ένα χυλό αβεβαιότητας»

Ποια είναι η σωστή πλευρά (μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…) της Ιστορίας. Τη σωστή ή τη συμφέρουσα. Η πρώτη της συνείδησης ή άλλη του ρεαλισμού. Έκφραση που ακούγεται από επιφανείς επικεφαλής μιας τρέχουσας πραγματικότητας κι αφορά τη συλλογική διαχείριση των αφανών παντός καιρού, τρόπου και τόπου, που οφείλουν μόνον να ακολουθούν.

Μια σκέψη ενικού αριθμού με πληθυντικές συνέπειες. Πριν χρόνια βρέθηκε στην πλευρά της μειοψηφίας του ΝΑΙ που εκράτησε την Ελλάδα στους πολιτισμένους λαούς από την αβεβαιότητα που την πήγαινε το ΟΧΙ μανιακών. Αργοτερότερον συντάχτηκε με τη συντριπτική παγκόσμια πλειοψηφία του ορθολογισμού και της επιστήμης το καιρό του κόβιτ. Τώρα με την συντριπτική μειοψηφία εκείνων που ονομάζουν τον εισβολέα στην Ουκρανία εισβολέα και το θάνατο και τις καταστροφές ενός πολιτισμού διεθνή δολοφόνο.

Αμήχανος υπάρχει στην καθημερινή αγριότητα του πολέμου και προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της γλυκερής ειρήνης των σύνθημα- των και της άγριας πραγματικότητας. Πόλεμος στον πόλεμο όχι με λόγια και τραγούδια των καλών πολιτικών κομματικών συναστροφών, αλλά με τα όπλα της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της δικαιοσύνης, της ανθρωπιάς.

200 χρόνια …

Από την έναρξη της επανάστασης των νεοελλήνων κατά των Οθωμανών Τούρκων κλπ. Αγαρηνών και επίσης τόσα χρόνια από τον μαρτυρικόν σουβλισμόν του ήρωος Αθανασίου Διάκου από τον Ομέρ Βρυώνη.

Ἄμετρον ποίημα ἡρωικὸν καὶ εὔθυμον δια τὸν πρωτομάρτυρα Ἀθανάσιον Διάκo

Τὸ 1821 τοῦ ἔτους 1965 μὴ καί ’64, δὲν θυμᾶμαι καλά
ἤμουν ὁ ἥρωας Ἀθανάσιος Διάκος ἀπὸ τὴν Μουσουνίτσα ξεκοκαλίσας ἤδη τὸν βίο του ἐκ τοῦ Τάκη Λάπα τὸ βιβλίον ἑκατοντάκις ἀναγνωσθὲν ὡσὰν τὸν 103 ψαλμὸ τοῦ ἑσπερινοῦ. Σιγάθεν ἔγινε ὁ ἥρωας ἅγιος ἢ ὁ ἅγιος ἥρωας μου
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων σὲ σκὲτς τοῦ Δημοτικοῦ ἔπαιξα τὸ λοιπὸν τὸν ἥρωα τῆς Ἀλαμάνας μὲ τόση ἔμφαση ποὺ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο μου εἶναι, ὁ ἅγιος.

Ἐνῶ οἱ Ἀθ. Νιανιάτσιος θορυβο-βροντο-γελαστῆς
κι ὁ Ἰωαν. Ντούντας τσιριχτὸς ἀριστερὸς ψάλτης θεατές λίαν εὐσυγκίνητοι, ἀγκάριζαν σὰ γομάρια, ὅπως εἶπαν, κλαίγοντες μὲ τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἔργου
κυρίως στὶς Καρυωτακικὲς ἀποστροφές του
ποὺ ἀναστοχαζόμενος ὁ μάρτυρας
κατὰ τὸν σουβλισμὸν τοῦ ἴσως καὶ νὰ θυμόταν:
«Μέρα τ’ Ἀπρίλη… καὶ πὼς νὰ πεθάνω!»
ἢ στὸ δημῶδες «Γιὰ δὲς καιρὸ ποὺ διάλεξε»…
ἢ στὸ ἐντελῶς πεζοδρομιακὸν πλὴν λυτρωτικόν:
«πάτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη μουρτάτες νὰ χαθεῖτε
ὅσο γιὰ ἀλλαξοπίστησίν μου, «νὰ πὰ νὰ γμθτ »

Ἐτσι δια τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστην τὴν ἁγίαν γενικῶς καὶ τῆς ἑλληνικῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερίαν εἰδικῶς ἔσφαξε μέ τη μαχαίρᾳ του πολλοὺς ὀθωμανούς  τοῦ Ὀμὲρ (Ὀμηρο λέει ὁ σουλτὰν Ἐρντογάν) Βρυώνη (Βεργιώνη, ὁ ἡμέτερος Μακρυγιάννης)

ὥσπου αὐτὴ ἔσπασε μὴ ἀντέχοντας τόσον σφάξιμο. Πιάστηκε (τὴ σύλληψή του ἐζωγράφισα παιδάριον) κι ὁδηγήθηκε στὸ πάθος του ὄρθιος ἐντελῶς ὅπως στὴν «Ἀποθέωση Ἀθανασίου Διάκου» τοῦ Κ. Παρθένη

Σημ: Σ’ ἕνα ταξείδι μου στὴν Ἀθήνα μὲ ΙΧ παρὰ τὸ Σπερχειὸ ποταμὸ 6 χιλ. ἀπ’ τη Λαμίᾳ στὸν ψηφιδωτό του ἀνδριάντα, ἔργον ὡραῖον σταθήκαμε καὶ κατέθεσα ἕνα λιτὸ στεφάνι καμωμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια καὶ πολλὰ τσάκνα ποὺ φύονταν στὰ ρεῖθρα τῆς Ε.Ο. Ἀθηνῶν – Λαμίας Φίλησα τ’ ἄχραντα ποδάρια του μὲ τὸ γελοῖον ἐπίγραμμα ἐπὶ πρόσθετου μαρμάρου ποὺ ἐκόλλησε εἰς βλάξ ἢ ἄλλως εὐήθης νεοέλλην περαστικός… Καὶ ἀνεχώρησα γιὰ ὅπου ἡ ἱστορία μὲ καλοῦσε στὸ πουθενά μου δηλαδὴ καὶ δηλονότι…

Ποίησης εν τούτοις και λοιπόν…

20 ημέρα της εισβολής των Ρώσων στην Ουκρανία με όλα τα τραγικά συμπαρομαρτούντα αυτής βόμβες στις πόλεις και στους αθώους του πολεμικού αίματος αμάχους, από τον κατευθείαν διάδοχο των αιματοβαμμένων Τσάρων, Στάλιν κ.α κατάλοιπων της σοβιετικής ιστορίας, άνθρωποι τσουβάλια με σάρκες παίρνουν θέση όπως όπως στα επιχωμάτια θέατρα της σύγχρονης ιστορίας ανταλλάσσουν απόψεις για το κακό που πλάκωσε τον κόσμο όλο αλλά ειδικά αυτούς που έχωσε στη γης.

“Ήρθε μια άνοιξη πικρή και μαραζιάρικη

Και στην εξέδρα τη χλωμή λόγοι δεκάρικοι” κι ακόμα πιο φτηνοί

Σ’ αυτό το εμπόλεμο κλίμα -ιός και Ουκρανία- και περιβάλλον μετά από δίχρονη διακοπή και φοβισμένη αγρανάπαυση με σφιγμένη ψυχή ξανά προσπαθήσαμε εφέτος ζωντανά χωρίς πολλά λόγια αλλά με μουσική, διαδίκτυο, βίντεο τη βραδιά της ποίησης

«Δόσμου το ρίγος το παλιό δίχως καμώματα Κι αν θα με λίγος θα χαθώ τα ξημερώματα…» ο Άλκης Αλκαίος

Έτσι μήπως ξαναβρούμε εκείνο το ρίγος το παλιό με όλα τα καμώματα των ανθρώπων, της φύσης, του καιρού που λίγα δεν είναι. Ποιο ρίγος δηλαδή, εκείνο που σε απογειώνει σε πάει αλλού κι αλλού ή και σε προσγειώνει στο εδώ καλήν καλώς; Η μήπως εκείνο το ρίγος του φόβου που ροκανίζει την ύπαρξη μας από τις  επιδρομές κατά των λαών με πυραύλους, με εκατομμύρια πρόσφυγες με βομβαρδισμούς σωμάτων κι ευτελισμούς ψυχών και συνειδήσεων.

*

Στο Λαογραφικό μουσείο μαζί με ένα εκπληκτικό ντουέτο Γιάννης Παπαευαγγέλου πιάνο και Νατάσα Καραγιάννη φωνή (έκλεισαν την ποιητική βραδιά με τη «Θεσσαλονίκη του Ν. Καββαδία –Θ. Μικρούτσικου («…Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη/πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ..» και  την «Άρνηση» Σεφέρη-Θεοδωράκη «Με τι καρδιά με τι ψυχή / τι πόθος και τι πάθος / πήραμε τη ζωή μας·» Α, αυτή η αισθαντικότερη άνω τελεία της ελληνικής ποίησης· ό,τι ωραιότερο δηλαδή. Περί τους 30 αναγνώστες, μετόχους, παρατηρητές και θεατές της ποίησης «επεράσαμε όμορφα όμορφα…» όπως στις σχολικές εκδρομές, σε σημείο να νιώθουμε τύψεις για τον πόλεμο, την καταστροφή, τον πόνο γύρο μας που δε σταματά κι εμείς απλά διεκτραγωδούμε. Αλλά η μεγάλη URSA  δε χορταίνει τόσο γρήγορα και χώνει την απαίσια μούρη της μέχρι τα πλέον απροστάτευτα σμήνη μελισσών-ανθρώπων.

Βλαδίσμοιροι…

Έγραφε ο Μιχ. Κατσαρός στο ποίημα “Αυτή την ώρα” της συλλογής «Κατά Σαδουκαίων” εκδ. Κείμενα 1971

….

Αυτή την ώρα της ανόδου μου εγώ μαζί με το Βλαδίμηρο να κατατάσσομαι σε μια σειρά των χρεογράφων οι άλλοι περίλυποι να κρύβουν τα πρόσωπα να τρέχουν με δερμάτινες στολές στα υπόστεγα μήπως βραχούνε αυτή την ώρα εγώ πανύψηλος με μπλε ρεμπούμπλικο  να κεραυνώνω τα πλήθη – κάτω οι πρόσφυγες καταστροφών συνωμοτούν αντίθετα ανεβαίνουν πάνω σε ψηλά σκαμνιά βγάζουνε λόγους…

Αλλά για ποιο Βλαδίμηρο μιλούσε;

Τον Βλαδίμηρο Α’  Σβιατοσλάβιτς που υπήρξε ηγεμόνας των Ρως (Ρώσων) του Κιέβου και ανακηρύχθηκε Άγιος για τις μεγάλες υπηρεσίες που προσέφερε στον χριστιανισμό και η μνήμη του τιμάται στις 15 Ιουλίου;

Τον πατέρα εκείνου του σοβιετικού κράτους αγροτοεργατών  (χα χα δηλ.) και ιδεολογίας που κατέρρευσε και κανείς δε λυπήθηκε γι’ αυτό, όπως είχε καταντήσει, σκορπίζοντας το ζόφο και το φόβο και του οποί- ου η μούμια βαλσαμωμένη τιμάται ακόμα στην Κόκκινη πλατεία τυμπα- νιαία και αδιάλυτος (όπως στους αφορεσμένους κατά το τυπικόν και των εμπόλεμων Ορθοδόξων) εις τους αιώνας των αιώνων, αλλ’ όχι αμήν.

Τον ποιητή της εποχής του προηγούμενου που μη αντέχοντας την κατάρευση των οραμάτων του αυτοκτόνησε κανονικά και εντελώς.

“Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτί- να. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών”.

Το 1924 έγραψε μία ελεγεία από 3.000 στίχους για τον θάνατο του Λένιν.

Τον σημερινό μεγαδολοφόνο με το κέρινο πρόσωπο που βομβαρδίζει αμάχους στην Ουκρανία και διαλύει τον πολιτισμό.

– Κανέναν από τους παραπάνω.

Μιλώ υπέρ του Βλαδίμηρου του βελονιστή που ήρθε από τη Ρωσία, βελονίζει σώματα κι ηρεμεί ψυχές εδώ και δεκάδες χρόνια στην Κοζάνη. Στο ιατρείο του γίνεται  πανικός από τους απελπισμένους  της κλασσικής ιατρικής που καταφεύγουν σ’ αυτόν· αν μη τι άλλο δεν βλάπτει, αν δεν κάνει καλά τα ασθενούντα σώματα.

100 χρόνια Μικρασιατικός τρόπος

Από 17 και μετά Δεκεμβρίου τριήμερον διεξήχθη στην Κοζάνη Μικράς  Ασίας ενθύμηση θλιβερά με λόγο, μουσική και φαγητό. Τι άλλο να θέλει ο άνθρωπος για να νιώθει φυσιολογικά; Τίτλος: Μικρασία, ένας πολιτισμός μετακομίζει.

Αφιερώματα:

1. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗ ΔΟΥΚΑ

2  ΑΦΙΞΗ ΚΑΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ  ΜΙΚΡΑ- ΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

3 «ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ»: Ο Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ

Έφαγα χώμα αλάτι κ.α….

« …Εγεννήθην εν Λευκοπηγή Κοζάνης το 1900, ονομάζομαι δε Ευάγγελος, του Αθανασίου και Μπιήνας, Καραγιάννης. Από τα χωράφια και τα σφαχτά, Ζυγόστι και Μπαράκο, στρατιώτης στη Μικρασία. Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχια, Σαγγάριος, Αφιόν Καραχισάρ. Έφαγα χώμα κι αλάτι, όχι σφαίρες αυτές σφύριζαν δίπλα. Ήμαν πυροβολητής όπλου βάρους 20 οκάδων. Στις μάχες η κάννη πυρακτώνονταν. Μια φορά ελάβαμαν διαταγή να καταλάβουμε ένα προκεχωρημένο φυλάκιο Τούρκων αλλά έπρεπε πρώτα να εξολοθρεύσουμε δια σκοτώσεως, τον σκοπό. Ήμαν στην επίλεκτη ομάδα. Του έχωσα  τη λόγχη κάτω από το λαιμό στο σαγόνι. Για αυτό τούτο εβραβεύθην με μία σαρδέλα κι από δεκανέας έγινα λοχίας.  Στο Εσκί Σεχίρ νύχτα σταματήσαμε. Τούρκοι νεκροί αμέτρητοι. Είχα βοηθό κάποιον κοντοχωριανό. Έψαξε και βρήκε σ’ έναν τσιγάρες. Άναψε μία. Σε χρόνο μηδέν έσκασε το βλήμα από το πυροβολικό τους  κι έγινε στάχτη, χώμα. Άλλος χωριανός  ο Ζήσης ήθελε ντε και καλά να απολυθεί σαν κουφός – που δεν ήταν – αλλά καμώνονταν να φανεί τέτοιος. Εκεί που πηγαίναμε κάποιος φωνάζει δυνατά: – Λίρες λίρες! Πρώτος αυτός γύρισε κατά κει. Τον τσάκωσαν ψεύτη τον βάρεσαν κάμποσο.

Στη διάβαση του Σαγγάριου μέρες περπατούσα δίπλα με κάποιον· αμπωχνομάσταν. Άκουσα έναν: – Ε, Βελιζνέ! Βελίστι το χωριό μας στα τουρκικά. Είδα, ήταν ο Τέγος Φλώρος. Δεν αναγνωριζόμασταν από τα πολλά γένια και βάσανα κι ας βαδίζαμε μέρες αντάμα.

Σώθηκα, γύρισα στο χωριό έκανα επίτροπος στον Πρόδρομο χρόνια πολλά. Πέθανα εντελώς 18 Αυγούστου 1974. Νέος ήμαν τι να πω;»

Ήταν από άλλο κλαδί της Καραγιαννικής φάρας. Μια φορά στις στρούγκες στο Μπαράκο, λίγο πριν το απογευματινό άρμεγμα, σμίχτηκαν τα κοπάδια του Μηνά (ο λογιότερος των ποιμένων) – εκεί ήμουν εγώ γαλατάς- και του Γκουτζιώτη (ο αγριότερος στην όψη μόνον).

Αλλοφρόνησε. Δεν άφησε άβριστον κανέναν θεό, δαίμονα, άνθρωπο. Φοβήθηκα. Τα χώρισε. Όρμηξε στο κοπάδι σαν το μαινόμενο Αίαντα. Ήταν γερός άνθρωπος. Στο γυρισμό με τον εγγονό του Βαγγέλη, φίλο τότε και πάντα, ακούγαμε ιστορίες για κείνο τον πόλεμο έκθαμβοι.

Με τέτοιους άντρες πως χάθηκε η Μικρασία;

– Ελα ντε…

Αναχωρήσεις

Αυτή η εποχή η διχρονοτριχρονία της ποικίλης κρίσης έχει αφαιρέσει από το καθημερινό προσκλητήριο της ζωής τόσους πολλούς και από το είναι τους οδήγησε στο ήταν, ώστε να χάνεις το λογαριασμό κάποτε και το λογισμό σου.

Έτσι ο Ταχυδρόμος στις γειτονιές της πόλεως Θεσσαλονίκης δεν θα ξαναπεράσει να αφήσει την Παρέμβαση 1) στην ποιητική οδό  Γ.

Σεφέρη στην Πυλαία και στην γλυκύτατη σε όλα της ποιήτρια Νίκη Κουζού («Μέσα στα ψηλά τακούνια» εκδ. Παρέμβαση 2) στην αγωνιστικό δρόμο Άρη Βελουχιώτη Καλαμαριάς στην ωραία ποιήτρια μεταφράστρια κ.λπ. Μελίτα Τόκα Καραχάλιου. Φίλες και συνεργάτριες στην «Π» αναχώρησαν από τον κόσμο των ζώντων αφήνοντας σε όλους μια ρίγα λύπης μη πω αυλακιά, στην ψυχή μας.

Κλείσαν πόρτες και παράθυρα της ζωής μόνο ανάμνηση που φυραίνει τα βιβλία που αφήνουν ανοιχτά για τις επαναλήψεις μας στο είδος τους. – Ας είναι ελαφριά η χλόη της μνήμης που τις σκεπάζει…

Β. Π. Καραγιάννης

Ρεσιτάλ βιολοντσέλου στην βομβαρδισμένη κεντρική πλατεία του Χάρκοβο υπό του τσελίστα Ντένις Καρατσέβτσεφ

Συνέντευξη της Αλεξίας Βόγδου για το βιβλίο «Το παιδί και ο παπαγάλος. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη»

«Ένα παιδικό βιβλίο σαφέστατα βοηθά την ιστορική μνήμη να λάβει νέα πνοή στα χέρια των μικρών αναγνωστών»

Συνέντευξη της Αλεξίας Βόγδου για το βιβλίο «Το παιδί και ο παπαγάλος. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη»

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση το δεύτερο παιδικό βιβλίο της Αλεξίας Βόγδου με τίτλο: «Το παιδί και ο παπαγάλος. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη». Πρόκειται για μια ευφάνταστη και καλογραμμένη παιδική ιστορία που μεταφέρει τους μικρούς αναγνώστες στη Σμύρνη και στα ζοφερά γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος της. Μέσα από την ιστορία του μικρού Αρσένη και του καλύτερού του φίλου, του Φρίξου του παπαγάλου, τα παιδιά γνωρίζουν αυτό το τόσο βαρυσήμαντο ιστορικό γεγονός για τον ελληνισμό, ενώ τα βοηθά να προβληματιστούν πάνω σε ζητήματα παρόμοιας θεματικής.

  • «Το παιδί και ο παπαγάλος – Το τελευταίο καλοκαίρι στη Σμύρνη», ο τίτλος του δεύτερου παιδικού σας βιβλίου· πόσο εύκολο ήταν να εντάξετε στο πλαίσιο μιας παιδική ιστορίας ένα τέτοιο βαρυσήμαντο ιστορικό γεγονός, όπως η Μικρασιατική καταστροφή;

Θεωρώ πως είναι αρκετά δύσκολο να περιγραφούν τραγικά γεγονότα της ιστορίας  μας μέσα από παιδικά αναγνώσματα. Πιστεύω πως η παιδική λογοτεχνία εκτός από την ψυχαγωγία έχει και μια επιμορφωτική και διαπαιδαγωγική προέκταση. Σε αυτό το πλαίσιο προσπάθησα γράφοντας το βιβλίο -με κάθε σεβασμό στην ιστορική μνήμη- να παρακινήσω τους μικρούς αναγνώστες, ώστε να αναπτύξουν προβληματισμούς ,να δημιουργήσουν τις δικές τους εικόνες, να διαχειριστούν τα γεγονότα. Άλλωστε σήμερα έχουμε έναν πόλεμο στον Ευρωπαϊκό χώρο και η τραγική ιστορία της Μικρασιατική καταστροφής  αποκτά νέα επικαιρότητα.

  • Πώς ξεδιπλώσατε στο μυαλό σας την ιστορία του μικρού Αρσένη και του καλύτερού φίλου, του Φροίξου του παπαγάλου;

Καθότι και εγώ μητέρα βλέπω πως τα παιδιά αγαπάνε τα ζώα και συνήθως έχουν κατοικίδια. Σκέφτηκα λοιπόν πως η ιστορία του πρωταγωνιστή με αγαπημένο φίλο έναν παπαγάλο, θα έκανε το ανάγνωσμα πιο οικείο,  καθώς τα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες και πλάθουν δικές τους ιστορίες. Πιο συγκεκριμένα, ο παπαγάλος αποτέλεσε την κεντρική ιδέα της μυθοπλασίας. Ξεκίνησα να πλάθω την ιστορία με βάση τις περιπέτειες που ζούσε ο Αρσένης στη Σμύρνη μαζί με τον παπαγάλο του ο οποίος μπορούσε να μάθει ξένες γλώσσες, να τραγουδήσει ανατολίτικους σκοπούς, να κάνει σκανταλιές! Ουσιαστικά, πρόκειται για τον καλύτερό του φίλο. Επιπλέον, ο παπαγάλος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή του Αρσένη διότι αποτέλεσε τον κρίκο που τον ένωνε με την αγαπημένη του πατρίδα. Θα λέγαμε ήταν η ζωντανή θύμηση όχι μόνο της Σμύρνης αλλά και της παιδικής του ηλικίας.

  • O Αρσένης ενήλικας πια επέστεψε στη Σμύρνη επαναπροσδιορίζοντας την εκεί παρουσία του και νιώθοντας ταυτόχρονα μία ανακούφιση· ποιο ήταν το μήνυμα που θέλατε να περάσετε επιλέγοντας αυτό το τέλος;

Προσπαθώντας να γιατρέψει τις πληγές του ξεριζωμού και του βίαιου αποχωρισμού από την οικογένεια του, η επιστροφή του Αρσένη στα πάτρια εδάφη λειτουργεί σαν μία εσωτερική εξομολόγηση με σκοπό την κάθαρση. Ο Αρσένης επιδιώκει την λύτρωση από τις σπαρακτικές στιγμές που βίωσε στην προκυμαία και μετέπειτα στην ζωή του καθώς έμεινε τελείως ορφανός. Και η λύτρωση αυτή επέρχεται διαβαίνοντας το μονοπάτι της συγχώρεσης. Η νοσταλγία, ο πόνος για την επιστροφή στην πατρίδα είναι παράλληλα και μια κινητήριος δύναμη που ώθησε τελικά τον Αρσένη όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να διαπρέψει πετυχαίνοντας τους υψηλούς στόχους που είχε θέσει στην ζωή του. Σαν ένας άλλος Οδυσσέας, ολοκληρώνει το ταξίδι αυτό κρατώντας τις παιδικές θύμησες που απαλύνουν τον πόνο του ξεριζωμού.

  • Ούσα και η ίδια μητέρα, πιστεύτε πως τα παιδιά σήμερα έχουν γνώσεις για την ιστορία του τόπου τους; Ενδιαφέρονται να μάθουν;

Διαβάζοντας διάφορες εκθέσεις σχετικά με το θέμα ανακαλύπτουμε πως οι γνώσεις των παιδιών σε θέματα τοπικής ιστορίας είναι περιορισμένες. Η Ιστορία δυστυχώς θεωρείται από τα περισσότερα παιδιά κάπως βαρετό μάθημα. Πολλά παιδιά αναρωτιούνται γιατί να διαβάζουν Ιστορία και πώς γεγονότα που έγιναν πριν από πολλά χρόνια θα φανούν χρήσιμα στη ζωή τους. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες ένταξης της τοπικής ιστορίας στο σχολείο. Εδώ εμπλέκονται πρωτίστως οι εκπαιδευτικοί, το οικογενειακό περιβάλλον καθώς και διάφοροι φορείς ,οι οποίοι ο καθένας από την μεριά του θα μεταδώσει εκείνες τις γνώσεις στα παιδιά ώστε να διαμορφώσουν ιστορική συνείδηση, κριτική στάση, να καλλιεργηθεί το ενδιαφέρον για τον τόπο και να αποτελέσει μια γέφυρα ανάμεσα στην γενική Ιστορία και τη συλλογική μνήμη. Η φράση του Θουκυδίδη, «Η ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων» νομίζω αποδίδει την σημασία της Ιστορίας και τον ρόλο της στο διδακτικό πρόγραμμα. Η ανάγνωση ενός παιδικού βιβλίου σαφέστατα βοηθά την ιστορική μνήμη να λάβει νέα πνοή στα χέρια των μικρών αναγνωστών καθώς θα τους δώσει την ευκαιρία να ταυτιστούν, να βιώσουν τα γεγονότα μέσα από μια άλλη διάσταση-αυτή του λογοτεχνικού βιβλίου.

  • Η εικονογράφηση είναι χαρακτηριστική σε κάθε βιβλίο, πολύ περισσότερο σε ένα παιδικό βιβλίο. Πόσο βοήθησε η εικονογράφηση στην «ενσάρκωση» της δική σας ιστορίας;

Σε ένα παιδικό βιβλίο η εικονογράφηση αντικατοπτρίζει  όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που κρύβουν οι σελίδες, την αύρα που αποπνέουν οι λέξεις. Η αγαπητή κ. Θεοδώρα Παπαβασιλείου-Βίκα κατάφερε να αποτυπώσει το ανέμελο παιδικό βλέμμα του Αρσένη, το χαμόγελο της Εζενί, την αγωνία του πατέρα, τα συναισθήματα που ένιωθαν οι χαρακτήρες του βιβλίου. Με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά διαβάζοντας μπορούν να ψηλαφίσουν με τα δικά τους μάτια τους όσα ξετυλίγονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Η εικονογράφος χρησιμοποίησε διάφορες  τεχνοτροπίες όπως: απλοποιημένος ρεαλισμός , με κλίση προς την καρικατούρα και επιρροές από την αγιογραφία. Εστίασε στα ζωντανά χρώματα και τις απλοποιημένες μορφές των προσώπων αποδίδοντάς τις με πραγματικό τρόπο, ώστε να γίνονται ευκολότερα αντιληπτές και να ανοίγει έτσι ένας διάλογος ανάμεσα στο βιβλίο και τα παιδιά.

                                                                                            Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Aλεξία Βόγδου

Ο Μάκης Καραγιάννης γράφει για την «Παγίδα» του Ανδρέα Μήτσου

«Σύνοψη και υπέρβαση με τον αφηγηματικό τρόπο της μεταμυθοπλασίας»

Ένα πρωτότυπο εγχείρημα, το οποίο συμπεριλαμβάνει σε ένα σώμα παλαιότερα διηγήματα και μυθιστορήματα μαζί με έναν γενικότερο αναστοχασμό για την τέχνη, αποτελεί η «Παγίδα», το τελευταίο βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου.

Οι δύο κόσμοι της γραφής και του συγγραφέα, τα λογοτεχνικά κείμενά του και η ζωή με  τα πραγματικά βιώματα που αποτέλεσαν την πρώτη τους ύλη, τα οποία μέχρι τώρα αντιμετωπίζονταν ως ξένα πεδία μεταξύ τους, συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο σύμπαν. Τα κείμενα και η ερμηνεία τους, το παιχνίδι της γραφής, η βάσανος του συγγραφέα φωτίζονται αντικριστά και συνυπάρχουν σε ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα μεταμυθοπλασίας, όπου η λογοτεχνία αναζητά  τα όριά της και αναζητά καινούργιο τρόπο να μιλήσει.

Στην ελληνική λογοτεχνία υπάρχουν αρκετά μυθιστορήματα με στοιχεία μεταμοντερνισμού -όπως η αυτοαναφορικότητα, η αμφισβήτηση του γνωστικού υποκειμένου, η αντίληψη ότι η αφήγηση είναι μια κατασκευή, το παιχνίδι των μορφών και η μίξη των ειδών,  η κατάργηση της διάκρισης υψηλού και χαμηλού, οι αντικατοπτρισμοί και οι προσομοιώσεις-, τα οποία συνυπάρχουν με άλλα  χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να δίνουν τη σφραγίδα τους στο έργο. Ωστόσο, είναι λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες κάποια έργα εντάσσονται προγραμματικά και ολοκληρωμένα στη μεταμοντέρνα συνθήκη, όπως το «Εμφύλιο σώμα» του  Κ. Βούλγαρη, «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» όπως δηλώνεται στον υπότιτλο, ή τα έργα του  Δημήτρη Καλοκύρη για να αναφέρω ενδεικτικά.

Στην «Παγίδα» παρακολουθούμε μαζί με την αναδιήγηση, το ανασκάλεμα των παλιών ιστοριών και την αναζήτηση της εξέλιξής τους στην πραγματική ζωή. Ο συγγραφέας  ομολογεί την προσωπική του εμπλοκή σε κάθε μια  ψάχνοντας τις καταστάσεις  που αποτέλεσαν την αφορμή τους.  Μεταφηγείται τις παλιές ιστορίες αναχωνεύοντας το υλικό τους με τη μνήμη των γεγονότων, δόλιες ερμηνείες και την αλήθεια της φαντασίας δίνοντάς τους νέα υπόσταση και την καινούρια μορφή της μεταμυθοπλασίας. Γίνεται εν τέλει και ο ίδιος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, ο μεγάλος αφηγητής και ο πραγματικός πρωταγωνιστής.

Μέσα από την αυτοανάλυση ομολογείται η προσωπική συγγραφική ηθική να επιλέγει, δηλαδή, την πλευρά του θύτη και όχι του θύματος. Να χρησιμοποιεί χαρακτήρες που υπερβαίνουν το μέτρο, κατέχονται από το πάθος, τον ακραίο υποκειμενισμό και αξιώνουν να κυριαρχήσει η προσωπική τους αλήθεια.

Ωστόσο, η αυτοσυνειδησία του έργου τέχνης, όχι με την απλή αυτοαναφορικότητα η οποία ήταν στοιχείο και του μοντερνισμού, αλλά η μετααφήγηση σε όλη την έκταση του κειμένου, που αντιστρέφει την επιφάνεια και επιδεικνύει τη φόδρα ή τις ραφές της και ομολογεί κατασκευή της είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Η συγγραφική εμπλοκή δεν περιορίζεται μόνο στην ανάδειξη της κατασκευασιμότητας του κειμένου, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει τα κίνητρά της. Αναζητά την αιτία που η λογοτεχνία, σα θηλιά στο λαιμό,  σέρνει εφ’ όρου ζωής τον συγγραφέα στο μαγκανοπήγαδο της γραφής δημιουργώντας μία άλλη πραγματικότητα και την υποκειμενική του αλήθεια, πέφτει στη δική του παγίδα και γίνεται αιχμάλωτος των ιστοριών του στο διηνεκές. Επιδιώκει, εντέλει, την εξιλέωση του συγγραφέα μέσω της γραφής.

Σημαντική παράμετρο της μεταμυθοπλασίας αποτελεί και η έμφαση στην αναγνωστική διαδικασία ως παραγωγό νοήματος. Και μπορεί μεν να χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την μεταμοντέρνα λογοτεχνία, αφού οι ρεαλιστικές αφηγηματικές συμβάσεις την παρέκαμψαν, ωστόσο ηχούν ακόμα στη αναγνωστική μας συνείδηση οι επικλήσεις και οι διάλογοι του Ροΐδη στην «Πάπισσα Ιωάννα», από το πρώτο ημίχρονο του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Κούντερα : «Ταύτα σοι είπον, αναγνώστα, ίνα σε πείσω περί της ορθοδοξίας μου· ήδη δε επανέρχομαι εις τους ήρωάς μου».

Στην «Παγίδα» παρατηρούμε την ανάδειξη του αναγνώστη ως πρόσωπο που αξιώνει ρόλο στην ερμηνεία και την ανάδειξη του νοήματος. Ο Μήτσου, μάλιστα, προσπερνά απαξιωτικά τον βιαστικό και άρπαγα καταναλωτή αναγνώστη που έχει ως στόχο το κέρδος για το χρόνο που έχασε και αναδεικνύει τον  προσδοκώμενο αναγνώστη που παραδίνεται σαν ερωτευμένος στην ιστορία, επιβιβάζεται στο ταξίδι της με τον συγγραφέα και την κυβερνούν μαζί στη θάλασσα του μυθοπλαστικού κόσμου. Ο μυημένος αναγνώστης θα παραλάβει τη σκυτάλη από τον συγγραφέα, θα κάνει δική του την ιστορία, θα διακρίνει διαφορετικές ερμηνείες, εκδοχές και προοπτικές ως ιδεατός και ιδανικός συνομιλητής και συμπαραγωγός του νοήματος.

Παρατηρούμε, επίσης, ότι η αφήγηση ανοίγεται πέραν της μυθοπλασίας και στον πραγματικό κόσμο, ενσωματώνοντας την κατά καιρούς κριτική  υποδοχή των βιβλίων του γιατί νοιάζεται και ανησυχεί για την τύχη τους στα ξένα χέρια. Έτσι, η «Παγίδα» αναδεικνύεται τελικά σε μια σύνοψη του συνολικού έργου του Ανδρέα Μήτσου και ταυτόχρονα μια αισθητική υπέρβαση των έως τώρα επιλογών του που καταργεί τα φράγματα και μεταστοιχειώνει σε ποίηση το υλικό της τέχνης και της ζωής.

Η ετικέτα του μεταμοντέρνου, όπως και κάθε αισθητικό ρεύμα, δεν χορηγεί αυτομάτως πιστοποιητικά ποιότητας. Η «Παγίδα» είναι σημαντική γιατί κατορθώνει, δοκιμάζοντας τολμηρές ελευθερίες σε ένα παιχνίδι των μορφών, να διατηρεί την αναγνωστική και διανοητική απόλαυση. Κι αυτό είναι, ίσως, που τη δικαιώνει.

Στο μυθιστόρημά του η αφήγηση της αφήγησης αναζητά την επίγνωσή της, ο αναστοχασμός διαρρηγνύει τα όριά της. Κι ίσως όλα αυτά δεν είναι παρά η ομολογία της γραφής για την αδυναμία της να κυκλώσει αποτελεσματικά και εφ’ άπαξ τον πραγματικό κόσμο των βιωμάτων, να τον εκλογικεύσει, να τον αποδώσει κρυστάλλινα στο χαρτί, αρκούμενη μόνο στο φευγαλέο του είδωλο και σε τρυφερές εκδοχές. «Θα μπορούσαμε», όπως γράφει ο  Andrew Crumey, «να δούμε τη γλώσσα σαν μια παγίδα που στήνουμε με την ελπίδα να συλλάβουμε κάτι που, ωστόσο, πάντα θα μας ξεφεύγει».

Ποιος κρύβεται, όμως, πίσω από το αθώο συγγραφικό «εγώ» που εμφανίζεται στο κείμενο του βιβλίου;  Είναι ο συγγραφέας όπως δηλώνεται στο εξώφυλλο, με τον οποίο έχει προφανή και πάμπολλα χαρακτηριστικά ή πάλι μια συγγραφική persona κατασκευασμένη με τα υλικά του; Ένας  συγγραφέας που μιμείται τον συγγραφέα και χρησιμοποιεί τις ίδιες δολοπλοκίες και τεχνάσματα για την παραποίηση της αλήθειας; Ίσως αυτή να είναι η τελευταία «παγίδα» του Ανδρέα Μήτσου.»

* Η κριτική συμπεριλαμβάνεται στο τεύχος 207-208 της Παρέμβασης.

Συνέντευξη του Νικόλαου Σταμκόπουλου για το βιβλίο «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες»

«Δεν είναι μόνο η αναζήτηση της τοπικής ταυτότητας κάτι το δυναμικό· δυναμική είναι και η ίδια η ταυτότητα, που αλλάζει συνεχώς»

Συνέντευξη του Νικόλαου Σταμκόπουλου για το βιβλίο «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παρέμβαση η μελέτη λαογραφικού περιεχομένου του Νικόλαου Σταμκόπουλου με τίτλο: «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες». Πρόκειται για τα αποτελέσματα μιας ενδελεχούς έρευνας για την Άνω Κώμη, αλλά και την ευρύτερη περιοχή, που αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα και προσπαθεί να δώσει μέσα από μια νέα οπτική τα όσα σχετίζονται με το παρελθόν του τόπου.

– «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες», ο τίτλος της μελέτης σας που αφορά την περιοχή της Άνω και Κάτω Κώμης Κοζάνης· ποιος ήταν ο στόχος σας συλλέγοντας και καταγράφοντας τα στοιχεία, που οδήγησαν στη σύνθεση του βιβλίου;

O τίτλος της μελέτης δεν αφορά τα στενά όρια της περιοχής των οικισμών της Άνω και Κάτω Κώμης. Ο τίτλος αφορά έναν θρύλο που μάλλον αναφέρεται στους δυο οικισμούς, των οποίων τα παλιά ονόματα ήταν Βάντσα Απανή και Κατηνή. Η ονομασία «Σαράντα Βάντσαις», ίσως κάποιο τοπωνύμιο, το οποίο σύμφωνα με τον Π. Λιούφη διεσώθη μέχρι την εποχή του «ἐκ παραδόσεως», ίσως αφορά μια διαφορετική περιοχή από αυτήν που σήμερα εντοπίζονται οι δύο οικισμοί, ή έστω μια πολύ μεγαλύτερη σε έκταση περιοχή εντός της κοιλάδας του Αλιάκμονα.

Η αρχική σκέψη ήταν να γραφτεί ένα άρθρο με δύο στόχους.

Ο πρώτος στόχος ήταν να δώσει λίγη φρεσκάδα στην τοπική ιστοριογραφία των δύο οικισμών, η οποία μέχρι σήμερα φαίνεται προσκολλημένη σε αυτά που έγραψε ο Λιούφης το 1924. Ο Π. Λιούφης είχε γράψει ότι δήθεν το παλαιό όνομα του οικισμού ήταν «Λουτρό» και ότι το όνομα «Βάντσα» δόθηκε δήθεν από κάποιους Σέρβους εποίκους κατά τον Μεσαίωνα, ενώ σύμφωνα με ένα χρυσόβουλο του 14ου αιώνα, ο οικισμός αποτελούσε έδρα Κατεπανίκειου. Έκτοτε έχει περάσει ένας αιώνας, και έχουν δημοσιευτεί νέα στοιχεία, που θέλουν το εν λόγω χρυσόβουλο να είναι πλαστό, και «το Κατεπανίκειο Βανίτζης και σφαρκών» το οποίο αναφέρει να αφορά ίσως άλλη περιοχή και οικισμό στην ευρύτερη περιοχή της Ελασσόνας, και όχι την Βάντσα του Αλιάκμονα. Όλα αυτά τα χρόνια, έχουν επίσης δοθεί και άλλες ετυμολογικές προσεγγίσεις του οικωνυμίου «Βάντσα», πέρα από την υπόθεση ότι σημαίνει «Λουτρό», αλλά και άλλες ερμηνείες του θρύλου που θέλει οι Σαράντα Βάντσες να ήταν οικισμοί που ερήμωσαν από τους Οθωμανούς, ή τις επιδημίες.

Ο δεύτερος στόχος ήταν να γίνει μια καταγραφή και έρευνα σε δύο πεδία. Το πρώτο πεδίο ήταν στην ιστορία και λαογραφία των επιδημιών και των λοιμωδών νοσημάτων της περιοχής, από τον μεσαίωνα μέχρι και τον 20ο αιώνα, όσο αυτό είναι δυνατόν λόγω ελλείψει στοιχείων, αλλά επίσης να ερευνηθεί αν όντως οι Οθωμανοί ή κάποιος άλλος εισβολέας προκάλεσε καταστροφές στην περιοχή όταν την κατέλαβε. Το δεύτερο πεδίο καταγραφής και έρευνας ήταν τα μικροτοπωνύμια μιας μεγαλύτερης περιοχής που ορίζεται από τον Αλιάκμονα μέχρι τους οικισμούς Δρέπανο, Κοζάνη, και Μηλιά   με την ελπίδα να βρεθούν είτε παλιότερες θέσεις οικισμών, είτε κάτι που να διαλευκάνει τον θρύλο. Θεωρήθηκε επίσης σκόπιμο να  καταγραφούν και να δημοσιευτούν όσα στοιχεία αναφέρονται στο κάθε μικροτοπωνύμιο, και τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αναφορές για επόμενες μελέτες ιστορικού ή λαογραφικού χαρακτήρα, όπως θρύλοι, ιστορίες, και ετυμολογικές προτάσεις.

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, δίνονται επίσης κάποιες νέες ετυμολογικές προτάσεις των οικωνυμίων, αλλά και νέες πιθανές ερμηνείες του θρύλου, άλλες συντηρητικές και μετρημένες, και άλλες περισσότερο  τολμηρές και «φευγάτες», με απώτερο σκοπό να τονιστεί ότι τίποτα μα τίποτα δεν είναι σίγουρο και απόλυτο. Όπως καταλαβαίνετε, το υλικό που συγκεντρώθηκε, έκανε αδύνατη την δημοσίευσή του στο περιορισμένο μέγεθος ενός άρθρου…

– Η έρευνά σας βασίζεται σε μαρτυρίες κατοίκων του χωριού ή πρόκειται καθαρά για βιβλιογραφική εργασία;

Συνδυάζει και τα δύο. Η βιβλιογραφική έρευνα είναι όσο πιο εκτενής γινόταν, και αφορά κυρίως το ιστορικό και λαογραφικό πλαίσιο. Πιστεύω διαλευκάνει αρκετά αναφορικά με το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δόθηκε το οικωνύμιο Βάντσα. Εξηγεί τι ήταν τα αρχαία βαλανεία, που εντοπίζονται αρχαιολογικά στην περιοχή, και τι ήταν η *banja των πρώιμων Σλάβων. Όπως επίσης γιατί είναι δυνατόν το «Βάντσα» να είναι Αλβανικό οικωνύμειο, ή να σχετίζεται με τις σλάβικες λέξεις για το λατομείο, το λιγνιτωρυχείο, την κουλούρα-μαιανδρισμό, την ράχη-ανάχωμα, τον πτελεώνα, ή το όνομα Ιβάν (Γιάννης).

Οι μαρτυρίες των κατοίκων ήταν σημαντικές για την καταγραφή και έρευνα των μικροτοπωνυμίων της περιοχής, αλλά και όλων των άλλων στοιχείων που τα συνοδεύουν. Πρωτογενή στοιχεία συλλέχθηκαν επίσης και με επιτόπιες παρατηρήσεις. Δηλαδή οι μαρτυρίες των κατοίκων εμπλουτίστηκαν και επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύσθηκαν διερευνώντας επί τόπου τις τοποθεσίες, όπου αυτό ήταν δυνατόν.

– Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι σήμερα έχουν αποκοπεί εντελώς από τις ρίζες τους; Ένα καλό βιβλίο λαογραφικού περιεχομένου θα μπορούσε να ξυπνήσει θύμησες και να τους ωθήσει στην αναζήτηση της ταυτότητάς τους;

Σήμερα συμβαίνει κάτι το αντιφατικό. Από την μία πλευρά ο γηγενής πληθυσμός της υπαίθρου της χώρας αστικοποιείται και διασπείρεται, μεταναστεύοντας σε άλλες χώρες  ή στα αστικά κέντρα, αφήνοντας τα χωριά σε νεήλυδες μετανάστες ή εντελώς ερημωμένα. Από την άλλη, η τεχνολογία επιτρέπει όχι μόνο εύκολες μετακινήσεις από τους νέους τόπους διαβίωσης στον τόπο της «ρίζας», αλλά έχει δημιουργήσει δίκτυα και μηχανισμούς μέσα από τα οποία οι διασκορπισμένοι «ξανασμίγουν» και κρατούν ζωντανά στοιχεία της παράδοσης και της τοπικής ταυτότητάς τους.

Οικισμοί όπως το Σπάρτο και η Ανατολή, δίνουν την εντύπωση εγκαταλειμμένων  οικισμών σε κάποιον επισκέπτη, ακόμα και το Σάββατο του Λαζάρου,  αφού ούτε το καφενείο δεν λειτουργεί. Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι των οικισμών αυτών μπορούν να κουβεντιάζουν στο διαδίκτυο βλέποντας ο ένας τον άλλο, σαν να βρίσκονται σε καφενείο. Μπορούν να παρακολουθήσουν ζωντανά πολιτιστικά δρώμενα του τόπου τους, ακόμα και διαδραστικά. Η Αναστάσιμη ακολουθία στο ναό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στην Άνω Κώμη, έγινε κεκλεισμένων των θυρών κατά τη διάρκεια του υγειονομικού αποκλεισμού για τον κορωνοϊό, όμως πολλοί την παρακολούθησαν διαδικτυακά. Κάποιοι θα μπορούσαν να το έχουν κάνει και από το Σύδνεϋ, κάτι αδιανόητο πριν από λίγα χρόνια.

Δεν είναι μόνο η αναζήτηση της ταυτότητας κάτι το δυναμικό, κάτι το οποίο συνεχώς βρίσκει νέους τρόπους. Δυναμική είναι και η ίδια η ταυτότητα, η οποία συνεχώς αλλάζει. Όσοι σήμερα θεωρούν τους εαυτούς τους Ανωκωμίτες ή Κατωκωμίτες, είναι διαφορετικοί άνθρωποι από τους γεωργούς Βαντσιώτες των αρχών του 20ου αιώνα που ζούσαν στα δύο χωριά, ή από αυτούς που κατοικούσαν στους οικισμούς τον 16ο αιώνα. Η κάθε γενιά έχει/είχε διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει Κωμίτης/Βαντσιώτης στον χώρο και στον χρόνο. Μπορεί σήμερα οι περισσότεροι Κωμίτες να ζουν σε αστικά κέντρα, και κάποιοι εξ αυτών να μην έχουν πιάσει ποτέ τους γεωργικό εργαλείο, ή να νιώθουν Κωμίτες λόγω καταγωγής μόνο από τον έναν γονέα. Επίσης, για άλλον λόγο οι Κωμίτισσες στολίζονται Λαζαρίνες σήμερα, και για άλλον οι Βαντσιώτισσες πριν από τριακόσια χρόνια. Κάτι αντίστοιχο ισχύει για κάθε πτυχή του βίου που αντανακλά την τοπική ταυτότητα.

Σίγουρα, ένα βιβλίο λαογραφικού περιεχομένου δίνει άλλη δυναμική στην αναζήτηση της τοπικής ταυτότητας, αλλά και στην διαμόρφωσή της. Δεν είναι βέβαια καθοριστικό. Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, και καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες που επηρεάζουν την ταυτότητά μας, ενώ για την αναζήτηση της τοπικής μας ταυτότητας, η τεχνολογία σήμερα προσφέρει μέσα που ήταν αδιανόητα πριν από λίγα χρόνια. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπεται, και η αντίστροφη διεργασία. Πως δηλαδή, η συνεχής διαμόρφωση της ταυτότητας, δημιουργεί την ανάγκη, και δίνει επίσης την ώθηση στο να γράφονται νέα βιβλία λαογραφικού περιεχομένου, να ερευνώνται και να δημοσιεύονται σε διάφορα μέσα νέες πληροφορίες που αφορούν την ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου. Είναι μια αμφίδρομη σχέση.

– Τι αποκομίζει κανείς για τις «Σαράντα Βάντσες» διαβάζοντας το βιβλίο; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα αναφορικά με την περιοχή που διαλευκάνθηκαν;

Αυτό που νομίζω πως αποκομίζει κάποιος διαβάζοντας το «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες», είναι η διαπίστωση πως ότι έχει γραφτεί στα βιβλία τοπικής ιστορίας ως παράδοση, δεν σημαίνει απαραίτητα ούτε ότι έχει συμβεί στα αλήθεια, αλλά ούτε ότι ήταν κάτι εντελώς στην φαντασία των ανθρώπων που το έγραψαν, ή αυτών που το μετέδωσαν στον γράφοντα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, αλλά και όλα είναι πιθανά όταν έχουμε να κάνουμε με θρύλους. Πολλά από όσα γράφονται στο βιβλίο είναι υποθέσεις και εικασίες. Όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, είναι απλές σκέψεις πάνω στα τοπωνύμια. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο, γίνεται αντιληπτό πως πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε «αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα» στην τοπική ιστορία, ήταν επίσης υποθέσεις και εικασίες παλαιοτέρων συγγραφέων.

Από ανθρώπους που έχουν διαβάσει έως τώρα το βιβλίο, μου είπαν πως τους έκανε εντύπωση η λεπτομέρεια και ο τρόπος προσέγγισης. Μπορεί κάποιες φορές το κείμενο να πλατειάζει, όμως στο τέλος κατάλαβαν πως αυτό γίνεται για συγκεκριμένο λόγο.

Σε αναγνώστες με καταγωγή από την Κοζάνη  άρεσε πολύ το κομμάτι με την ιστορία των λοιμωδών νοσημάτων και των επιδημιών της περιοχής. Ελάχιστα είναι καταγεγραμμένα, αλλά συνδυάζοντας το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο με διάφορα πολιτιστικά στοιχεία που μπορούν να σχετίζονται με τις επιδημίες, όπως οι χρονολογίες κτίσεως ναών και κοιμητηρίων, κυρίως της Κοζάνης και της Σιάτιστας, μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα, άλλοτε με ασφάλεια, άλλοτε με επιφυλάξεις.

Άλλοι πάλι, έχοντες κάποιο ιστορικό ή ανθρωπολογικό υπόβαθρο, είπαν ότι τους άρεσε ότι έγινε έρευνα σε βάθος και από διαφορετική οπτική γωνία. Φυσικά δεν συμφωνούν όλοι με όλα όσα γράφω, αλλά τους άρεσε το γεγονός ότι δεν πρόκειται για «άλλο ένα» «βιβλίο του χωριού». Δεν πρόκειται δηλαδή για μια έρευνα-βιβλίο όπως αυτά που έχουν γράψει φιλότιμοι και ζηλωτές εκπαιδευτικοί για τους οικισμούς στους οποίους εργάστηκαν ή από τους οποίους κατάγονται, και τα οποία καταγράφουν ήθη – έθιμα του τόπου, την νεότερη ιστορία τους, τα μνημεία και τα αρχαιολογικά τους ευρήματα.

Είναι δηλαδή κάτι πρωτότυπο και διαφορετικό, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αναφορά σε μελλοντικές μελέτες της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας. Όπως χαρακτηριστικά μου είπε η Ελένη Μαρούδη, η ιστορικός που παρουσίασε το βιβλίο στην παρουσίαση, «ήταν κάτι που χρειαζόμασταν».

Μπορεί κάποιος που θα διαβάσει αυτό το βιβλίο, να καταλάβει όλα όσα γράφονται, ή και ελάχιστα από αυτά. Μπορεί η ανάγνωση να τον συνεπάρει, όπως μου είπαν αναγνώστες από την Ροδιανή και την Άνω Κώμη, ή να τον κουράσει όπως εξέφρασε ο κύριος Καραγιάννης. Το σίγουρο είναι πως μετά την ανάγνωσή του, θα δει με άλλα μάτια, την περιοχή, αλλά και τον οικισμό καταγωγής του, είτε  κατάγεται από τις δύο Κώμες, είτε από κάποιον άλλο οικισμό νοτίως της Κοζάνης. Θα διαπιστώσει πως τα ξωκκλήσια και οι τοιχογραφίες του χωριού του, όποιο και να είναι αυτό, τα μικροτοπωνύμια και οι παραδόσεις, τα δομικά υλικά και τα επαγγέλματα, κομίζουν πολύ περισσότερη πληροφορία όταν τοποθετηθούν στο κατάλληλο πλαίσιο, αλλά και διαφορετική πληροφορία  όταν τα εξετάζουμε μέσα από διαφορετικά πρίσματα.

– Ως μηχανικός, η καθημερινότητά σας θα διακρίνεται από μια πιο πρακτική προσέγγιση των πραγμάτων· είναι εύκολο να συνδυαστούν οι θεωρητικές με τις θετικές σπουδές, η θεωρία με την πράξη;

Δεν νομίζω πως η θεωρία έχει κάποια αξία αν δεν υποστηρίζει κάποια εφαρμογή. Ούτε πιστεύω πως υπάρχει κάποια εφαρμογή που να είναι εφικτή χωρίς προηγούμενη θεώρηση.

Τα παραδείγματα όπου οι θετικές επιστήμες βοηθούν τις θεωρητικές και το αντίστροφο είναι νομίζω αμέτρητα.

Θεωρώ ότι σε μία αναζήτηση, σε μία ερεύνα δηλαδή, το σημαντικό είναι να τολμά κάποιος να δει έξω από τα τετριμμένα. Έξω από το «κουτί». «Η φαντασία είναι σημαντικότερη από την γνώση» λέγεται πως ειπώθηκε από τον Αϊνστάιν, έναν άνθρωπο που ανακάλυψε ασύλληπτα πράγματα.

Πιστεύω επίσης πως οι θεωρητικές και οι πρακτικές γνώσεις είναι απλά ο διάδρομος πάνω στον οποίο πρέπει να τρέξει κάποιος με ώθηση την φαντασία, ώστε να κάνει το μεγάλο άλμα προς την νέα γνώση. Τις περισσότερες φορές, δηλαδή σχεδόν όλες, το άλμα αυτό θα οδηγήσει στο κενό, στο σφάλμα και την πλάνη. Κάποιες φορές όμως, μπορεί να οδηγήσει στο επόμενο στάδιο. Χωρίς αυτά τα «άλματα» το επόμενο στάδιο είναι ανέφικτο, και η γνώση μας παραμένει περιορισμένη.

Η αναζήτηση «των σαράντα Βαντσών» είχε πολλά τέτοια άλματα. Προφανώς, τα περισσότερα  στο κενό. Ίσως όμως κάποια από αυτά να λείαναν έναν δρόμο, έτσι ώστε στο μέλλον, κάποιος με περισσότερες γνώσεις και πιο γόνιμη φαντασία, να κάνει εκείνο το μεγάλο άλμα στο επόμενο στάδιο και –ποιος ξέρει;- ίσως τελικά είτε να βρει στα αλήθεια τι κρύβεται πίσω από αυτόν το θρύλο, είτε για ποιο λόγο δεν κρύβεται τίποτα, είτε να ανακαλύψει κάτι άλλο.

– Στο εξώφυλλο του βιβλίου παρατηρούμε τη σημείωση «Οι Κώμες του Αλιάκμονα, Μέρος Α´». Θα μπορούσε, δηλαδή, να υπάρξει περαιτέρω διερεύνηση της περιοχής και ανάδειξη περισσότερων στοιχείων αναφορικά με την ιστορία της και όχι μόνο;

Δεν στέφονται όλες οι αναζητήσεις με επιτυχία. Κάποια πράγματα θα παραμένουν πάντα καλυμμένα με μυστήριο. Όμως, πολλές φορές αναζητώντας κάτι, ανακαλύπτουμε κάτι άλλο. Η διερεύνηση της έρευνας σε μια μεγαλύτερη περιοχή, και η ανακάλυψη περισσότερων στοιχείων που αφορούν την κοιλάδα του Αλιάκμονα, έχει ήδη γίνει, και έχει συνταχθεί σε επόμενα μέρη. Μπορεί να μην ανακαλύφθηκε κάποια «Αμερική», όμως είμαι σίγουρος ότι ενδιαφέροντα πράγματα έχουν βρεθεί, που θα ανοίξουν μια χαραμάδα για λίγο φως στο σκοτεινό παρελθόν της περιοχής μας.

Η έκδοση και δημοσιοποίησή τους βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, και έχει τους δικούς της κανόνες και περιορισμούς. Κρίσιμο ρόλο θα παίξει η βοήθεια των τοπικών παραγόντων, όπως και στον πρώτο τόμο, αφού οι αρωγή των χορηγών κάλυψε ένα μεγάλο μέρος της αυτοέκδοσης. Ήδη κάποιοι χορηγοί έχουν ανταποκριθεί και στην έκδοση του δεύτερου μέρους, το οποίο είναι σε εξέλιξη.

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

«Η μνήμη είναι εγγύηση ταυτότητας. Κάθε άτομο έχει βέβαιη ταυτότητα στο παρόν μόνο χάρη στη συσσώρευση πραγμάτων, που έχει απωλέσει, στη μνήμη»

Συνέντευξη της Μαρίας Δαλαμήτρου για το βιβλίο «Μνημοθόνη»

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση η τελευταία συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Δαλαμήτρου με τίτλο: «Μνημοθόνη». Αφορά ξεχωριστές ιστορίες, γραμμένες ως επί το πλείστον κατά την περίοδο της πανδημίας, που προβάλλουν τη δυναμική των αναμνήσεων. Τα αντικείμενα ως σύμβολα ενός περασμένου γεγονότος ή οι βαθιές εσώτερες σκέψεις μέσω της «Μνημοθόνης» μπορούν να αφήσουν πιο ανεξίτηλα σημάδια πάνω μας;

  • Η «Μνημοθόνη», τίτλος της τελευταίας σας συλλογής διηγημάτων, περιγράφεται ως ένας μηχανισμός ανάσυρσης αναμνήσεων· αξίζει, πιστεύετε, να αναμοχλεύουμε τα «παλιά»; Η «μνήμη» είναι ένας παράγοντας που συνδέεται με το παρόν και το μέλλον μας;

H μνήμη είναι εγγύηση ταυτότητας. Η ικανότητα ενός ατόμου να διατηρεί μία χρονική συνέχεια παρελθόντος-παρόντος εγγυάται την ταυτότητά του στο παρόν, ακόμη κι αν αυτή η χρονική συνέχεια, η ανάμνηση ή γνώση του παρελθόντος, σημαίνει επιβεβαίωση των απωλειών που έχει ζήσει αυτό το άτομο.  Γιατί γνώση ή ανάμνηση σημαίνει ήδη απόσταση από τη βιωμένη εμπειρία.  Κάθε άτομο, συνεπώς, έχει βέβαιη ταυτότητα στο παρόν μόνο χάρη στη συσσώρευση πραγμάτων, που έχει απολέσει, στη μνήμη.  Ακούγεται οξύμωρο.  Το μέλλον είναι εκείνη η στιγμή στην οποία θα κατανοηθεί, αναδρομικά, το παρόν, χτίζοντας έτσι περαιτέρω την ταυτότητα.  Στο εν λόγω διήγημα που εμφανίζεται η Μνημοθόνη, και δανείζει και το όνομά της στη συλλογή, διατυπώνονται οι δύο συνέπειες αναμόχλευσης της μνήμης: από τη μία, η συσκευή της Μνημοθόνης επιτρέπει τη διατήρηση της συνέχειας του “ποιος είμαι” στο παρόν, και από την άλλη, η ίδια η συσκευή ίσως έχει επιφέρει μία υπερπροβολή των αναμνήσεων παντού εις βάρος του παρόντος, μία αρχαιολαγνεία του οικείου, υποκειμενικού, παρελθόντος.

  • Διηγήματά σας, όπως η ιστορία του «Ρωμαίου» και της «Ιουλιέτας», είναι ποτισμένα από την πρωτόγνωρη εμπειρία της πανδημίας που βιώνουμε. Πώς σας επηρέασε η πραγματικότητα αυτή ως προς τη συγγραφή του βιβλίου;

O εγκλεισμός στο σπίτι λόγω των απαγορεύσεων που ίσχυαν την τελευταία διετία έδωσε ένα δώρο στους ανθρώπους: το δώρο του χρόνου.  Ξαφνικά ο χρόνος ήταν πολύς και η πραγματικότητα, για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία της δικής μου γενιάς, ξεπέρασε τη φαντασία και τη λογοτεχνία: πανδημία, λοκντάουν, επικίνδυνος ιός, εικόνες καταστροφής, εικόνες που, για να τις επεξεργαστείς, έπρεπε να καταφέρεις την άρση δυσπιστίας, όπως έλεγαν οι Ρομαντικοί για τη λογοτεχνία: για να απολαύσεις ένα λογοτεχνικό έργο, πρέπει να άρεις τη δυσπιστία σου για την πλασματικότητά του, να το πιστέψεις σαν να συμβαίνει στα αλήθεια.  Μία τέτοια α-πιθανότητα που μας συνέβη στα αλήθεια ήταν η πανδημία, και ίσως οι ιστορίες μου ωχριούν μπροστά της.  Ήθελα, γράφοντάς τες, να θυμόμαστε στο μέλλον, εμείς και οι επερχόμενοι, πως τέτοιες α-πιθανότητες δεν είναι σπάνιες τελικά, ξεπερνούν σε φαντασία τη λογοτεχνία.

  • Πέρα από τις συλλογές διηγημάτων, έχετε εκδώσει και ποιητικές συλλογές. Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που ωθεί έναν συγγραφέα να εκφραστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ή πρόκειται για συγκυρία;

Nομίζω πως τα δύο είδη δεν διαφέρουν πολύ.  Ένα μεγάλο πεζό ποίημα είναι μία καλή μικροϊστορία, ενώ ένα σύντομο διήγημα, αν το μεταγράψεις σε άλλη διάταξη στο χαρτί, αν το “σπάσεις” στις περιόδους που το αποτελούν, γίνεται ένα πεζό ποίημα.  Το κοινό τους είναι η διάθεση για συμπύκνωση της συγκίνησης και η αφαιρετική ικανότητα, το διώξιμο των περιττών.

  • Έχοντας ασχοληθεί και με την αγγλική λογοτεχνία, νιώθετε πως έχει σας έχουν γοητεύσει περισσότερο οι Έλληνες ή οι Άγγλοι συγγραφείς. Τι σας έμεινε ως χαρακτηριστικό από την ενασχόλησή σας  με τη λογοτεχνία τόσο της μίας όσο και της άλλης χώρας;

Πατρίδα μου οι Έλληνες συγγραφείς και χώρα μετανάστευσης οι Άγγλοι.  Η μελέτη των δεύτερων, της γλώσσας τους και στη γλώσσα τους, ήταν ένα σπουδαίο θεωρητικό εργαλείο αποστασιοποίησης: να βλέπεις ψύχραιμα και νηφάλια τη δική σου ποιητική παράδοση, να συνεκτιμάς τη δύναμη των σημείων της γλώσσας σε κάθε ξένη γλώσσα, και να “παίζεις” γράφοντας και δανειζόμενη σημαίνοντα από την παράδοση δύο χωρών.  Η γνώση γλωσσών είναι πρώτιστα εξοικείωση με αλλότριους ήχους και σημεία (στο χαρτί), είναι ένα ευχάριστο ξεβόλεμα, σαν αυτά που οφείλει να κάνει η καλή λογοτεχνία: καθιστά ανοίκεια την πραγματικότητα.  Πόσω μάλλον όταν η ξένη γλώσσα που μελετάς χρησιμοποιείται λογοτεχνικά, δηλαδή μεταφορικά – εκεί η μελέτη της ξένης γλώσσας είναι μία ανοικείωση εις διπλούν, ξένη η γλώσσα και τα σημεία της, ξένες (μεταφορικές) και οι σημασίες του έργου.  Νιώθω τυχερή για τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκα στις μεταπτυχιακές μου σπουδές – ερευνητές και καθηγητές της Λογοτεχνίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης αλλά και στο Essex University της Αγγλίας.  Πριν είκοσι χρόνια, όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, η Αγγλική Φιλολογία φιλοξενούσε ήδη μαθήματα όπως Λογοτεχνία του Φανταστικού, Επιστημονική Φαντασία, Αφροαμερικανοί Συγγραφείς, Φεμινιστική Θεωρία, Μετα-αποικιακό Θέατρο, Σπουδές Φύλου.  Δεν ξέρω πόσα άλλα τμήματα Φιλολογίας είχαν τη δύναμη να εμβαθύνουν κοινωνικά σε αυτές τις κατηγορίες γραφής.

  • Έχετε ένα ιδιαίτερο τρόπο γραφής. Υπάρχει κάποιο μοτίβο που συνηθίζετε να χρησιμοποιείτε ή κάποιο σύμβολο, όπως τα «βότσαλα»;

Ίσως είναι αυτή η αδυναμία μου να γράφω μεγάλα πεζά ποιήματα, που λένε μία ιστορία, ή διηγήματα που κρύβουν μία εικόνα, σαν τα σύμβολα της ποίησης.  Ίσως επειδή θεωρώ τα δύο είδη, και τα δύο μικρές φόρμες, πολύ κοντά το ένα στο άλλο τελικά.

  • Πιστεύετε πως ένας συγγραφέας γίνεται ή γεννιέται; H δημιουργική γραφή, μια «μόδα της εποχής», μπορεί να δημιουργήσει νέους συγγραφείς ή η έμπνευση και αποτύπωσή της στο χαρτί είναι κάτι έμφυτο;

Με όλο τον κίνδυνο να ακουστώ συντηρητική, θα υποστηρίξω πως η λογοτεχνική γραφή δε γίνεται να διδαχθεί.  Γίνεται να κατακτηθεί η γνώση της, ναι, η θεωρία της, τα είδη, τα ρεύματα, οι σχολές, αλλά δεν γίνεται να αναπαραχθεί αυτή, η λογοτεχνική γραφή, απλά και μόνο επειδή κατακτήθηκαν κάποιες γνώσεις.  Κι αυτό γιατί πιστεύω πως η γραφή, τα σύμβολά της, όπως όλα τα σύμβολα, όπως η γλώσσα, όπως η φωνή, ξεπηδούν από μία ανάγκη, από μία έλλειψη στο υποκείμενο, έλλειψη θεμελιώδη, ίσως και τραυματική.  Οι απώλειες που λέγαμε στην αρχή.  Πρέπει να χάσεις, για να θυμάσαι, πρέπει να θυμάσαι για να είσαι, πρέπει να χάσεις για να γράψεις για να εκτονώσεις όσα θυμάσαι.  Αυτό το ζεις.  Αυτό είσαι.  Δεν διδάσκεται.

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη

Παρουσιάστηκε το βιβλίο «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες» του Νικόλαου Σταμκόπουλου

Με επιτυχία παρουσιάστηκε το απόγευμα της Τρίτης 26 Απριλίου το βιβλίο «Αναζητώντας τις Σαράντα Βάντσες» του Νικόλαου Σταμκόπουλου από τις Εκδόσεις Παρέμβαση στο Πνευματικό Κέντρο της Άνω Κώμης. Άνθρωποι του εκεί τόπου αλλά και εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα μαθαίνοντας νέα στοιχεία για την περιοχή μέσω της γνωριμίας τους με το βιβλίο αλλά και συμβάλλοντας και οι ίδιοι στη διεύρυνση των γνώσεων με δικές τους παρεμβάσεις. 

Για το βιβλίο μίλησε η Ελένη Μαρούδη, Ιστορικός- Φιλόλογος, ενώ ο συγγραφέας έδωσε κατατοπιστικές πληροφορίες για διάφορα σημεία του βιβλίου του. Τη συζήτησε συντόνισε ο δημοσιογράφος Ζήσης Πιτσιάβας.